Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google


Από το 2021, ένα μεγάλο θέμα που είναι ανοικτό και η κυβέρνηση θέλει πάση θυσία να το κλείσει είναι ο εθνικός κατώτατος μισθός. Δυστυχώς, όμως, έχει προκύψει υποτροπή, λόγω των πιέσεων με τα «θέλω» που βάζουν οι εργοδοτικές οργανώσεις για «ψαλίδισμα» του κατώτατου μισθού και προσθήκη νέων επαγγελμάτων στις εξαιρέσεις. Δεν φθάνει που η κυβέρνηση υπάκουσε στις εργοδοτικές οργανώσεις, έκανε στη συνέχεια λάθος χειρισμούς, με αποτέλεσμα οι προσπάθειες των τελευταίων μηνών από την πλευρά της τέως υπουργού Εργασίας Ζέτας Αιμιλιανίδου για την εφαρμογή ενός αξιοπρεπούς κατώτατου μισθού να τιναχθούν στον αέρα. To ζήτημα δεν είναι τι θέλουν οι κοινωνικοί εταίροι, αλλά τι επιδιώκει η κυβέρνηση, για τους μισθούς χιλιάδων εργαζομένων, που μπορεί είναι ιδιαίτερα χαμηλοί.

Μεικτοί μισθοί που αγγίζουν τα 1.000 ευρώ για μια επιχείρηση δεν έχουν τόσο τεράστιο κόστος, για να τίθεται θέμα επιχειρηματικής επιβίωσης. Αν μια επιχείρηση δεν μπορεί να αντέξει αυτούς τους πενιχρούς μισθούς, τότε θα πρέπει να σκεφτεί να κλείσει, για να μην στρεβλώνει τους όρους εργασίας στην αγορά. Το χειρότερο είναι ότι οι εργοδοτικές οργανώσεις ούτε θέλουν να ακούσουν 1.000 ευρώ και ο κατώτατος μισθός θέλουν να είναι χαμηλότερος ακόμη με αυτόν που συζητούσαν με την τέως Υπουργό Εργασίας Ζέτα Αιμιλιανίδου.

Στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων 2022 της Κύπρου, γινόταν προτροπή για μισθό ύψους 1.000 ευρώ. Τονιζόταν ότι ένας τέτοιος μισθός θα είχε σημαντικό αντίκτυπο στη μείωση του κινδύνου της φτώχειας κατά 10%, ιδίως της φτώχειας των εργαζομένων κατά 22%, ενώ θα ωφελούσε τα μέγιστα νέους και εργαζόμενες γυναίκες. Φαίνεται ότι η κυβέρνηση και οι εργοδοτικές οργανώσεις διαβάζουν επιλεκτικά τις θέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και κρατούν μόνο ό,τι τους συμφέρει. 

Οι συζητήσεις με την τέως υπουργό Εργασίας είχαν φέρει τη διαδικασία ένα βήμα πριν τις επίσημες ανακοινώσεις για τον κατώτατο. Τώρα το πλαίσιο έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά και δεν υπάρχουν πολλές επιλογές. Η κυβέρνηση ή θα πρέπει να ανακοινώσει ένα κατώτατο μισθό που θα ανταποκρίνεται στις σημερινές συνθήκες ή να αφήσει να  ασχοληθεί η νέα κυβέρνηση μετά τις εκλογές. Ένας χαμηλός κατώτατος μισθός δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός για να καταλάβεις ότι θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη φτωχοποίηση του πληθυσμού, δεν θα βοηθήσει ούτε την κοινωνία, αλλά ούτε και την οικονομία.

Αν υπήρχε μεγαλύτερη διαφάνεια από την αρχή, ίσως να μην φθάναμε σ’ αυτό το σημείο. Την περιβόητη μελέτη από το Διεθνές Γραφείο Εργασίας για τον κατώτατο μισθό, το Υπουργείο Εργασίας προτίμησε να την κρατήσει ως επτασφράγιστο μυστικό και δεν την έδωσε ποτέ στη δημοσιότητα. Είναι και αυτό μια ένδειξη, ότι για ένα τόσο μεγάλο θέμα η ενημέρωση προς τα μέσα ενημέρωσης ήταν με το σταγονόμετρο και επιλεκτική. Ποτέ δεν δόθηκαν γραπτώς προς τα έξω, έστω και με κωδικοποιημένη μορφή, οι θέσεις εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων. Η τέως υπουργός Εργασίας και οι συνεργάτες της προτίμησαν όλα να μένουν στα συρτάρια του υπουργείου, παρά να υπάρχουν διαρροές προς τα έξω και προφανώς αντιδράσεις. Άρα η πολιτική “δεν λέμε τίποτα προς τα έξω” έσωσε εν μέρει την κατάσταση, αλλά δυστυχώς, με τον χαμό της Ζέτας Αιμιλιανίδου, άρχισαν να φαίνονται οι γκρίζες ζώνες. Η κάθε πλευρά τώρα μπορεί να λέει τα δικά της και οι απόψεις της να απομακρύνονται από το αρχικό πλαίσιο και τη φιλοσοφία του κατώτατου μισθού.

Κρίμα τα δάκρυα που χύθηκαν στην κηδεία της Ζέτας, όταν συντεχνίες και εργοδοτικές οργανώσεις τόνιζαν τη συμβολή της στο διάλογο (και) για τον κατώτατο μισθό. Μόλις στέγνωσαν τα δάκρυα και ξεχάστηκαν οι βαρύγδουπες δηλώσεις, άρχισαν και οι πιέσεις στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να ξεχειλώσει το πλαίσιο του κατώτατου μισθού και να έρθουν τα πάνω – κάτω. Το πιο τραγικό, όμως, είναι ότι ο Πρόεδρος, αντί να σταθεί στην πλευρά των εργαζομένων και να κόψει τον βήχα στους εργοδότες, ταυτίστηκε μαζί τους.