Ένταλμα παράδοσης της κατοχής ακινήτου δεν ακυρώνεται όταν δεν υπάρχει συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου

Η ανάκτηση της κατοχής ακινήτου αποτελεί το ζητούμενο κάθε ιδιοκτήτη όταν ο ενοικιαστής δεν πληρώνει το νομίμως οφειλόμενο ενοίκιο ή το ενδιάμεσο όφελος που διατάχθηκε να πληρώνει ενόσω ισχύει η περίοδος της αναστολής διατάγματος έξωσης. Η ενεργοποίηση της διαδικασίας έξωσης αποτελεί το πρώτο μέτρο για την έκδοση του διατάγματος ανάκτησης της κατοχής και το δεύτερο είναι η εκτέλεση του διατάγματος, ώστε να εκδοθεί ένταλμα ανάκτησης που να διατάσσει κάθε πρόσωπο που βρίσκεται στην κατοχή να παραδώσει το ακίνητο στον ιδιοκτήτη.

Ο ιδιοκτήτης που πέτυχε την έκδοση διατάγματος ανάκτησης της κατοχής, οφείλει να επιδώσει το διάταγμα εντός του χρόνου που καθορίζεται σε αυτό και εάν δεν υπάρξει συμμόρφωση, δικαιούται να ζητήσει μονομερώς με αίτηση την έκδοση εντάλματος προς εκτέλεση του διατάγματος. Από τη στιγμή που το διάταγμα επιδόθηκε εμπρόθεσμα και το περιεχόμενο του είναι σαφές και ο χρόνος προς συμμόρφωση παρήλθε χωρίς να υπάρξει συμμόρφωση, θεωρείται ότι δόθηκε η δυνατότητα στον ενοικιαστή ή σε άλλο επηρεαζόμενο πρόσωπο να αποταθεί προς θεραπεία. Το Δικαστήριο τότε θα εκδώσει το ένταλμα και εναπόκειται στον Πρωτοκολλητή ή τον εντεταλμένο δικαστικό επιδότη να το εκτελέσει, ώστε ο ιδιοκτήτης να αναλάβει την κατοχή του ακινήτου.

Η Διαταγή 43Α των Θεσμών προνοεί όπου εκδόθηκε απόφαση ή διάταγμα για ανάκτηση ή παράδοση της κατοχής οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας, το διάταγμα μπορεί να εφαρμοστεί με ένταλμα κατοχής το οποίο εκδίδεται κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Υποβάλλεται μονομερής αίτηση από τον ιδιοκτήτη που υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση. Το Δικαστήριο για να δώσει την άδεια θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι όλα τα πρόσωπα που έχουν πραγματική κατοχή της περιουσίας έλαβαν ικανοποιητική ειδοποίηση της διαδικασίας που τους παρέχει τη δυνατότητα να αποταθούν στο Δικαστήριο για θεραπεία.

Το ενδεχόμενο ύπαρξης δυσμενών γεγονότων που να μην επέτρεψαν στον ενοικιαστή να συμμορφωθεί με το διάταγμα στο χρόνο που καθορίστηκε, δεν του παρέχουν δικαίωμα για θεραπεία. Τα γεγονότα αυτά δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι ικανοποιούν τις προϋποθέσεις που θέτει ο Κανονισμός, ώστε το Δικαστήριο να διατάξει τον παραμερισμό του εκδοθέντος εντάλματος ανάκτησης της κατοχής.

Στην απόφαση που εξέδωσε ο Δικαστής κ. Γ. Χρ. Παγιάσης, ημερ.16.2.2023, στην αίτηση Ε25/2021 Δικ. Ελέγχου Ενοικιάσεων, εξέτασε το θέμα με αναφορά στη Δ.43Α και τόνισε ότι η έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής συνιστά θεραπεία του κοινού δικαίου. Δεν πρόκειται για προσωποπαγή θεραπεία εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση, αλλά πραγματοπαγή με την οποία δίδεται η εξουσία στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες για να αποδώσει την ελεύθερη κατοχή του υποστατικού στον αιτητή. Ακόμα και στις περιπτώσεις όπου ο Πρωτοκολλητής εκτελεί το ένταλμα εναντίον συγκεκριμένου προσώπου, έχει τη δυνατότητα να προβεί σε έξωση όλων των προσώπων που ελκύουν δικαιώματα από το πρόσωπο αυτό.

Πρόσθεσε ότι βασικός σκοπός αυτής της διαδικασίας είναι να επιστραφεί η κατοχή στον ιδιοκτήτη και να δοθούν σχετικές προειδοποιήσεις σε τυχόν τρίτους που επηρεάζονται από την έκδοση του διατάγματος, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την αναθεώρηση του εκδοθέντος διατάγματος με βάση τη Δ.48 θ.8(4). Η αναφορά στη Διαταγή σε «θεραπεία ή άλλως» δεν ισοδυναμεί με απόδοση οποιονδήποτε νέων δικαιωμάτων είτε στον ενοικιαστή είτε σε άλλο κάτοχο του υποστατικού. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο τόνισε, για να παραμεριστεί ένα ένταλμα ανάκτησης κατοχής, θα πρέπει ο αιτών τον παραμερισμό να αποδείξει ότι η εκτέλεση του διατάγματος θα είναι είτε άσκοπη, είτε ότι αυτό, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, αδικαιολόγητα είχε εξαρχής εκδοθεί.

Το Δικαστήριο, παραπέμποντας σε αγγλικό σύγγραμμα, σημείωσε τα αναφερόμενα, ότι η δυνατότητα για τον παραμερισμό εντάλματος ανάκτησης κατοχής είναι περιορισμένη και αφορά τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) όταν ακυρωθεί το διάταγμα επί του οποίου βασίστηκε η έκδοση του εντάλματος, ή (β) όταν το ένταλμα έχει εξασφαλιστεί με απάτη, ή (γ) όταν υφίσταται κατάχρηση διαδικασίας ή καταπίεση κατά την εκτέλεση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έκρινε ότι δεν πληρούνταν οι δικονομικές προϋποθέσεις και δεν συμφώνησε με τον ενοικιαστή ότι η εξασφάλιση του επίδικου εντάλματος οδηγεί στη διαπίστωση ότι υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας ή καταπίεση του. Κατέληξε, ότι η εκτέλεση μιας καλώς εκδοθείσας δικαστικής απόφασης δεν ισοδυναμεί με καταπίεση εις βάρος εκείνου που οφείλει να συμμορφωθεί προς αυτήν. Τουναντίον, είναι η εκτέλεση που ολοκληρώνει στην πράξη τη δικαστική διαδικασία και απέρριψε την αίτηση του ενοικιαστή.

* Δικηγόρος στη Λάρνακα