Πριν από μερικές μέρες βλέπαμε απελπισμένους γονείς να αναζητούν απεγνωσμένα τα παιδιά τους στα χαλάσματα κτιρίων, κάπου στην Τουρκία και τη Συρία, δεν έχει σημασία ο τόπος αλλά το γεγονός αυτό καθ’ αυτό. Ο ανθρώπινος πόνος δεν γνωρίζει σύνορα, ή για να ακριβολογούμε, δεν πρέπει να γνωρίζει σύνορα.
Ξημερώματα της πρώτης μέρας του Μάρτη το πλάνο στράφηκε προς πιο κοντινά μέρη, στα φημισμένα Τέμπη, εκεί όπου το νήμα της ζωής κόπηκε ακαριαία για πολλούς ανθρώπους, οι περισσότεροι νέα παιδιά και έντυσε στα μαύρα δεκάδες οικογένειες. Είδαμε ξανά απελπισμένους γονείς να ψάχνουν για ίχνη ζωής στις παραμορφωμένες λαμαρίνες των αμαξοστοιχιών, που έγιναν φέρετρα. Παρακολουθήσαμε πολλούς άλλους με μια φωτογραφία στο χέρι, να εκλιπαρούν για μια πληροφορία. Και άλλους να ζητούν από τον Θεό, αν μη τι άλλο να βρουν έστω το άψυχο σώμα του παιδιού τους για να το αποχαιρετήσουν. Μακάρι κανένας γονιός να μην ζήσει κάτι τέτοιο, η σκέψη και μόνον αρκεί για να λυγίσει την ανθρώπινη αντοχή.
Δεκάδες «πως» και «γιατί» περιμένουν μια λογική απάντηση, αλλά κανένας δεν είναι σε θέση να εξηγήσει την απουσία στοιχειώδους τεχνολογίας για τη ρύθμιση της πορείας που ακολουθούν τα τρένα. Την εποχή κατά την οποία ακόμη και ο τελευταίος διανομέας φαγητού στην πιο απομακρυσμένη γειτονιά του κόσμου έχει τη δυνατότητα να κατευθύνεται μέσω GPS στο δρομολόγιο που θέλει, είναι πολύ δύσκολο να δεχτούμε ότι εν έτει 2023 η πορεία των τρένων σε μια σύγχρονη χώρα ρυθμίζεται χωρίς τεχνολογικά μέσα, με αποτέλεσμα να συζητούμε τώρα για «το μοιραίο λάθος του σταθμάρχη».
Οι ώρες είναι δύσκολες και κάνουν τα πολλά λόγια εκτός από φτωχά να είναι άστοχα. Ακόμη και οι διαβεβαιώσεις από τα πλέον επίσημα χείλη για απόδοση δικαιοσύνης ακούγονται κακόηχα, γιατί το βάρος από τον πόνο του γονιού που χάνει το παιδί του τόσο άδικα, γέρνει μέχρι εκεί που δεν μπορεί να το ισοζυγίσει κανένας νόμος. Η αξία της ανθρώπινης ζωής δεν αποτιμάται σε χρήμα και καμιά χρηματική αποζημίωση δεν μπορεί να καλύψει το κενό μιας απώλειας αυτού του μεγέθους.
Στην απέραντη έρημο της ατέλειωτης θλίψης, λίγες σταγόνες παρηγοριάς κρύβει μια είδηση που μας υπενθυμίζει την ελπίδα που δημιουργεί το μεγαλείο του αλτρουϊσμού και τα μικρά θαύματα της επιστήμης: Την Τετάρτη, λίγες ώρες μετά την τραγωδία που βύθισε την Ελλάδα στο πένθος, επιστήμονες από την Κύπρο και το Ισραήλ διενεργούσαν την πρώτη χιαστή μεταμόσχευση νεφρών, με μόσχευμα που παραλήφθηκε από τη γειτονική χώρα, ενώ την ίδια ώρα μόσχευμα από την Κύπρο μεταφερόταν στο Ισραήλ. Η εν λόγω μέθοδος θα βοηθήσει συνανθρώπους μας που χρήζουν μεταμόσχευσης νεφρού και έχουν κάποιο ζώντα δότη που θέλει να δωρίσει το νεφρό του, αλλά δεν είναι συμβατός. Η χιαστί μεταμόσχευση ανοίγει νέους δρόμους για όλους τους ασθενείς, οι οποίοι είναι στη λίστα αναμονής ή έχουν ζώντα δότη με τον οποίο δεν είναι συμβατοί διότι ακόμη και ζευγάρια ασύμβατα μεταξύ τους θα μπορούν, μπαίνοντας σε μία μεγάλη δεξαμενή με άλλα ασύμβατα ζευγάρια, να βρουν ένα κατάλληλο άλλο ζευγάρι δοτών με το οποίο θα είναι συμβατοί.
Η διαδικασία της χιαστί μεταμόσχευσης εφαρμόζεται με επιτυχία στην Ευρώπη και σε άλλες χώρες τα τελευταία 10 χρόνια. Πλέον η Κύπρος μπαίνει στο χάρτη των χωρών που μπορούν να την προσφέρουν. Τα ζευγάρια που υπό άλλες συνθήκες δεν μπορούσαν να μεταμοσχευτούν αποκτούν ελπίδα.
Ελπίδα, αυτό το μοναδικό αντίδοτο στην απόγνωση, που μπορεί να δώσει αξία και νόημα την ώρα που ο ανθρώπινος σπαραγμός οδηγεί στην απελπισία, όταν τα πάντα παύουν να έχουν σημασία. Ελπίδα είναι το τηλεφώνημα που δέχεται ο κατάκοιτος ασθενής και η οικογένειά του για το μόσχευμα που βρέθηκε, σε κάποια γωνιά της γης, συνήθως μετά από την κατάληξη ενός άλλου ανθρώπου. Ελπίδα είναι αυτό το μικρό θαύμα που κάνει τον θάνατο του ενός να γίνεται η ζωή κάποιου άλλου, εντελώς αγνώστου, πέρα από σύνορα, ανεξάρτητα από εθνικότητα, από χρώμα ή φύλο. Εκεί, λοιπόν, στα κλάσματα του δευτερολέπτου βρίσκονται τα όρια ανάμεσα στα πιο αντιφατικά συναισθήματα: Είναι ο πόνος του ενός και η χαρά του άλλου. Είναι όμως και η ελπίδα, η οποία πάντοτε πεθαίνει τελευταία, σε ερείπια, σε συντρίμμια, οπουδήποτε υπάρχουν άνθρωποι που την αναζητούν, με νύχια και με δόντια, για να κρατηθούν. Κυριολεκτικά.