Διάβασα πρόσφατα ότι η Μαρία Φαραντούρη θα τραγουδήσει αποσπάσματα από την Πολιτεία του Πλάτωνα πάνω σε techno μουσική.

Ομολογώ πως στάθηκα για λίγο στον τίτλο. Όχι γιατί με ξένισε. Αλλά γιατί πίσω από την είδηση κρύβεται ίσως ένα ενδιαφέρον μάθημα που αγγίζει και την πολιτική.

Η Φαραντούρη δεν απαρνείται τον Θεοδωράκη. Δεν απορρίπτει τη διαδρομή της. Δεν επιχειρεί να γίνει κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι. Παίρνει όμως μαζί της όσα τη διαμόρφωσαν και τα μεταφέρει σε ένα νέο περιβάλλον, αναζητώντας έναν διαφορετικό τρόπο να συνομιλήσει με το σήμερα.

Και κάπου εκεί βρέθηκα να σκέφτομαι την κυπριακή αριστερά, αλλά και γενικότερα τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο, καθώς η χώρα αρχίζει σιγά-σιγά να κοιτά προς τις εκλογές του 2028.

Τα τελευταία χρόνια ακούω συχνά τη συζήτηση για το αν η αριστερά πρέπει να αλλάξει. Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτό είναι το σωστό ερώτημα. Οι αξίες της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της αξιοπρέπειας της εργασίας και της προστασίας των πιο ευάλωτων δεν έχουν χάσει τη σημασία τους. Αντιθέτως, σε μια εποχή αυξανόμενων ανισοτήτων, παραμένουν περισσότερο επίκαιρες από ποτέ.

Ίσως το πραγματικό ερώτημα να είναι διαφορετικό. Όχι αν πρέπει να αλλάξουν οι αξίες, αλλά αν πρέπει να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο αυτές εκφράζονται.

Διότι ο εργαζόμενος του 2028 δεν είναι ο ίδιος με τον εργαζόμενο του 1978. Σκέφτομαι έναν νέο άνθρωπο τριάντα ετών. Έχει πτυχίο, εργάζεται, ίσως και σε μια σχετικά καλή δουλειά. Παρ’ όλα αυτά δυσκολεύεται να φανταστεί πώς θα αποκτήσει το δικό του σπίτι. Ανησυχεί για το κόστος ζωής, για την τεχνητή νοημοσύνη που αλλάζει την αγορά εργασίας, για την ψυχική υγεία των παιδιών που θα κάνει αύριο, για το αν η χώρα θα έχει νερό σε πέντε-δέκα χρόνια.

Δεν αναζητά επανάσταση. Αναζητά ασφαλή προοπτική.

Οι ανισότητες δεν εξαφανίστηκαν. Ούτε τα συμφέροντα έπαψαν να συγκρούονται. Η ανάγκη προστασίας των εργαζομένων παραμένει θεμελιώδης. Όμως η κοινωνία έχει γίνει πιο σύνθετη και οι πολίτες δεν βλέπουν πλέον τον εαυτό τους μέσα από τις ίδιες διαχωριστικές γραμμές που κυριαρχούσαν πριν από δεκαετίες.

Στις τελευταίες εκλογές ακούσαμε το δίλημμα «με τις τράπεζες ή με την κοινωνία». Είναι ένα σύνθημα που έχει δύναμη, επειδή δημιουργεί μια καθαρή αντίθεση. Όμως δεν είμαι βέβαιος ότι οι περισσότεροι πολίτες βλέπουν τον εαυτό τους μέσα από τόσο καθαρές διαχωριστικές γραμμές.

Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να είναι εργαζόμενος, δανειολήπτης, φορολογούμενος, μικροεπενδυτής, καταναλωτής και ενδεχομένως μελλοντικός επιχειρηματίας. Οι ταυτότητές μας είναι πιο σύνθετες από ό,τι ήταν πριν από μερικές δεκαετίες.

Γι’ αυτό το πολιτικό ερώτημα του μέλλοντος δεν είναι τόσο «ποιον πολεμάμε», όσο «τι χτίζουμε».

Όχι «τράπεζες ή κοινωνία», αλλά «πώς δημιουργούμε μια οικονομία που υπηρετεί την κοινωνία».

Όχι «ποιος θα νικήσει», αλλά «πώς θα προοδεύσουμε». Η αριστερά δεν θα κερδίσει επειδή θα αποδείξει ότι έχει δίκαιο. Θα κερδίσει μόνο αν πείσει ότι μπορεί να κυβερνήσει.

Ίσως λοιπόν η μεγάλη πρόκληση για τον προοδευτικό χώρο στην Κύπρο να μην είναι να αποδείξει ότι βρίσκεται δίπλα στην κοινωνία. Αυτό θεωρώ ότι πολλοί πολίτες ήδη το αναγνωρίζουν.

Η πρόκληση είναι να περιγράψει με αυτοπεποίθηση και πειστικότητα πώς θα μοιάζει η Κύπρος που θέλει να οικοδομήσει, να υποδείξει με ποιους θα το πράξει και να πείσει ανθρώπους εκτός του στενού χώρου, ότι η δική του πρόταση είναι η ασφαλέστερη, δικαιότερη και αποτελεσματικότερη επιλογή για τη χώρα.

Δεν ξέρω αν η Φαραντούρη θα τα καταφέρει με την techno. Αλλά εκτιμώ που το τολμά. Γιατί η αληθινή πρόκληση δεν είναι να κρατήσεις όσους ήδη σε ακούνε. Είναι να μιλήσεις και σε αυτούς που δεν σε έχουν ακούσει ακόμα – ή που έπαψαν να σε ακούν.

Και αυτή είναι, τελικά, η διαφορά ανάμεσα σε ένα χώρο που απλά μεγαλώνει και σε ένα χώρο που διεκδικεί την εξουσία.

Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών

Πανεπιστημίου Κύπρου