Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Αντλώ το υλικό μου από ασυνάρτητες πηγές. Δεν είμαι από εκείνους σκανάρουν άπειρα ΜME και sites για να πιάσω λαυράκι. Στα πρώιμα μου δημοσιογραφικά χρόνια, ο καλός μου Αρχισυντάκτης Σταύρος Απέργης, με διέτασσε «βγες έξω, και φέρε μου θέμα».

Δεν ήταν και δύσκολο. Αν δεν υπήρχε κάτι αξιόλογο, το «κατασκευάζαμε»! Βρίσκαμε, φερ ειπείν, έναν κακομοίρη ικέτη κοντά στη Πλατεία Ομονοίας, «βοηθήστε μας έχω οκτώ παιδιά, πως θα τα ταϊσω;».

Την περασμένη εβδομάδα μας είπε για δέκα παιδιά, ο αθεόφοβος. «Σιγά! Πρόσθεσα δύο για να φάμε η κυρία μου και εγώ».

Βαγγέλη τον λέγανε. Τον προικίσαμε γενναία, και δέχτηκε να τον κάνουμε «θέμα».

Μεγαλώσαμε λιγάκι. Οι μαγκιές τελειώσανε. Υπάρχουν άπειρες πηγές στο Διαδίκτυο, στα Social Media, στα Έκτακτα των Ειδήσεων.

Πάντως, η πιο βασική μου πηγή είναι κάποιος παρατηρητικός τύπος που γνωρίζω καλά. Τον βλέπω κάθε πρωί στον καθρέφτη όταν ξυρίζομαι.

Με το που ανοίγω το παράθυρό μου να μπει η καινούργια μέρα, βλέπω στα γύρω κτίρια μια συστοιχία από περιστέρια που έχουν ξεφτιλίσει τους ιδιοκτήτες των γύρω πολυκατοικιών, οι οποίοι έχουν «φυτέψει» σιδερένια καρφιά γύρω-γύρω, για να μην κάνουν τα κακά τους τα πουλιά.

Έχουν βρει άλλες άκρες και βολεύονται μια χαρούλα. Κατ’ αρχάς, πετάνε! Και πάνε όπου θέλουν. Είναι άπειρες οι ταράτσες και τα περβάζια. Όλος ο κόσμος είναι δικός τους.

«Αφήνουν ακαθαρσίες», μου λέει ένας γείτονας μίζερος.

«Εσείς, δεν αφήνετε;», τον προκαλώ.

«Εγώ δεν κάνω τα κακά μου επάνω στις ταράτσες, κύριε», είπε θυμωμένα, κι ομολογώ ότι με «τάπωσε»!

Από το ραδιόφωνο μέσα, άκουσα την χαρακτηριστική, μάγκικη φωνή του μεγάλου τραγουδιστή και μπουζουξή, Γιώργου Ζαμπέτα, να δίνει την πιο ωραία απάντηση σε εκείνους που ενοχλούνται από τα πουλιά:

«Και χίλια περιστέρια να σου φιλούν τα χέρια κι εγώ να σ’ αγαπώ».

Όταν σκοτεινιάζει, δεν ξέρω που πάνε. Δεν τα βλέπεις κιόλας. Πού φωλιάζουν άραγε για να κοιμηθούν;

Εμείς, όσοι ζούμε σε διαμερίσματα στον παραλιακό δρόμο της Λεμεσού, ν’ ακούσουμε τον ήσυχο παφλασμό της θάλασσας, … δεν σφάξανε.

Από κάποια ώρα και μετά τα μεσάνυχτα καταπλέον οι άγριοι νάρκισσοι της ταχύτητας, με τα … βροντώδη αυτοκίνητα και τις «πειραγμένες» μοτοσικλέτες τους.

Κοιτώ στις γύρω πολυκατοικίες, τα περιστέρια έχουν πετάξει γι’ αλλού. Αν μπορούσα, θα πέταγα κι εγώ!

Έχω κουραστεί να τηλεφωνώ στην Αστυνομία να μαζέψει όλους αυτούς, που δεν τους φτάνει να τους βλέπουμε κιόλας. Θέλουν και να τους ακούμε!

Στο τέλος όμως, υποχωρώ στα ενδότερα, σφραγίζομαι μέσα στην ησυχία μου, και «κρατώ» μέσα μου με συμπάθεια, όλα αυτά τα παιδιά (γιατί παιδιά είναι), από χώρες της Ασίας οι περισσότεροι, που ακόμα και περασμένα μεσάνυχτα τρέχουν με τις μοτοσικλέτες τους για να παραδώσουν φαγητά, ακόμα και καφέδες, σε μας. Τους εκκρεμείς, όπως έλεγε κι ο Σαββόπουλος, στο τραγούδι του «Εμείς, του Εξήντα οι Εκδρομείς».

Τώρα. Ας πούμε και κάτι για την επερχόμενη εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Δεν περιμένω κάτι διαφορετικό από όλες τις προηγούμενες εκλογές , όπου πολλά λέχθηκαν και σχεδόν όλα μαζεύτηκαν στο άψε-σβήσε.

Όπως λέει και ο σοφός μας απρεπής: «Άλλη μας εδείξαν…». Κι αυτό δεν έχει αλλάξει.

Στην Αθήνα, πανηγύριζε πολύς κόσμος με την συνέντευξη που έδωσε στην ΕΡΤ, ο τότε Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης. Ο λόγος του ήταν μεστός, μετρημένος και πειστικός.

Μίλησε και για όσα είπε με τον φίλο του τον Ακιντζί. Για λύση, επιτέλους, του Κυπριακού.

Rewind. Η τότε μεγάλη κωλοτούμπα είναι γνωστή. Το πρόβλημά μας πήρε πάλι αναβολή, είναι ακόμα εδώ. Κι ας γεμίσαμε ουρανοξύστες ψηλούς και λιμουζίνες για μόστρα.

Όποιος έρχεται στη Κύπρο, εκπλήττεται με την χλιδή της πολυτέλειας. Και απορεί «Πόθεν Έσχες, Μωρέ!»