Ήμουν δεκατριών ετών, όταν ιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία το 1960, και μπήκα με εξετάσεις στην πρώτη τάξη του κλασσικού τμήματος τού Παγκυπρίου Γυμνασίου. Από τον χώρο στάθμευσης τού λεωφορείου που μας έφερνε από τον Λυθροδόντα, ή από την κάμαρη που μοιραζόμουν λίγο αργότερα με τον θείο Ανδρέα στην οδό Μπουμπουλίνας, πήγαινα περπατητός στο σχολείο.

Περνούσα συχνά έξω από το παλιό εκκλησάκι τού 18ου αιώνα, τον Άι Αντώνη, δίπλα από το κτήριο τής αρχιεπισκοπής, όπου εφημέριος ήταν ο Παπανδρέας Στεφανίδης. Κρατώ στη μνήμη ζωντανή τη μορφή του, κυρίως το πονεμένο πρόσωπό του. Τον έβλεπα συχνά και έξω από τον περίβολο τής αρχιεπισκοπής, με ένα πανό στο χέρι, να περιμένει υπομονετικά τον Μακάριο, ζητώντας επίμονα να μάθει τι έγινε με τον γιό του Γιαννάκη, αγωνιστή της ΕΟΚΑ, ο οποίος δεν επέστρεψε τη μέρα που κατέβηκαν από τα βουνά οι αντάρτες. Η περιρρέουσα τής εποχής άφηνε να αιωρείται η φήμη ότι ο 20χρονος Γιαννάκης υπέπεσε σε παράπτωμα συνάπτοντας ερωτική σχέση με τη σύζυγο τού συναγωνιστή του που τον φιλοξενούσε στο σπίτι του, γεγονός ηθικά ανεπίτρεπτο αλλά και επικίνδυνο για τον αγώνα. Ο Αρχηγός Διγενής ήταν αμείλικτος σε θέματα πειθαρχίας και ηθικής, γι’ αυτό-επέμεναν οι φήμες-διέταξε την εκτέλεσή του. Αιωρείτο, όμως, παράλληλα και μία δεύτερη φήμη που  «μιλούσε» όχι για εκτέλεση τού Στεφανίδη με τις «καθιερωμένες διαδικασίες» αλλά για δολοφονία του από συναγωνιστές του, για λόγους αντιζηλίας. Οι φήμες έφθαναν και σε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες που έλεγαν ότι ο Στεφανίδης δεν εκτελέστηκε με σφαίρα αλλά δέχθηκε πισώπλατο κτύπημα με φτυάρι από συναγωνιστή του, την ώρα που έσκαβαν λάκκο δήθεν για να κρύψουν όπλα. Ακουγόταν ακόμη ότι πριν από την εκτέλεση ή δολοφονία του τα ίδια άτομα είχαν επιχειρήσει να τον δηλητηριάσουν, κάτι πολύ περίεργο αφού δεν γίνονταν εκτελέσεις με τέτοιο τρόπο. Ας μη διερωτηθεί κάποιος πώς μικρά παιδιά εμείς τότε ασχολούμασταν με θέματα των μεγάλων. Η απάντηση είναι απλή: Σε κείνο το καμίνι της δεκαετίας του 1950 μεγαλώναμε και αναγκαστικά ωριμάζαμε πολύ πιο γρήγορα από την ηλικία μας. Και ρουφούσαμε αχόρταγα κάθε λεπτομέρεια που αφορούσε σ’ εκείνον τον ηρωικό αγώνα τής ΕΟΚΑ.

Απορίες και αναπάντητα ερωτήματα

Βρισκόμαστε στο 1960, οι φήμες αυτές αιωρούνται, ο Παπανδρέας διαμαρτύρεται και ζητά επίμονα και «ενοχλητικά» σαφείς εξηγήσεις για τον θάνατο του παιδιού του. Ζητά, όμως, και κάτι άλλο: Να του πουν πού βρίσκεται θαμμένος ο Γιαννάκης, για να πάρει το νεκρό σώμα του και να το κηδέψει όπως δικαιούται κάθε χριστιανός. Μα και ο κόσμος ζητά απαντήσεις στις δικαιολογημένες απορίες και τα αναπάντητα ερωτήματα:

  • Αφού ο Διγενής ζει, βρίσκεται στην Αθήνα και αποκαλύπτει στα Απομνημονεύματά του τι έγινε στον αγώνα, γιατί δεν ξεκαθαρίζει με μία σαφή δήλωση, αν ο ίδιος διέταξε την εκτέλεση τού Στεφανίδη ή όχι;
  • Οι σημαντικές διαταγές του Διγενή δίνονταν γραπτώς. Γιατί οι κατηγορούμενοι ως «ανίεροι δολοφόνοι» δεν δημοσιοποιούν τη διαταγή, για να μην κατηγορούνται άδικα και παράλληλα να αμαυρώνεται το καλό όνομα τής ΕΟΚΑ;
  • Πόσοι ξέρουν και σιωπούν; Γιατί σιωπούν; Τι έχει να φοβηθεί ο υπέροχος αγώνας της ΕΟΚΑ από την αλήθεια; Όλοι γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει ιστορικά κανένας επαναστατικός αγώνας που διεξάγεται σε συνθήκες μυστικότητας, ιδιαζουσών συνθηκών και θανατερών κινδύνων, που αναποφεύκτως να μην έχει και τα σκοτεινά του σημεία.
  • Ακόμη κι αν ο Στεφανίδης δικαιολογημένα εκτελέστηκε, θα έπρεπε να παραμείνει χωρίς μια χριστιανική κηδεία, πεταμένος σε κάποιο χωράφι, στη λησμονιά και την αιώνια περιφρόνηση; Ήταν τέτοια η ενοχή του νεαρού αγωνιστή που δικαιολογούσε μια τέτοια αδυσώπητη τιμωρία;

Τελικά παραδόθηκε η σορός και έγινε η κηδεία. Μπήκε έτσι προσωρινά μια άνω τελεία σε ένα ανθρώπινο δράμα. Οι απορίες και τα ερωτήματα, ωστόσο, παρέμεναν αιωρούμενα. Στην επιφάνεια ήλθαν κι άλλες, παρόμοιες τραγικές περιπτώσεις ανεξήγητων θανάτων. Στο χωριό μου, τον Λυθροδόντα, ήταν η υπόθεση τού Φιλή Μούγια, ενός ανθρώπου που πρόσφερε πολλά στον αγώνα με κίνδυνο τής ζωής του, καθώς μετέφερε με το ιδιόκτητο ταξί του όπλα, αγωνιστές, διαταγές. Ακούστηκε ότι εκτελέστηκε αλλά καμιά πειστική εξήγηση δεν δόθηκε ποιο ήταν το παράπτωμά του που τον οδήγησε στον θάνατο. Η οικογένειά του ζητά μέχρι σήμερα να μάθει το γιατί, όπως και τον τόπο που βρίσκεται ακόμη θαμμένος!

Στεφανίδης «Χωρίς Πλαίσια»

Η υπόθεση Στεφανίδη έμεινε για χρόνια σε κατάσταση «υφέρπουσας» σιωπής.  Ο Γρίβας, ο Μακάριος και άλλοι που γνώριζαν ή διατείνονταν ότι γνώριζαν την αλήθεια εγκατέλειπαν ένας-ένας τα εγκόσμια. Η οικογένεια Στεφανίδη δεν σταμάτησε ποτέ να ψάχνει, για να βρει την αλήθεια. Φτάνουμε έτσι στον Οκτώβριο 1991, 33 χρόνια μετά. Με την εκλογή του Γιώργου Βασιλείου στην προεδρία τής Κ.Δ. δημιουργείται ένα νέο κλίμα στα ΜΜΕ, σπάζει το μονοπώλιο του ΡΙΚ, το οποίο υπό την πίεση των καιρών και την απαίτηση τής κοινωνίας προβαίνει σε κάποια τολμηρά βήματα εκσυγχρονισμού και απελευθέρωσης από τους ασφυκτικούς κανόνες ελεγχόμενης πληροφόρησης (ίδρυση και λειτουργία του Τρίτου ραδιοφωνικού προγράμματος με άλλον αέρα).

Στο πλαίσιο αυτό, μπήκε στο παιγνίδι και η εκπομπή «Χωρίς Πλαίσια» με παρουσιαστή τον Τάκη Χατζηγεωργίου. Μεταδιδόταν «ζωντανά» (όχι προ-βιντεοσκοπημένη) πριν από το Δελτίο Ειδήσεων των Οκτώ του πρώτου τηλεοπτικού καναλιού. Με καλεσμένους πρόσωπα που δεν είχαν προηγουμένως εύκολη ή και καθόλου πρόσβαση στην τηλεόραση (ένας ναρκομανής, ένας Τουρκοκύπριος, ένας Νεοκύπριος, η μικρή, εκπληκτική Ελένη που απάγγειλε Καβάφη και δήλωσε ότι δεν συμπαθούσε τον Αρχιεπίσκοπο, ο αντιμακαριακός Τάκης Ευδόκας, ο κομμουνιστής Παπαλάζαρος, ο Διονύσης Σαββόπουλος που  τάχθηκε ενάντια στην ομοσπονδία) ταρακουνούσαν κάθε εβδομάδα τα νερά και προκαλούσαν αντιδράσεις, έντονες συζητήσεις, αμφισβητήσεις. Μέχρι που ήρθε η ώρα τής κορύφωσης τής…πρόκλησης. Ο Τάκης πέρασε σε απαγορευμένες, διακεκαυμένες ζώνες. Έφερε στην εκπομπή (26/2/1991) τον Μόδεστο Σαμάρα, αδελφό, και τη Δήμητρα, σύζυγο, του τραγικού Ηλία Σαμάρα, ο οποίος είτε γιατί λύγισε από τα απάνθρωπα βασανιστήρια που δεν φαντάζεται ανθρώπου νους, είτε γιατί τον πότισαν χημικές ουσίες, κατέδωσε τους τέσσερεις ήρωες τού Αχυρώνα Λιοπετρίου, ανάμεσα στους οποίους και ο αδελφός του Ξάνθος. Κυνηγημένος από τις τύψεις του ζήτησε να τού ανατεθεί η πιο επικίνδυνη αποστολή που μπορούσε να υπάρξει, για να σκοτωθεί και να εξιλεωθεί, όμως το αίτημά του απερρίφθη από τον Αρχηγό που διέταξε την εκτέλεσή του. Η μετάδοση τής εκπομπής προκάλεσε σάλο. Είχαν ήδη προηγηθεί έντονες αντιδράσεις από τις αιρετικές απόψεις καλεσμένων, τα πράγματα, όμως, τώρα σοβάρεψαν. Λίγο αργότερα (22/10/1001) ο Τάκης κτύπησε και πάλι. Έφερε στο στούντιο τον Παπανδρέα Στεφανίδη και τον γιο του Μιχαλάκη, οι οποίοι δεν περιορίστηκαν στα γνωστά, ονομάτισαν τόν, κατ’ αυτούς, δολοφόνο τού Γιαννάκη και τον ηθικό αυτουργό: Άνδρος Νικολαΐδης και Πολύκαρπος Γιωρκάτζης. Αν στην περίπτωση Σαμάρα έγινε σάλος, στην περίπτωση Στεφανίδη έγινε σεισμός! Σε ένα άκρως αποκαλυπτικό κείμενό του με τίτλο «Χωρίς Πλαίσια: Διαρρηγνύοντας τα όρια μιας παραδοσιακής κοινωνίας», που δημοσιεύεται στο βιβλίο τού Τάκη Χατζηγεωργίου «Χωρίς Πλαίσια», ο γνωστός κοινωνιολόγος, μέλος τότε του Δ.Σ. του ΡΙΚ, Νίκος Περιστιάνης παρουσιάζει τι έγινε. Σημειώνει: «Το ΡΙΚ άρχισε να κατακλύζεται από απειλητικά τηλεφωνήματα. Ο κόσμος αγανακτισμένος ύβριζε και ζητούσε να κλείσουμε το ΡΙΚ. Οι εφημερίδες κάλυπταν το θέμα πρωτοσέλιδα με άρθρα, σχόλια, δηλώσεις επωνύμων και οργισμένες ανακοινώσεις οργανώσεων  όπωςΒάναυση πρόκληση από το ΡΙΚ,   “Κηρύγματα αφελληνισμού”,  “Εθνικά επιζήμιες απόψεις”, “Διαστρέβλωση της ιστορίας”, “Παραμόρφωση της εθνικής ταυτότητας”, “Υπόσκαψη του απελευθερωτικού αγώνα”. […] Κυκλοφορούσαν φήμες για μαζική πορεία με σκοπό την κατάληψη του ΡΙΚ, την ώρα που θα ξαναπροβαλλόταν το πρόγραμμα. Το οξύ κλίμα που δημιουργήθηκε και η ανησυχία για πιθανή διατάραξη των σχέσεων Κύπρου -Ελλάδας, ανάγκασε την κυβέρνηση Βασιλείου να παρέμβει με επίσημες δηλώσεις που  μιλούσαν για φοβερή ζημιά σε μια εποχή που χρειαζόταν ομοψυχία και για την ανάγκη συντήρησης αξιών όπως της ελληνικότητας και της χριστιανικής θρησκείας». Οργισμένες-καταδικαστικές ανακοινώσεις εξέδωσαν κόμματα και πολιτικοί αρχηγοί (Κληρίδης), χριστιανικές οργανώσεις, η ΣΕΚ, οι συντεχνίες του ΡΙΚ και πολλοί οργανωμένοι φορείς. Απειλές δέχθηκε και ο παρουσιαστής του προγράμματος, μετέπειτα βουλευτής και ευρωβουλευτής, Τάκης Χατζηγεωργίου.

Το πρόγραμμα αναστέλλει τη μετάδοσή του

Το ΔΣ του ΡΙΚ στρυμωγμένο από τις αντιδράσεις αποφάσισε αναστολή τού προγράμματος για κάποια περίοδο. Θυμούμαι ότι μου ανατέθηκε και διοργάνωσα κάποιες εκπομπές με καλεσμένους από  αντίθετες απόψεις, γεγονός που συνέβαλε σε κατευνασμό των παθών. Επί της ουσίας: Ούτε και τότε ξεκαθαρίστηκε το θέμα. Επαναλήφθηκαν οι γνωστές απόψεις, αναζωπυρώθηκαν οι φήμες, πλην ουδεμία απόδειξη εμφανίσθηκε. Ούτε, βέβαια, η θρυλούμενη γραπτή διαταγή τού Διγενή για εκτέλεση. Αντιθέτως, μάλιστα, και καθώς το ζήτημα Γιαννάκη Στεφανίδη μπήκε στη διελκυστίνδα των πολιτικών αντιπαραθέσεων, οι καθαρόαιμοι «Γριβικοί» και άλλοι αθώωναν πλήρως τον Αρχηγό ρίχνοντας την ευθύνη στη μακαριακή παράταξη, στον πρέσβη Άνδρο Νικολαΐδη και στον Γιωρκάτζη. Οι εμφανιζόμενοι ως γνωρίζοντες κατέληγαν με τη μόνιμη επωδό «ξέρω αλλά δεν θέλω να πω περισσότερα, ξέρω αλλά δεν πρέπει να αναφέρω ονόματα». Σιγά-σιγά τα πράγματα ηρέμησαν και πάλι. Άρχισε, παράλληλα, με τον χρόνο να διαφοροποιείται και η ιδεολογικοπολιτική κουλτούρα και συμπεριφορά των πολιτών, με ηπιότερους τόνους αντίδρασης και λιγότερη κατευθυνόμενη κομματική καθοδήγηση.

Άλλα 33 χρόνια μετά, στο ίδιο έργο θεατές

Τι κι αν πέρασαν, όμως, τα χρόνια, τι κι αν άλλαξαν οι καιροί. Αθάνατε Ρασούλη, «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν». Ένας άλλος δημοσιογράφος, ο Σωτήρης Παρούτης, σε ένα άλλο κανάλι, το OMEGA, στη δική του εβδομαδιαία εκπομπή έρευνας με τίτλο την καθιερωμένη και στην Ελληνική λατινική φράση De Facto (εκ των πραγμάτων) επανέφερε στην επικαιρότητα την υπόθεση Γιαννάκη Στεφανίδη.

Αυτήν τη φορά η παρουσίαση της όλης υπόθεσης δεν περιορίστηκε σε μία απλή συνέντευξη στο στούντιο. Έγινε έρευνα, παρουσιάστηκαν στοιχεία, εμφανίστηκε επώνυμη αγωνίστρια τής ΕΟΚΑ που περιέγραψε με μια «παγωμένη» ηρεμία όλη τη διαδικασία προετοιμασίας δηλητηρίασης τού «ωραίου νεαρού που είχε και καλή φωνή στο τραγούδι» Γιαννάκη Στεφανίδη. Το μπουκαλάκι με το δηλητήριο, είπε, της το έδωσε προσωπικώς ο Άνδρος Νικολαΐδης. Δεν γνωρίζω αν υπήρξαν απειλές της ίδιας έντασης προς το κανάλι, όπως πριν από 33 χρόνια στο ΡΙΚ, παρακολουθώντας, όμως, τα ΜΚΔ (Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης) διαπίστωσα ότι δεν άλλαξαν πολλά. Εμφανίστηκαν και πάλιν επαινετικά σχόλια για τον δημοσιογράφο-παρουσιαστή αλλά και οργισμένες φωνές στο γνωστό ύφος και ήθος τού νέου φρούτου επικοινωνίας, με ανοίκειες εκ-φράσεις, προσβολές και απαξιωτικά σχόλια. Υπήρξαν, όμως, και σοβαρές-συνοδευόμενες από έντονη κριτική- παρεμβάσεις, γεγονός που δείχνει ότι μπορεί μία τηλεοπτική εκπομπή να γίνει αφορμή για γόνιμο διάλογο. Θα σταθώ σε τρεις συγκεκριμένες αντιδράσεις που αξίζουν περαιτέρω σχολιασμού.

Η παρέμβαση Ντίνου Ηλιάδη

Η πρώτη, χρονικά, ήταν από τον Ντίνο Ηλιάδη, ο οποίος έγραψε ότι «στην πολυδιαφημισμένη εκπομπή προβλήθηκε μόνο “η μία” εκδοχή. Οι συντελεστές της εκπομπής, ειδικά ο παρουσιαστής, παρέλειψε να προβάλει και “την άλλη” εκδοχή». Ο Ηλιάδης, καλός γνώστης της κυπριακής ιστορίας, ερευνητής και συγγραφέας και ο ίδιος, καταγράφει υπό μορφή ερωτημάτων τα μειονεκτήματα τής έρευνας τού Παρούτη. Η σημαντικότερη, κατά τη γνώμη μου, κριτική Ηλιάδη συνοψίζεται στην ερώτηση: «Γιατί δεν αναφέρθηκε (ενν. ο Παρούτης) στις ενυπόγραφες Διαταγές του Διγενή, που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Σπ. Παπαγεωργίου «Κυπριακή Θύελλα» (σελ. 560-561), την επιστολή του Διγενή προς τον Γιαννάκη Στεφανίδη (και ετέραν προς τον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη), η αυθεντικότητα των οποίων δεν αμφισβητείται». Διαβάζοντας κάποιος όσα ανέφερε ο Ηλιάδης, θα σχολίαζε με ανακούφιση: Επιτέλους, να που υπάρχουν οι «ενυπόγραφες Διαταγές του Διγενή» που ξεκαθαρίζουν τα πράγματα. Διάβασα όλα τα βιβλία τού δημοσιογράφου Σπύρου Παπαγεωργίου, ο οποίος, καίτοι δεδηλωμένος, αμείλικτος πολέμιος τού Μακαρίου, μετά την τραγωδία του 1974 και την προδοσία εκ μέρους αυτών στους οποίους ο ίδιος με φανατισμό πίστεψε, «είδε φως αληθινόν» και μας άφησε όντως πολύτιμες, αυθεντικές, έγκυρες μαρτυρίες σε μεγάλη σειρά βιβλίων, απαραίτητων στον κάθε σοβαρό ερευνητή. Θα πρέπει, ωστόσο, να λεχθεί ότι ούτε και όλα όσα γράφει ο Παπαγεωργίου σε διαφορετικές φάσεις τής ζωής του αποτελούν θέσφατο. Για να φρεσκάρω τη μνήμη μου, κατέφυγα ξανά στο ογκώδες πόνημά του «Κυπριακή Θύελλα 1955-1959», εκδόσεις Κώστα Επιφανίου, και στις επίμαχες σελίδες 560-561. Ας δούμε τι περιλαμβάνουν: Παρουσιάζουν τέσσερεις φωτοτυπίες διαταγών τού Διγενή, δύο προς Λαέρτην (ψευδώνυμο Πολύκαρπου Γιωρκάτζη) και δύο προς Αινίαν (το γράφει λανθασμένα με ιώτα αντί με-ει, ψευδώνυμο Γιαννάκη Στεφανίδη). Παραθέτω εδώ την περιγραφή τού περιεχομένου και των τεσσάρων επιστολών σε κείμενο τού Σπύρου Παπαγεωργίου: «Εις την πρώτην διατάσσει σύλληψιν και απομόνωσιν του Στεφανίδη. Εις την δευτέραν αναφέρει εις τον Στεφανίδην τας κατηγορίας, τα οποίας ήκουσεν περί αυτού, ότι συνήψε ερωτικάς σχέσεις μετά της συζύγου του φιλοξενούντος αυτόν.  Εις την τρίτην αναφέρει ότι η πράξις του Στεφανίδη συνεπάγεται εκτέλεσίν του αλλά εντούτοις δεν δίδει απευθείας διαταγήν διά τούτο. Εις την τετάρτην φαίνεται ότι ο Διγενής παρέχει την συγγνώμην του και διατάσσει τον Στεφανίδη να επανέλθη εις τον τομέα του και να φροντίσει να ξεπλύνει την εντροπήν. Τελικώς, όμως, ούτος εξετελέσθη, διά να γραφή μία ακόμη δραματική πτυχή του Αγώνος».

Ο Ηλιάδης έχει δίκαιο ότι οι επιστολές αυτές φωτίζουν σημαντικές πτυχές της περίπτωσης Στεφανίδη, επ’ ουδενί, όμως, ξεκαθαρίζουν τα πράγματα. Το ερώτημα εξακολουθεί να πλανάται: Υπάρχει ενυπόγραφη διαταγή τού Διγενή με την ξεκάθαρη εντολή να εκτελεστεί ο Στεφανίδης ή όχι; Και πού βρίσκεται;

Σπ. Κέττηρος «Είδα τη διαταγή με τα μάτια μου»

Απάντηση στο κρίσιμο αυτό ερώτημα έρχεται να δώσει η δεύτερη παρέμβαση και πάλι στα ΜΚΔ από τον γνωστό δημοσιογράφο Σπύρο Κέττηρο, που συνιστά μεγάλη αποκάλυψη. Έγραψε επί λέξει: «Υπήρξε όντως γραπτή και χειρόγραφη μάλιστα διαταγή για την εκτέλεση του Γιαννάκη Στεφανίδη. Έχει διασωθεί αυτή η διαταγή και βρίσκεται στην κατοχή του αγωνιστή Γιαννάκη Μάτση. Είδα τη διαταγή με τα μάτια μου, το 1968, όταν ο κ. Μάτσης μου άνοιξε το μπαούλο του ήρωα αδελφού του,όπου είδα σωρό εγγράφων και το Ημερολόγιό του και έγραψα, για πρώτη φορά τι σπάνιου είδους πολύτιμο κράμα ανθρώπου, αγωνιστή και ήρωα ήταν ο Κυριάκος Μάτσης. […] Πρόσφατα είπα στον κ. Μάτση πως αν χρειαστεί θα γράψω για την ύπαρξη αυτής της χειρόγραφης διαταγής. Μου απάντησε: “Δεν θα σε διαψεύσω”». Τονίζω, μετά λόγου γνώσεως, ότι ο Σπ. Κέττηρος, με μία μακρά και γόνιμη παρουσία στη δημοσιογραφία, διατηρεί στη μνήμη και στο προσωπικό του αρχείο πολύτιμες πληροφορίες για πρόσωπα και γεγονότα. Στη μαρτυρία του πρέπει να δοθεί η ανάλογη σημασία.

Ο γνωστός βιογράφος του Γρίβα, Λεωνίδας Λεωνίδου, αντιδρώντας σε όσα δήλωσε ο Κέττηρος έγραψε, μεταξύ, άλλων: «Πώς βρέθηκε η επιστολή αυτή, που δεν ξέρουμε σε ποιον απευθυνόταν, και σίγουρα όχι στα χέρια του Γιαννάκη Μάτση, ενός απλού μέλους της ομάδας εκτελεστικού του Π. Γιωρκάτζη; Αφού η εκτέλεση/ δολοφονία του Στεφανίδη έγινε στη Λευκωσία, χωρίς καμιά αμφιβολία η πολυσυζητημένη επιστολή Γρίβα θα απευθυνόταν στον τομεάρχη Π. Γιωρκάτζη. Αφού ο Γιαννάκης Μάτσης είχε στα χέρια του τέτοιο τεκμήριο, γιατί δεν το παρουσίασε όταν οι συναγωνιστές του κατηγορούνταν και κατονομάζονταν δημόσια ως δολοφόνοι;».

Κάθε λογικός άνθρωπος διερωτάται: 69 χρόνια από την έναρξη τού απελευθερωτικού αγώνα τής ΕΟΚΑ και 65;66; από τον θάνατο Στεφανίδη είναι δυνατόν τέτοια ιστορικά τεκμήρια να μένουν κλειστά σε ιδιωτικά μπαούλα; Γιατί δεν βγαίνουν στο φως, να ξεδιαλύνουν μια και καλή το σκοτάδι; Κι αν υπάρχουν κι άλλοι που κατέχουν ντοκουμέντα τού αγώνα, δεν έχουν ιστορική υποχρέωση να τα καταθέσουν σε επίσημα αρχεία, ανοικτά στον κάθε ερευνητή; Ολόκληρα απόρρητα κρατικά αρχεία αποκαλύπτονται μετά παρέλευση ικανού χρόνου, εμείς θα συνεχίσουμε, «να μη λέμε κουβέντα, να κρατάμε κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα;» Ποιος δίνει τέτοιο δικαίωμα στον οποιονδήποτε και, εν προκειμένω, στον αγαπητό και σεβαστό αγωνιστή και πολιτικό Γιαννάκη Μάτση, ο οποίος δεν επέλεξε τη σιωπή, κατέγραψε τη μαρτυρία του στο βιβλίο του «Μετά Παρρησίας»; Μακάρι να τον έχει ο Θεός καλά στην προχωρημένη ηλικία που βρίσκεται και να πράξει για μία ακόμη φορά το καθήκον του προς την Κύπρο. Από τη στιγμή που ένας έγκυρος δημοσιογράφος δηλώνει χωρίς περιστροφές ότι «είδε με τα μάτια του τη διαταγή του Διγενή», δεν μπορεί ο Γ. Μάτσης να κρατά μόνο για τον εαυτό του ένα τέτοιο τεκμήριο. Οφείλει να αποκαλύψει τι ακριβώς κατέχει, να δηλώσει πώς περιήλθε στην κατοχή του και, στη συνέχεια, μία ανεξάρτητη, έγκυρη αρχή να διαπιστώσει τη γνησιότητα τού εγγράφου. Αυτό προστάζει και απαιτεί η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ.

Π. Παπαπολυβίου: Για όσους αναζητούν τεκμήρια

Ο γνωστός ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας, καθηγητής δρ Πέτρος Παπαπολυβίου, σε παρέμβασή του με άρθρο στον Φιλελεύθερο (21 Απριλίου 2024) που αξίζει να διαβαστεί https://www.philenews.com/politiki/article/1461216/ipothesi-stefanidi-gia-osous-anazitoun-tekmiria/ , πέραν της αναφοράς στις επιστολές τού Διγενή που διασώζει ο Σπ. Παπαγεωργίου, για τις οποίες έγινε εκτενής αναφορά πιο πάνω, αναφέρει ότι ο Σπ. Παπ. με άρθρο του  στο «Περιοδικό» στις 29 Νοεμβρίου 1986 και προσωπική επιστολή του 14 σελίδων στον Παπανδρέα Στεφανίδη, που δημοσιεύθηκε στην εφημ. «Ελευθερία της Γνώμης», στις 2 Μαΐου 1992, υποστηρίζει ότι «η εκτέλεση και όχι η «δολοφονία» έγινε με εντολή τού Αρχηγού της ΕΟΚΑ. Τούτο προκύπτει και από την πιο κάτω επιγραμματική φράση τού Σπύρου Παπαγεωργίου: «Ο Γιαννάκης Στεφανίδης υπήρξε λαμπρός πατριώτης και αγωνιστής, αλλά όχι λιγότερο πατριώτες και αγωνιστές ήταν κι εκείνοι στους οποίους βαρύς έπεσε ο κλήρος να εκτελέσουν – κατόπιν διαταγής – [η υπογράμμιση στο πρωτότυπο] τον συναγωνιστή τους». Απαραίτητο να προσθέσουμε και στα όσα αναφέρει ο αγαπητός μου Π. Παπαπολυβίου: Ας εμφανισθεί, επιτέλους, αυτή η διαταγή τού Διγενή, να ξεκαθαρίσει οριστικά το θέμα.

Ν. Παπαναστασίου: Υπάρχει διαταγή αλλά…

Στην τραγική ιστορία Γιαννάκη Στεφανίδη έδωσε συνέχεια με άρθρο του στον Φιλελεύθερο (12 Απριλίου 2024) https://www.philenews.com/politiki/article/1467423/dolofonia-giannaki-stefanidi-gia-osous-apokriptoun-tekmiria/#Echobox=1715486289 ο Νίκος Παπαναστασίου, δημοσιογράφος, συγγραφέας, ο οποίος υποστηρίζει ότι, με βάση τις δικές του έρευνες και τα στοιχεία που κατέχει, διαταγή του Διγενή για εκτέλεση του Στεφανίδη υπάρχει, η διαταγή, όμως, είχε μία ξεκάθαρη προϋπόθεση: Να εκτελεστεί μόνον εφόσον ο Στεφανίδης εγκατέλειπε από μόνος του τον τομέα του στη Λάρνακα. Παραθέτει, μάλιστα, μεταγενέστερη (29/03/1968) επιστολή του Διγενή στους δικηγόρους του Παπανδρέα, Αρτεμίδη και Χριστοφίδη, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Εν τη περί εκτελέσεώς του (του Γ. Στεφανίση) διαταγή μου, δοθείσα κατόπιν ορισμένων καταγγελιών του τομεάρχου Λευκωσίας, περιελαμβάνετο ρητώς, ότι αύτη θα ελάμβανε χώραν, εφ’ όσον ούτος αυτοβούλως και, μετά την επιτιμητικήν προς αυτόν επιστολήν μου διά τας εις βάρος του καταγγελίας, μετέβαινεν εις Λευκωσίαν. Η εις Λευκωσίαν, όμως, εκ Λάρνακος μετάβασίς του, σήμερον, τουλάχιστον, μετά τα περιελθόντα εις εμέ στοιχεία, μου γεννά πλείστας αμφιβολίας εάν εγένετο υπό τούτου αυτοβούλως». Ο Παπαναστασίου ισχυρίζεται ότι οι «εκτελεστές-δολοφόνοι του», όπως τους αποκαλεί, για δικούς τους ευτελείς λόγους παγίδεψαν τον συναγωνιστή τους, τον μετέφεραν στη Λευκωσία, για να έχουν δικαιολογία ότι εγκατέλειψε το πόστο του και να τον εκτέλεσαν με γεωργικά εργαλεία και όχι με όπλο, όπως γίνονταν συνήθως οι εκτελέσεις προδοτών.

Και μετά την παρέμβαση Παπαναστασίου παραμένει το μέγα ερώτημα: Τόσα απόρρητα στοιχεία/διαταγές/επιστολές του Αρχηγού της ΕΟΚΑ δημοσιοποιήθηκαν και βρίσκονται στη διάθεση των ιστορικών ερευνητών. Αυτή η συγκεκριμένη διαταγή γιατί δεν εμφανίζεται, επιτέλους, τουλάχιστον να ξεκαθαρίσει οριστικά η μία πτυχή της τραγικής αυτής υπόθεσης; Και γιατί ο Γρίβας χρειάστηκε εννέα χρόνια να εκφράσει τις αμφιβολίες του και όχι ενόσω βρίσκονταν στη ζωή όλοι οι εμπλεκόμενοι;

Μην πυροβολείτε τον αγγελιαφόρο

              Υπάρχει μία ακόμη διάσταση στο όλο θέμα που χρήζει σχολιασμού. Πέρα από τις όποιες απολύτως επιθυμητές παρεμβάσεις και την κριτική όσο αυστηρή και αν είναι, τούτο δεν πρέπει να συνοδεύεται και με προσπάθεια απαξίωσης τού δημοσιογράφου-παρουσιαστή. Δεν πρέπει, επίσης, να αναμένει κανείς ότι ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα ισοδυναμεί, περίπου, με ένα ιστορικό βιβλίο εκατοντάδων σελίδων, του οποίου ο συγγραφέας υποχρεούται να φωτίσει με λεπτομέρεια κάθε πτυχή τού υπό εξέταση αντικειμένου. Δεν μπορεί να υπηρετήσει τέτοια αποστολή η τηλεόραση, που είναι ένα μέσο επικοινωνίας με συγκεκριμένες δυνατότητες αλλά και εγγενείς αδυναμίες. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που αυτό επιδιώχθηκε από μεγάλα, παγκόσμιας εμβέλειας κανάλια, επιστρατεύθηκε ολόκληρος στρατός από ιστορικούς ερευνητές, ακαδημαϊκούς συμβούλους και ειδικούς, πλούσια τεχνικά μέσα, απεριόριστος προϋπολογισμός, άπλετος χρόνος προετοιμασίας και ανάλογος τηλεοπτικός, προκειμένου η έρευνα να παρουσιαστεί όχι σε μία αλλά σε σειρά εκπομπών. Βρισκόμαστε στην Κύπρο, με τα συγκεκριμένα μεγέθη και τις συγκεκριμένες δυνατότητες. Είμαστε σε μία ιδιαίτερα δύσκολη μεταβατική περίοδο για τα παραδοσιακά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Ο Τύπος, το Ραδιόφωνο, η Τηλεόραση αντιμετωπίζουν πραγματικό πρόβλημα επιβίωσης. Όταν σ’ αυτό το περιβάλλον, ένα ιδιωτικό κανάλι και ένας δημοσιογράφος, με τα πενιχρά μέσα που διαθέτουν, τολμούν να παρουσιάσουν τέτοιες εκπομπές, στήριξη χρειάζονται και όχι πολεμική. Πιστεύω ότι, παρά τις αντιδράσεις που προκάλεσαν και τις πιθανές αδυναμίες που παρουσίασαν, τόσο το «Χωρίς Πλαίσια» όσο και το «De Facto» τόλμησαν να αγγίξουν ένα δύσκολο θέμα, αναδεικνύοντας υπαρκτά ερωτήματα που απαιτούν, επιτέλους, απαντήσεις. Και μόνο το γεγονός ότι προκάλεσαν παρεμβάσεις που φώτισαν περαιτέρω το ζήτημα και έφεραν στο φως μία πληροφορία-αποκάλυψη που αν επιβεβαιωθεί θα ξεκαθαρίσει μια και καλή ένα τραγικό κεφάλαιο του αγώνα τής ΕΟΚΑ, είναι ένα επίτευγμα, για το οποίο εύσημα οφείλονται στους συντελεστές τών δύο εκπομπών και όχι απαξίωση.

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΑΜΨΩΝ-Μία ακόμη περίπτωση για μελέτη

Ο γράφων φιλοξένησε σε δύο μέρη (1998) στην εκπομπή του «Δημόσια Κατάθεση» στον ΑΝΤΕΝΝΑ, την πολυσυζητημένη συνέντευξη με τον Νίκο Σαμψών, που προκάλεσε τεράστιο ενδιαφέρον, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων και πέτυχε ποσοστά ρεκόρ τηλεθέασης. Παρόλο ότι είχαν περάσει τότε 24 χρόνια από την ημέρα που έγινε το προδοτικό πραξικόπημα, τα έντονα συναισθήματα ανάμεσα στον κόσμο εξακολουθούσαν να υπάρχουν. Ήταν, όμως, βαθιά η πεποίθησή μου ότι, όσο επικίνδυνο κι αν ήταν, θα έπρεπε να αποτολμηθεί και να γίνει αυτή η συνέντευξη-μαρτυρία. Ο Νίκος Σαμψών είχε ήδη κλονισμένη υγεία και προσωπικά θα θεωρούσα απώλεια να μη βρίσκεται καταχωρημένη στο τηλεοπτικό αρχείο η μαρτυρία ενός ανθρώπου, ο οποίος βρέθηκε στο επίκεντρο μιας τραγικής ιστορικής ώρας του τόπου και του λαού μας. Την ώρα τής μετάδοσης το τηλεφωνικό κέντρο του σταθμού πήρε, κατά την έκφραση του συρμού, φωτιά. Οι αντιδράσεις κινήθηκαν, όπως και στις περιπτώσεις των προαναφερθεισών εκπομπών, στα άκρα, στα ναι και τα όχι, στο μαύρο και το άσπρο, στην αποδοχή και την απόρριψη. Ιδού δείγματα: Εξαίρετη εκπομπή, αίσχος η εκπομπή, ναι στην ελεύθερη ενημέρωση του κόσμου, μπράβο, συγχαρητήρια, είναι ιεροσυλία, δεν θα ξαναδώ ΑΝΤΕΝΝΑ, ορθή και άψογη η στάση του Συντονιστή, ο Παύλος Παύλου έκανε τον δικαστή και τον κριτή, απαράδεκτο, είναι ανάξεση πληγών, κακώς δόθηκε ο λόγος στον Σαμψών, να ξαναπροβληθεί η εκπομπή, τέτοια θέλουμε,  δεν ντρέπεστε, βάλατε τον πραξικοπηματία να μιλήσει.

Σήμερα, όπως δείχνουν τα αδιάψευστα στοιχεία του διαδικτύου, ανατρέχουν οι πάντες σε κείνες τις εκπομπές. Όπως και σε άλλες συναδέλφων μου, που έγιναν σε δύσκολες συνθήκες, προκάλεσαν επίσης αντιδράσεις, αποτελούν, όμως, σήμερα αναγκαία πηγή πληροφόρησης και χρήσιμο υλικό αρχείου για κάθε ιστορικό ερευνητή. Και δεν νομίζω ακόμη και οι τότε πλέον σφοδροί επικριτές, περιλαμβανομένων και συναδέλφων δημοσιογράφων, να εξακολουθούν να πιστεύουν ότι δεν έπρεπε να καταγραφούν και οι απόψεις του ανθρώπου που οι πραξικοπηματίες τοποθέτησαν στην καρέκλα του προέδρου της λαβωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας.

ΕΠΙΜΎΘΙΟΝ: Η Δημοκρατία δεν φοβάται τον διάλογο.

          Η ΕΟΚΑ 1955-59 δεν κινδυνεύει από την Αλήθεια.