Αρχικά να αναφέρουμε ότι αλκοτέστ και νάρκοτεστ στο παρόν στάδιο έχουν σχέση μόνο με την οδική συμπεριφορά του ατόμου και δηλαδή ότι το άτομο οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών. Η ειδική νομοθεσία που προνοεί για αυτούς τους ελέγχους σχετίζονται αποκλειστικά και μόνο με την οδική συμπεριφορά κάποιου ατόμου και δεν μπορούν να γίνονται σε άσχετες με οδήγημα περιπτώσεις.

Το ποινικό αδίκημα που διερευνά η Αστυνομία σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η οδήγηση υπό την επήρεια και όχι την γενική χρήση των ουσιών από το άτομο.

Και στις δύο περιπτώσεις η Αστυνομία μπορεί να προβεί σε αυτές τις έρευνες μόνο όταν υπάρχει υποψία ότι ο οδηγός του οχήματος βρίσκεται υπό την επήρεια. Είναι για αυτό που σε πολλές τέτοιες υποθέσεις η Αστυνομία συχνά θα κάνει αναφορά ότι τα μάτια του οδηγού ήταν κόκκινα ή το αυτοκίνητο είχε έντονη μυρωδιά αλκοόλ ή άλλης ουσίας. Σε περίπτωση που ο οδηγός αρνηθεί να προβεί σε εξέταση ή δεν καταφέρει να δώσει ικανοποιητικό δείγμα τότε διαπράττει διαφορετικό ποινικό αδίκημα και θα κληθεί να εμφανιστεί στο Δικαστήριο μόνο για το αδίκημα της μη συμμόρφωσης ή μη παροχής ικανοποιητικού δείγματος.

Μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο εξετάσεων είναι ότι το νάρκοτεστ δεν εντοπίζει ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που υπάρχει στο σώμα του οδηγού σε αντίθεση με το αλκοτέστ. Το νάρκοτεστ δείχνει μόνο αν εντοπίζεται ναρκωτική ουσία στο σώμα ή όχι και δεν ασχολείται με το κατά πόσο η ουσία που εντοπίζεται είναι σε τέτοια ποσότητα στο σώμα που πράγματι να επηρεάζει την οδική συμπεριφορά του οδηγού, θεωρώντας ότι μόνο στην μηδενική και αρνητική ένδειξη του νάρκοτεστ ένας οδηγός μπορεί να είναι σωστός οδηγός αλλά και αφού όλες οι ναρκωτικές ουσίες απαγορεύονται. Συνεπώς προκύπτουν αμέσως διάφορα ερωτήματα αναφορικά με την ορθότητα της όλης διαδικασίας του νάρκοτεστ και πως αυτή παρουσιάζεται σε μια ποινική υπόθεση ενώπιον Δικαστηρίου.

Το κυριότερο όμως που θα πρέπει να γνωρίζει κάποιος είναι ότι αποτελεί λανθασμένη αντίληψη ότι η Αστυνομία μπορεί ανά πάσα στιγμή και χωρίς δικαιολογία/αιτιολογία να σταματήσει κάποιο αυτοκίνητο για να προβεί σε αυτούς τους ελέγχους. Οι πολίτες πρέπει πάντα να συμμορφώνονται στις υποδείξεις της Αστυνομίας, συνεπώς σε περίπτωση που η Αστυνομία ζητήσει από οδηγό αυτοκίνητου να σταθμεύσει το αυτοκίνητο του, ο οδηγός πρέπει να συμμορφωθεί αλλιώς διαπράττει διαφορετικό ποινικό αδίκημα. Τι θα ακολουθήσει μετά από την χρονική στιγμή που θα σταματήσει το αυτοκίνητο και κατά πόσο οι ενέργειες της Αστυνομίας μπορεί να θεωρηθούν νόμιμες ή όχι, είναι κάτι που σε κάθε περίπτωση εξετάζεται προσεκτικά με τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης και με πολύ διαφορετικά αποτελέσματα στην διαδικασία οποιασδήποτε ποινικής υπόθεσης.

*Δικηγόρος