Η Κύπρος δεν είναι “μικρό” κράτος, όπως μοιρολατρικά μηρυκάζουν πολλοί, αξιωματούχοι και μη. Είναι κράτος. Και ως κράτος έχει υπόσταση υποκειμένου στο διακρατικό σύστημα. Το κυπριακό κράτος είναι αυθύπαρκτο. Αυτοϋπάρχει. Είναι υποκείμενο, δεν είναι αντικείμενο. Δεν “δημιουργήθηκε” από τις συνθήκες Ζυρίχης και Λονδίνου -που το ακρωτηρίασαν- αλλά, και όπως υπογραμμίζει ο Δ. Κωνσταντακόπουλος, προέκυψε από τον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα του κυπριακού λαού κατά του αποικιοκρατικού ζυγού.
Το κυπριακό κράτος δεν νομιμοποιείται από το διεθνές σύστημα. Αντίθετα το διεθνές σύστημα είναι παράγωγο των κρατών. Είναι τα κράτη -ως κυρίαρχα και ισότιμα- που δημιουργούν το σύστημα. Το νομιμοποιούν και δεν νομιμοποιούνται από αυτό. Μέσα στο διακρατικό σύστημα δεν υπάρχουν “μικρά” και “μεγάλα” κράτη. Το βλέπουμε καθημερινά σε κάθε μορφής διεθνούς εκδήλωσης. Το είδαμε, για να είμαστε και επίκαιροι, στο παγκόσμιο κύπελλο που διεξάγεται στη Ρωσία με κράτη όπως την Ισλανδία.
Στο διακρατικό σύστημα είναι κρατοκεντρικό με δρώντες τα κυρίαρχα και ισότιμα κράτη. Μέσα όμως στο διακρατικό σύστημα υπάρχουν ισχυρά και αδύναμα κράτη. Η Κύπρος είναι αδύναμο κράτος. Όχι μικρό, αλλά αδύναμο. Δεν είναι ισχυρό κράτος. Μπορεί ωστόσο -λόγω ακριβώς της κρατικής του υπόστασης- να αυξήσει τη σχετική του δύναμη με διάφορους τρόπους που προκύπτουν από την κρατική του υπόσταση, ώστε να αποτρέπει αποτελεσματικά άλλα κράτη -όπως π.χ. την Τουρκία και την Αγγλία, που επιβουλεύονται τις ελευθερίες του.
Αντίθετα, αν οι κρατικοί εκπρόσωποι του κυπριακού κράτους, με κύριο τον Πρόεδρο και τον υπουργό Εξωτερικών, λειτουργούν με την αντίληψη πως το κράτος τους είναι “μικρό” αποδέχονται πως τα “μεγάλα” κράτη, π.χ. η “Μεγάλη” (Buyuk) Τουρκία και η Μεγάλη Βρετανία μπορούν να συμπεριφέρονται απέναντί του αυθαίρετα δηλ. ετσιθελικά. Και ως συνέπεια πως δικαιούνται, ως “μπουγιούκ” κράτη, να του επιβάλλονται και να το καταναγκάζουν ώστε τελικά να το μετατρέψουν σε σατραπεία τους, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτός είναι ο στόχος τους. Είναι ο δεδηλωμένος στόχος στην περίπτωση της Τουρκίας. Και ο ανομολόγητος στην περίπτωση της Αγγλίας.
Ο πρώτος λοιπόν αγώνας που πρέπει να κερδηθεί κατά των νεοαποικιοκρατών και των νεοϊμπεριαλιστών -ο ιμπεριαλισμός δεν έχει πάψει να υπάρχει, αλλάζει όμως διαρκώς πρόσωπα- και των νεροκουβαλητών τους, είναι μέσα στα μυαλά των εκπροσώπων του κυπριακού κράτους. Αρχίζοντας από τον διπλωματικό ακόλουθο μέχρι τον ΥΠΕΞ και τον Πρόεδρο. Εάν συνεχώς μηρυκάζουν «τι να κάνουμε αφού η Κύπρος είναι “μικρή”, είμαστε ένα “μικρό” κράτος», θα πρέπει να ασχοληθούν με άλλα πράγματα, να γίνουν π.χ. έμποροι, να γίνουν ανευθυνοϋπεύθυνοι τραπεζίτες, ή κάθε λογής πραματευτές. Η εκπροσώπηση του κράτους δεν είναι γι’ αυτούς. Να την αφήσουν σε αυτούς που δεν λειτουργούν με σύνδρομα κατωτερότητας, υποτέλειας, νεοταξικών και μετα, μετα- μοντέρνων ιδεοληψιών.
Το ζήτημα της αυτο-απελευθέρωσης είναι διαχρονικό και αποτελεί θεμελιακή προϋπόθεση για τον καθένα μας. Ο μεγάλος μαχητής της ελευθερίας, ο Νοτιοαφρικανός Στηβ Μπίκο, που βασανίστηκε και δολοφονήθηκε από το ρατσιστικό καθεστώς της Νοτίου Αφρικής τη δεκαετία του 1970, υπογράμμισε πως το μεγαλύτερο όπλο των καταπιεστών βρίσκεται μέσα στα μυαλά των καταπιεζόμενων. Από εκεί αρχίζει η απελευθέρωση. Οι ισχυροί επιδιώκουν, εξ ορισμού, να επιβάλλονται και να κυριαρχούν. Θέλουν να μας εξουσιάζουν. Μας θέλουν υποτακτικούς τους. Επιβουλεύονται τις ελευθερίες μας. Αυτές όμως είναι αναφαίρετες. Δεν τους ανήκουν για να μας τις χαρίζονται. Δεν τις “δικαιούμεθα” για να τις διεκδικούμε από κάποιον (από ποιον, δηλαδή;). Η ελευθερία είναι εγγενής στη φύση και στον άνθρωπο: “Ελευθέρους αφήκε πάντας ο Θεός, ουδένα δούλον η φύσις πεποίηκε”, λέει ο Αλκιδάμας. (Μετάφραση: Ελεύθερους τους άφησε όλους ο Θεός, η φύση κανένα δεν έκανε δούλο.)
Ως αδύναμο αλλά αυθύπαρκτο κράτος, η Κύπρος μπορεί να διαφυλάξει την κυριαρχία και ελευθερία της, δηλαδή τη δυνατότητα της επιλογής -αυτό σημαίνει ελευθερία, να έχεις επιλογές- λειτουργώντας μέσα σε ένα πολυδιάστατο και πολυθεσμικό διεθνές σύστημα. Να κάνει δηλαδή αυτό που ήδη κάνει, να το διευρύνει και να το κάνει καλύτερα και πιο αποτελεσματικά. Στην περίπτωση αδύναμων κρατών όπως είναι η Κύπρος, το κράτος είναι η ελευθερία του. Είναι ο θεσμός ελευθερίας των πολιτών του έναντι στις βουλιμίες της Άγκυρας.
Το διεθνές σύστημα σήμερα βρίσκεται σε μετάβαση. Πάντοτε σε συνθήκες μετάβασης υπάρχουν, ιστορικά, αταξία και συγκρούσεις μέχρι να νομιμοποιηθεί μια “νέα τάξη πραγμάτων” συναινετικά (λέξη κλειδί) αποδεκτή από τα δρώντα κράτη.
Πριν το 1945 το διακρατικό σύστημα ήταν πολυπολικό. Υπήρχαν δηλαδή τόσοι “πόλοι” όσα υπήρχαν ισχυρά κράτη που εξισορροπούσαν το ένα το άλλο, ενίοτε με συμμαχίες και συνασπισμούς και ενίοτε με πολέμους. Στην Ευρώπη του 19ου αιώνα ο πολυπολισμός εκφράζονταν μέσω της “Συμφωνίας της Ευρώπης” με εργαλείο την ισορροπία ισχύος. Το σύστημα αυτό, αν και διατήρησε την ειρήνη στην Ευρώπη για αρκετές δεκαετίες, υπήρξε επισφαλές και κατάρρευσε παταγωδώς δυο φορές στον 20ό αιώνα. Μέσα σε ένα πολυπολικό σύστημα τα αδύναμα κράτη εξασφαλίζονταν με λεπτεπίλεπτους χειρισμούς εξισορρόπησης, προσαρμογών και ευθυγράμμισης.
Μετά το 1945 και μέχρι το 1989-90-91, λειτούργησε ένα διπολικό σύστημα με μόνο τεκμηριωμένο προηγούμενο το παράδειγμα του διπολικού συστήματος μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης και από το οποίο οι δυο ισχυροί πόλοι, ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση, άντλησαν σημαντικά μαθήματα λειτουργίας του.
Στο μεσοδιάστημα, όμως, και επειδή είχαμε και την προγραφή του πολέμου ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, άρχισαν να αναπτύσσονται πολυδιάστατα και πολυθεσμικά συστήματα που λειτουργούσαν συμπληρωματικά του διακρατικού συστήματος και τα οποία τα αδύναμα κράτη άρχισαν να εκμεταλλεύονται αποτελεσματικά. Ένας τέτοιος θεσμός, όχι ο μόνος αλλά ο πιο επιτυχημένος μέχρι τώρα, είναι αυτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αντίθετα με το διπολικό σύστημα στην αρχαία Ελλάδα, που ήταν και αυτό ηγεμονικό και τα αδύναμα κράτη εξασφαλίζονταν εξισορροπώντας ανάμεσα στους δυο πόλους ή σε λέοντια συμμαχία με ένα εξ αυτών, το διπολικό σύστημα του Ψυχρού Πολέμου δεν κατέληξε, νομοτελειακά, σε πόλεμο λόγω της ύπαρξης πυρηνικών όπλων και λόγω του ορθολογιστικού τρόπου διαχείρισής του.
Στη μεταψυχροπολεμική εποχή λειτούργησε, για μια περίπου 15ετία, ένα μονοπολικό σύστημα με μοναδικό πόλο την Ουάσιγκτον. Ίσως πιο ορθά, θα έλεγα, έγινε προσπάθεια να λειτουργήσει αποτελεσματικά ένα τέτοιο σύστημα. Η Ουάσιγκτον προσπάθησε ουσιαστικά να επιβάλει μια “αυτοκρατορική” ειρήνη με αντάλλαγμα την ασφάλεια εκείνων που αποδέχονταν τους αμερικανικούς “όρους” μιας τέτοιας ειρήνης. Έγινε δηλαδή μια προσπάθεια να καταλυθεί επιλεκτικά το από το 1945 σταδιακά αναδυόμενο πολυδιάστατο σύστημα. Η αμερικανική ηγεμονία εκφράστηκε με πολέμους και συγκρούσεις στα Βαλκάνια, στην Αφρική και στη Μέση Ανατολή, με πραξικοπήματα και τύπου “επαναστάσεις των χρωμάτων”, με πολιτικές “αλλαγής καθεστώτων”, και με ιδεολογήματα όπως τις “ανθρωπιστικές” στρατιωτικές επεμβάσεις και τον νεοφιλευθερισμό.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα του αμερικανικού ηγεμονικού μονοπολισμού υπήρξε η ικανότητα της Ουάσινγκτον να διαμορφώνει το στρατηγικό περιβάλλον κατά το δοκούν, με τους υπόλοιπους δρώντες του διακρατικού συστήματος να αντιδρούν, προσπαθώντας να διασφαλιστούν έναντι μονομερών αμερικανικών πράξεων με πολιτικές αντίστασης, προσαρμογής ή ευθυγράμμισης με τον ηγεμόνα.