Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΔιαβάζοντας την τελευταία ποιητική συλλογή του δρος Αντρέα Πίττα με τίτλο «Μικρά ποιήματα» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη (Απρίλιος 2026), βρέθηκα σ’ ένα μεσογειακό οικείο μας χώρο, όπου από την αρχαιότητα ο ήλιος δεν αποτελεί απλώς στοιχείο του φυσικού τοπίου αλλά συνδέεται με τη φωτεινότητα της συνείδησης και την καθαρότητα της σκέψης. Ένα τοπίο εκτυφλωτικής διανοητικής διαύγειας, όπως ακριβώς συμβαίνει στην ποίηση του Paul Valéry και του Γιώργου Σεφέρη, που μας φέρνει αντιμέτωπους με την ίδια μας την ύπαρξη.
Αφετηρία, στίχοι από τη Σαπφώ, την πρώτη ποιήτρια, που ύμνησε την ομορφιά και τον έρωτα. «Φτερουγίσματα γιορτής» και πουλιών ο λόγος της αλλά και αυτός του ποιητή που με μια γλώσσα λιτή και συνάμα πυκνή, μέσω της ακούσιας μνήμης και του στοχασμού, ξαναζωντανεύει το παρελθόν. Τα εικοσιπέντε ποιήματα και τα πέντε χαϊκού ακολουθούν μια πορεία αναζήτησης του χαμένου χρόνου ο οποίος μετασχηματίζεται και μέσω της γραφής ανακτάται ως υπέρβαση και νίκη κατά της φθοράς.
Έκανα την πρώτη ανάγνωση των «Μικρών ποιημάτων» στη θάλασσα της Λεμεσού, ενώ τα ξαναδιάβασα κάποιες μέρες αργότερα, στη θάλασσα του Ακάμα, το μόνο σημείο που μου δίνει την πλήρη συνείδηση του γεγονότος πως ζω σε νησί. Κάτι που δεν συμβαίνει στην υπόλοιπη ελεύθερη Κύπρο, λόγω του κακού δομημένου περιβάλλοντος αλλά και της έλλειψης στεριάς στο βάθος του ορίζοντα.
Η χρονική απόσταση μεταξύ των δύο αναγνώσεων επέτρεψε στην πρώτη συγκίνηση, σε όλες εκείνες τις αισθήσεις που με είχαν πλημμυρίσει, αλλά και στα υπαρξιακά ερωτήματα που τέθηκαν μέσα μου να καταλαγιάσουν, παίρνοντας πλέον τις σωστές τους διαστάσεις.
Ο ποιητής γέννημα θρέμμα της Λεμεσού, δέθηκε αναπόδραστα με τη θάλασσα. Σαν ένας άλλος «Στράτης ο Θαλασσινός», άκουγε από παιδί το κάλεσμα των μακρινών οριζόντων. Τα ποτάμια της Βιέννης όπου σπούδασε ιατρική είναι απόντα από την ποίησή του, μόνο ο κρύος άνεμος του Λονδίνου ή άλλων βόρειων σκοτεινών πόλεων περνά κάποιες φορές μέσα από τις χαραμάδες, με μια «παρατεταμένη μελαγχολία», αυτήν που ο Αριστοτέλης είχε συνδέσει με την ιδιοφυία και την καλλιτεχνική δημιουργία.
«Λειψά φεγγάρια», μελαγχολία αλλά και οδύνη, από το «στερνό βλέμμα της Πενθεσίλειας». Απώλειες, χαμένα φεγγάρια και έρωτες και μια χαρμολύπη κρυμμένη βαθειά μέσα στο συλλογικό μας ασυνείδητο κάθε Αύγουστο με τη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ένα βλέμμα μπορεί να είναι φως μα κι «ένας θάνατος μικρός που περιμένει».
Οι κατ’ εξοχήν θερινοί μήνες Ιούλιος και Αύγουστος έχουν ταυτιστεί με το πραξικόπημα και την εισβολή του 1974. Έτσι κι αλλιώς, πέραν του συλλογικού τραύματος αυτοί οι δυο μήνες «πάλλονται» μέσα στα «Μικρά ποιήματα» και μαζί εμείς οι άνθρωποι, με ένα ρυθμό που σχεδόν μας «τρελαίνει». Δεν μπορώ να φανταστώ ακριβέστερη διατύπωση από αυτήν του «ηλεκτρισμού ακόμα και στα φύλλα του μικρότερου δέντρου» που νιώθουμε όλοι κατά τη μακρά διάρκεια των δικών μας μεσογειακών καλοκαιριών.
Στα «Μικρά ποιήματα» είναι διάχυτη η μυρωδιά του «γιασεμιού», το άρωμα του οποίου μας αναστατώνει τα δειλινά και τα υγρά μεσογειακά βράδια. Τα άνθη του μοιάζουν να έχουν βγει από την τροχιά του χρόνου, έχουν γίνει σύμβολο της παιδικότητάς μας, τότε που ο χρόνος ήταν κυκλικός και τα καλοκαίρια αργόσυρτα, με γεύση αλμύρας. Τότε που αργούσαν να έρθουν τα επόμενα Χριστούγεννα και που ο άνθρωπος διοχέτευε τη λαχτάρα και την επιθυμία του μέσα στην προσμονή, τότε που βρίσκαμε «καιρό να περιμένουμε».
Όσο περνούν τα χρόνια βρισκόμαστε κι εμείς αντιμέτωποι με τον στοχασμό του ποιητή «Φτάνει δεν φτάνει ο χρόνος», μια ερώτηση που τίθεται χωρίς ερωτηματικό. Η απάντηση θα ήταν κατ’ εμένα πως φτάνει και περισσεύει ο χρόνος για να αναπολούμε, να ονειροπολούμε και να επαναφέρουμε στη μνήμη μικρές ή μεγάλες στιγμές που ζήσαμε.
Μεγάλο το προνόμιο του ποιητή του οποίου η μνήμη και οι αισθήσεις δουλεύουν στο έπακρο και που κατέχει τη μαγική ιδιότητα να περικλείει ολόκληρη ζωή σε μια μόνο στιγμή. Ακόμη και η λύπη και ο πόνος του παρελθόντος, «το αίμα που έτρεξε» σαν το «μελάνι χταποδιού» μετουσιώνονται σε λόγο. Μέσω της γραφής βρίσκει τον στόχο του «ο Τοξότης».
Τόσο τα ποιήματα όσο και τα χαϊκού μοσχοβολούν «θυμάρι, λεβάντες, γιασεμί και γαρύφαλλα». Μυρίζει το «νοτισμένο από τη βροχή χώμα μετά από μια νεροποντή, οι λεμονανθοί» ή «ένα πλατάνι σε μπόρα καλοκαιρινή που ύστερα ευωδιάζει στον ήλιο». Ακόμη και ο αέρας που σκορπίζει τα αρώματα και αναστατώνει τη μνήμη, έχει μια αφή και ένα βάρος στην ποίηση του Αντρέα Πίττα, πότε σαν χάδι μητρικό, πότε ερωτικό. Τόσο που δεν ξεχωρίζεις στο τέλος αν «τελικά ήταν ο Μπάτης»;
Ποίηση διάχυτη από το σεφερικό «αγγελικό και μαύρο φως» μέσα στο οποίο πορεύεται ο ποιητής, «μοιρασμένος στα δυο», όπως γράφει. Πότε πρόκειται για τον αμείλικτο ήλιο του μεσογειακού καλοκαιριού ή της Μεσοποταμίας, «ένας ήλιος που καίει» πάνω από τ’ αγάλματα και τις αρχαίες πέτρες, καθιστώντας άχρωμο, σχεδόν λευκό τον ουρανό. Άλλοτε μια αχτίδα αρκεί. Το φως πάντοτε γαλήνιο και κατευναστικό την ώρα του ηλιοβασιλέματος.
Τα «Μικρά ποιήματα» μέσα από το παιχνίδι του φωτός και της σκιάς οδηγούν στην ωριμότητα και την ενάργεια της σκέψης και της συνείδησης.
dena.toumazi@gmail.com