Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΑπό το χειροκρότημα στο εκκαθαριστικό: τι σημαίνει τελικά να είσαι επαγγελματίας του Πολιτισμού στην Κύπρο.
Σύμφωνα με το κυπριακό ημερολόγιο σήμερα έχουμε 37 Αυγούστου, οι ζέστες καλά κρατούν και συνεπώς δεν χρειάζεται καν να σηκώσει κανείς μανίκια. Στο Υφυπουργείο Πολιτισμού τελείωσε ο μήνας του μέλιτος για την Κλέα Παπαέλληνα, που μετά από ένα μπαράζ εθιμοτυπικών συναντήσεων και επισκέψεων, στην Κύπρο αλλά και στην Ελλάδα, θα πρέπει να έχει ήδη συνειδητοποιήσει ότι προβλέπονται φουρτούνες και δουλειές με φούντες. Θα πρέπει να έχει απαριθμήσει προβλήματα και εκκρεμότητες και να έχει καταρτίσει λίστα προτεραιοτήτων.
Αν όχι, κακώς. Γιατί κάποια στιγμή θα πρέπει να σκύψει πάνω στα πραγματικά προβλήματα, που είναι απτά και βροντάνε την πόρτα. Την ημέρα θα πρέπει να κάνει «κουπί» στο Υφυπουργείο και τα καλοκαιρινά βράδια του Σεπτέμβρη να δηλώνει την παρουσία της σε παραστάσεις, διοργανώσεις και φεστιβάλ, καθώς οι μηχανές της πολιτιστικής δραστηριότητας παίρνουν μπροστά.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, εμφανίστηκε πριν από λίγες μέρες στη ζωή μας το πολύ ενδιαφέρον έγγραφο που παρουσιάζει τις συστάσεις πολιτικής για τη διασφάλιση δίκαιων συνθηκών εργασίας στον πολιτιστικό τομέα της Κύπρου, όπως διαμορφώθηκαν μέσα από το συνέδριο «ASK PAY TRUST», που πραγματοποιήθηκε στη Λάρνακα στις 10 Ιουνίου υπό την καθοδήγηση του Λάρνακα 2030 και διεθνών συνεργατών (Culture Action Europe, D6 Culture in Transit κ.ά.) Εκείνη τη μέρα, καλλιτέχνες, εργαζόμενοι στον πολιτισμό, ερευνητές και υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής συγκεντρώθηκαν για έναν ειλικρινή διάλογο σχετικά με το τι και πώς πρέπει να αλλάξει στον τομέα.
Τρεις περίπου μήνες μετά, δημοσιεύτηκαν καθαρογραμμένες και επεξεργασμένες οι συστάσεις που αφορούν την επαγγελματική αναγνώριση των καλλιτεχνών και την αντιμετώπιση της οικονομικής επισφάλειας, σε ευθυγράμμιση με τα ευρωπαϊκά πλαίσια πολιτικής και με υιοθέτηση καλών πρακτικών από χώρες όπως η Ιρλανδία, το Βέλγιο και η Ισπανία. Μάλιστα, έχουν ήδη υποβληθεί και στο Υφυπουργείο Πολιτισμού, με στόχο να συμβάλουν στις τρέχουσες συζητήσεις και να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη ουσιαστικών πολιτικών.
Να μου επιτρέψετε και μένα δύο συστάσεις. Η μία είναι προς το Υφυπουργείο Πολιτισμού, επειδή συχνά χάνονται ή κακοπέφτουν έγγραφα στην οδό Ιφιγενείας: καλό είναι να δουν αυτή την έκθεση σαν θείο δώρο, σαν μάννα εξ ουρανού, που θα τους γλιτώσει από πολύ κόπο και χρόνο ως προς την πλήρη χαρτογράφηση της ουσίας του πιο καίριου προβλήματος που ταλανίζει τον τομέα. Όχι ότι (θα έπρεπε να) έχει σημασία, αλλά εις εκ των ομιλητών ήταν ο «φωτεινός παντογνώστης» (δεν το λέω εγώ) του Υφυπουργείου, δηλαδή ο Γενικός Διευθυντής Γιώργος Παπαγεωργίου, ο οποίος μάλιστα τόνισε τη δέσμευση του ΥφΠΟ για «δίκαιες πρακτικές, εμπιστοσύνη και αξιοπρέπεια» (sic). Η δεύτερη σύσταση είναι προς τους εμπλεκόμενους και ειδικά προς την D6 Culture EU που ανέλαβε την παραγωγή: να υποβάλουν τις συστάσεις και στα Υπουργεία Εργασίας και Οικονομικών. Κι ας πέσουν χάμω.
Αυτή η δέσμη συστάσεων δύναται να λειτουργήσει επίσης ως «στρατηγικό εργαλείο συνηγορίας» για καλλιτέχνες, εργαζομένους στον πολιτισμό, πολιτιστικούς οργανισμούς, δίκτυα και αντιπροσωπευτικούς φορείς που επιδιώκουν την προώθηση ενός πιο συνεκτικού και τεκμηριωμένου πλαισίου πολιτικής για την πολιτιστική εργασία στην Κύπρο.
Το βασικό όμως είναι ότι τοποθετεί επιτακτικά στο τραπέζι το πραγματικό ερώτημα: μπορεί ένας άνθρωπος στην Κύπρο να ζήσει από την τέχνη του; Και τι οφείλει να κάνει γι’ αυτό η πολιτεία; Είναι μια συστηματική καταγραφή, από ανθρώπους μπαρουτοκαπνισμένους, που έχει καεί η γούνα τους, πάνω στο τι δεν λειτουργεί στην Κύπρο: από την κατοχύρωση και τις κοινωνικές ασφαλίσεις μέχρι τις αμοιβές, την αόρατη εργασία (οι παθόντες κατανοούν), την ανεργία και την έλλειψη χώρων. Κατ’ επέκταση, γίνεται ολοφάνερο ότι οι κακές συνθήκες εργασίας περιορίζουν την ίδια την καλλιτεχνική ελευθερία, αλλά και την ποιότητα του έργου.
Αυτό που πρέπει να γίνει σαφές στους κυβερνώντες είναι ότι δεν μιλάμε εδώ για κάποιο συντεχνιακό καπρίτσιο των επηρεαζόμενων, αλλά για ένα ζήτημα πολιτιστικών δικαιωμάτων. Το πρόβλημα είναι βαθύ και θεσμικό κι έχει να κάνει με το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει κατορθώσει να διαμορφώσει ένα επαρκές σύστημα που να αντιμετωπίζει την καλλιτεχνική δημιουργία ως εργασία.
Ο εργαζόμενος στον πολιτισμό μπορεί να είναι μισθωτός σ’ ένα έργο, αυτοεργοδοτούμενος σε κάποιο άλλο, παράλληλα να δουλεύει αμισθί στην έρευνα και ανάπτυξη, μετά να μένει άνεργος μεταξύ δύο έργων και παράλληλα -αναγκαστικά- να εργάζεται εκτός πολιτισμού για να μπορεί να επιβιώσει και να συνεχίσει την καλλιτεχνική του δραστηριότητα. Εντούτοις, όπως επισημαίνει η έκθεση, τα σημερινά συστήματα είναι σχεδιασμένα μάλλον για μια γραμμική, σταθερή εργασιακή ζωή.
Την ίδια στιγμή υποδεικνύει ως ανεπαρκή τον στενό ορισμό του «καλλιτέχνη» και προτείνει να καλυφθεί ολόκληρη η αλυσίδα της πολιτιστικής παραγωγής: καλλιτέχνες, επιμελητές, παραγωγοί, τεχνικοί, πολιτιστικοί διαχειριστές, διοικητικό προσωπικό, διαμεσολαβητές, εκπαιδευτές, ερευνητές κ.ο.κ. Πριν από το Μητρώο Καλλιτεχνών που προκρίνει η Πολιτεία, πριν ξανανοίξει ουσιαστικά ο φάκελος του περίφημου Καθεστώτος του Καλλιτέχνη, είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε ποιον ακριβώς θεωρούμε πολιτιστικό εργαζόμενο.
Το επίσημο κυβερνητικό αφήγημα διαβεβαιώνει ότι το σχετικό νομοσχέδιο βρίσκεται σε «ώριμο στάδιο»- το ανέφερε και η απερχόμενη Υφυπουργός κατά την παράδοση της σκυτάλης στις 6 Αυγούστου. Στον επίσημο απολογισμό πριν κάποιους μήνες, όμως, είχε διαπιστωθεί η ανάγκη συνέχισης της διαβούλευσης, επαναπροσδιορισμού της στόχευσης και αναθεώρησης του νομοσχεδίου.
Η δέσμη συστάσεων για την οποία μιλάμε, αναγνωρίζει κάποια θετικά στοιχεία στο νομοσχέδιο πάνω στα οποία μπορούμε να χτίσουμε, αλλά προειδοποιεί ότι η προβλεπόμενη κρατική συνεισφορά του 30% στις κοινωνικές ασφαλίσεις δεν αποτελεί από μόνη της απάντηση στην επισφάλεια.
Ο δημιουργός δεν δουλεύει για την ψυχή της μάνας του. Ένα καλλιτεχνικό έργο δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχημένο όταν προϋποθέτει απλήρωτη εργασία ή άνιση αμοιβή. Η Πολιτεία έπρεπε εδώ και καιρό να τρέξει δεσμεύσεις που να συνοδεύονται από πρακτικά εργαλεία και να διασφαλίσει, μέσα από διυπουργικές επιτροπές και κοινωνικές συμμαχίες, δίκαιες συνθήκες εργασίας στον τομέα. Απαιτείται, ταυτόχρονα, ένα πλαίσιο με διαφανέστερες διαδικασίες και προϋπολογισμούς και πιο δομημένη συμμετοχή των αντιπροσωπευτικών φορέων στη λήψη αποφάσεων.
Ας μείνουν ψηλά τα μανίκια, λοιπόν, για να διαψευστούν κάποια στιγμή όσοι διατείνονται πως οι μόνοι εργαζόμενοι στον πολιτισμό που δεν είναι επαγγελματικά ανασφαλείς είναι… οι υπάλληλοι του Υφυπουργείου.
Ελεύθερα, 6.9.2026