Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Συναντηθήκαμε την Κυριακή που πέρασε (πρώτη μέρα του Νοέμβρη) στο απόκοσμο σύμπαν της περίκλειστης πόλης, έξω  απ’ τα ερείπια του «Εντελβάις» (Edelweiss) – του καφέ-ζαχαροπλαστείου στην κεντρική οδό Δημοκρατίας που σφράγισε τους πρώτους έρωτες, αλλά και τις φιλίες χιλιάδων έφηβων και νέων της Αμμοχώστου. Κοντοσταθήκαμε και μιλήσαμε, λες και γνωριζόμαστε χρόνια. Νόνη Αντωνιάδου, Γεωργία Περικλέους, Ειρήνη Βασιλείου. Όλες από την ενορία Σταυρού, όλες κάτοικοι Λεμεσού, μετά την τουρκική εισβολή και την προσφυγιά. Όχι, δεν τις γνώριζα από πριν, αλλά αυτό δεν είχε καμιά σημασία εκείνα τα λίγα λεπτά που κουβεντιάσαμε σ’ αυτόν τον χώρο και σ’ αυτόν τον χρόνο, που σταμάτησε εδώ και μισό αιώνα.

Δεν ξέρω αν ο χώρος και ο χρόνος σταμάτησε και περίμενε εμάς, πάντως, το σίγουρο είναι ότι λίγο πιο κάτω, είχαν σταματήσει και με περίμεναν οι παιδικοί μου φίλοι της Κάτω Δερύνειας που ήρθαμε μαζί σε αυτό το συναπάντημα με τους 10χρονους, τους 13χρονους και τους 16χρονους… εαυτούς μας. Κι έτσι, καθώς οι τρεις κυρίες με αποχαιρετούσαν προλαβαίνοντας να μου πουν για τις εξόδους που έκαναν «τότε» στα νυχτερινά στέκια της  Αμμοχώστου, σκέφτηκα την ιστορία του Χαρούκι Μουρακάμι που είχα αρχίσει να διαβάζω μια ώρα προηγουμένως, στο λεωφορείο που με έφερνε από τη Λευκωσία, στο οδόφραγμα Δερύνειας.

Μέσα στο σακίδιο μου, ήταν το μαγικό βιβλίο του Ιάπωνα συγγραφέα «Η πόλη και τα αβέβαια τείχη της». Όταν ξανανέβηκα στο λεωφορείο για την επιστροφή, το ξανάνοιξα στη σελίδα που το είχα κλείσει και διάβασα: «Εκείνη την εποχή, ούτε εσύ ούτε εγώ είχαμε ονόματα. Το μόνο που υπήρχε, ήταν τα ακτινοβόλα συναισθήματα ενός δεκαεπτάχρονου και μιας δεκαεξάχρονης. Καθόμασταν εκεί ο ένας κοντά στον άλλο, στην όχθη ενός κόσμου χωρίς όνομα. Καθόμασταν με τους ώμους μας να ακουμπούν κι ατενίζαμε αυτή την πόλη. Μου είπες: “Ο αληθινός εαυτός μου ζει εκεί σε αυτή την πόλη. Ο εαυτός μου εδώ και τώρα, δεν είναι ο αληθινός εαυτός μου, είναι σαν μια περιπλανώμενη σκιά. Η πόλη περιβάλλεται από ψηλά τείχη κι έτσι είναι δύσκολο να μπεις μέσα – κι ακόμη πιο δύσκολο να βγεις έξω”. Πόσο λαχταρούσα να πάω στην πόλη να συναντήσω τον αληθινό σου εαυτό!».

Έκλεισα το βιβλίο του Μουρακάμι και κοίταξα έξω απ’ το τζάμι του λεωφορείου, καθώς περνούσε ανάμεσα στα μισογκρεμισμένα σπίτια μας στην κατεχόμενη Κάτω Δερύνεια, στον δρόμο για την ελεύθερη Αμμόχωστο. Ύστερα, κοίταξα στο  κινητό τη φωτογραφία όπου χαμογελούμε μπροστά στο ρημαγμένο «Εντελβάις» –εκεί όπουη ελπίδα μας φούντωσε ξαφνικά, ψάχνοντας τον αληθινό μας εαυτό, πίσω από τα ψηλά τείχη όπου έμεινε κλεισμένη η παιδική ζωή μας!