Aπό όλα τα τραγούδια του ο Μάριος Τόκας είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο «Δεν κλαίω γι’ αυτά που μου ‘χεις πάρει» σε στίχους του Γιάννη Ρίτσου.
Περιλαμβάνεται στο δίσκο «Πικραμένη μου γενιά» (1981), στον οποίο ανήκει και το τραγούδι με τίτλο «ο λαός», που επίσης φέρει την υπογραφή του Ρίτσου. Το πρωτοερμήνευσε ο Λάκης Χαλκιάς και είναι πιο γνωστό με τον τίτλο «τούτος ο λαός αφέντη μου δεν ξέρει πολλά λόγια». Όσοι έχουν παρατηρητικό αυτί διαπιστώνουν ότι η μελωδία του τραγουδιού παραπέμπει σε κυπριακά παραδοσιακά ακούσματα.
Ιδιαίτερα το ρεφρέν «Να `τος, περνάει αλύγιστος/λαός της δικαιοσύνης/και πάει να σπείρει όλη τη γης/ με στάρι κι άστρα ειρήνης» θυμίζει έντονα τη μουσική από το τραγούδι του γάμου, το γνωστό «ώρα καλή, ώρα χρυσή, ώρα ευλογημένη», το οποίο ακούγεται, μέχρι και σήμερα, με τη συνοδεία, βιολιού και λαούτου, κατά την προετοιμασία των νεονύμφων πριν από το μυστήριο. Είναι τα λεγόμενα «ζώματα» του αντρογύνου με τις ευχές των γονέων και των συγγενών, κάτι σαν αποχαιρετισμός από το πατρικό σπίτι.
«Ο λαός» του Ρίτσου πολυακούστηκε τις τελευταίες μέρες με την ευκαιρία της 200ής επετείου της ελληνικής επανάστασης. Είναι, βλέπετε, η ώρα κατά την οποία οι άνθρωποι επιστρέφουμε στις πηγές μας και σκύβουμε στις ρίζες μας για να αντλήσουμε λίγη δύναμη για τη συνέχεια. Τα λάβαρα υψώθηκαν με καμάρι, τα άρματα βγήκαν στους δρόμους, τα μαχητικά έκαναν τα μάτια να στραφούν στον ουρανό και οι ξένοι ηγέτες μάς στέλνουν μηνύματα εκτίμησης και αλληλεγγύης. Οι συμβολισμοί είναι έντονοι, πολλές φορές και υπερβολικοί αλλά παραμένουν απαραίτητοι, μιας και τη δύσκολη αυτή ώρα έχουμε ανάγκη το αποκούμπι της ελπίδας για κάτι καλύτερο.
Διακόσια χρόνια είναι απειροελάχιστα μπροστά στο βάθος της Ιστορίας ενός πανάρχαιου λαού αλλά δεν παύει να αποτελεί ορόσημο που προσφέρει την ευκαιρία για εορτασμό, στοχασμό, αυτογνωσία και προβληματισμό. Μέσα σε αυτά τα 200 χρόνια υπήρξαν πολλά σημαντικά γεγονότα που προκαλούν ευφορία, θαυμασμό και υπερηφάνεια στον κάθε Έλληνα. Είναι όμως και γεγονότα, τα οποία μοιάζουν με ερινύες. Η μικρασιατική καταστροφή παραμένει ανοικτή πληγή που ποτέ δεν θα επουλωθεί. Όπως και ο εμφύλιος και η δικτατορία, που καθόρισαν την τύχη της Κύπρου, είναι επίσης ορόσημα οδύνης και μνημεία διχασμού, προδοσίας και εγκληματικής απρονοησίας.
«Το Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές», είναι η παρακαταθήκη που μας άφησε ο Διονύσιος Σολωμός, ο οποίος γίνεται επίκαιρος όσο ποτέ. Ελλάδα και Κύπρος καλούνται να αντιμετωπίσουν πολλαπλές προκλήσεις με πλέον επείγουσα την διαχείριση των εθνικών θεμάτων, που παραμένουν σε εκκρεμότητα εδώ και δεκαετίες. Σύνεση, πραγματισμός και μεθοδικότητα, είναι στοιχεία που θα πρέπει να χαρακτηρίζουν το βηματισμό μας προς το μέλλον.
Με αξιοποίηση της ευρωπαϊκής τους ιδιότητας, χωρίς όμως αφελείς προσδοκίες, Αθήνα και Λευκωσία μπορούν να ατενίσουν το μέλλον με αποφασιστικότητα και σιγουριά. Φτάνει να αποφύγουν λάθη του παρελθόντος, με χειρότερο από όλα τη διχόνοια. «Να `τος, περνάει αλύγιστος/λαός της δικαιοσύνης/και πάει να σπείρει όλη τη γης/με στάρι κι άστρα ειρήνης» επιμένει ο ποιητής περιγράφοντας ένα εξιδανικευμένο στιγμιότυπο, το οποίο τραγουδούμε με συγκίνηση αλλά θα ήταν ανούσιο να το αναζητήσουμε στη σημερινή πραγματικότητα.
Ελλάδα και Κύπρος χρειάζεται να καταβάλουν μεγάλη προσπάθεια για να μπορέσουν να ορθοποδήσουν σε όλα τα επίπεδα και να είναι σε θέση να χαράξουν ρότα για ένα καλύτερο μέλλον προσφέροντας στους πολίτες τους συνθήκες ευημερίας και ασφάλειας.
Αν ρίξουμε μια ματιά σ’ αυτά τα 200 χρόνια η πρώτη ενστικτώδης αποτίμηση συμπυκνώνεται στο πολύ σοφό «Στερνή μου Γνώση να σ’ είχα πρώτα..» Δυστυχώς όμως είναι αργά.
Φιλελεύθερα, 28.3.2021.