Από το σπίτι και το σχολείο μέχρι τη Δικαιοσύνη και το κράτος, η πρόληψη της έμφυλης βίας απαιτεί βαθιές αλλαγές στην κουλτούρα, την εκπαίδευση και τους θεσμούς μας.

Κάθε γυναικοκτονία μας σοκάρει. Καμία όμως δεν μας εκπλήσσει πραγματικά. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της εποχής μας. Γιατί όταν μια κοινωνία συνηθίζει να θρηνεί γυναίκες χωρίς να αλλάζει ουσιαστικά τις συνθήκες που τις οδηγούν στον θάνατο, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο εγκληματικό. Είναι βαθιά κοινωνικό.

Κάθε φορά που μια γυναίκα δολοφονείται, οι τίτλοι των ειδήσεων γεμίζουν με λεπτομέρειες, οι δημόσιες τοποθετήσεις πληθαίνουν, η οργή ξεχειλίζει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι υποσχέσεις για αλλαγή επανέρχονται στο προσκήνιο. Για λίγες ημέρες όλοι αναζητούμε απαντήσεις. Ύστερα η επικαιρότητα προχωρά και η ζωή συνεχίζεται.

Μόνο που για κάποιους η ζωή δεν συνεχίζεται ποτέ.

Η μεγαλύτερη παγίδα στη δημόσια συζήτηση είναι ότι αντιμετωπίζουμε τη γυναικοκτονία ως ένα μεμονωμένο γεγονός. Ως μια ακραία πράξη που ξεκινά και τελειώνει με τον δράστη. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Η γυναικοκτονία δεν αρχίζει με τον φόνο. Είναι το τελευταίο στάδιο μιας πορείας που συχνά ξεκινά χρόνια νωρίτερα, μέσα από συμπεριφορές που η κοινωνία εξακολουθεί να ανέχεται, να υποβαθμίζει ή ακόμη και να δικαιολογεί.

Ξεκινά όταν η ζήλια παρουσιάζεται ως ένδειξη αγάπης. Όταν ο έλεγχος βαφτίζεται ενδιαφέρον. Όταν η χειραγώγηση θεωρείται μέρος μιας «παθιασμένης σχέσης». Όταν το «όχι» μιας γυναίκας αμφισβητείται. Όταν η επιμονή εξιδανικεύεται και η απόρριψη αντιμετωπίζεται ως προσβολή που πρέπει να τιμωρηθεί.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται γυναικοκτόνος. Όμως καμία κοινωνία δεν μπορεί να απαλλάξει τον εαυτό της από την ευθύνη να εξετάσει τι είδους αντιλήψεις, πρότυπα και συμπεριφορές καλλιεργεί στις επόμενες γενιές.

Για δεκαετίες μάθαμε στα κορίτσια να προσέχουν. Να προσέχουν πώς ντύνονται, πού πηγαίνουν, τι ώρα επιστρέφουν, πώς μιλούν, πώς αντιδρούν. Αντίθετα, αφιερώσαμε πολύ λιγότερο χρόνο στο να διδάξουμε στα αγόρια τον σεβασμό, τη διαχείριση της απόρριψης, την ισότητα και την υγιή έκφραση των συναισθημάτων τους.

Ίσως λοιπόν έχει έρθει η ώρα να μετακινήσουμε τη συζήτηση από την προστασία των γυναικών στην εκπαίδευση της κοινωνίας.

Εάν θέλουμε πραγματικά να αντιμετωπίσουμε τη βία κατά των γυναικών, χρειάζονται τομές που να ξεκινούν από τα γεννοφάσκια μας. Από τον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας. Από τις λέξεις που χρησιμοποιούμε μέσα στο σπίτι. Από τα πρότυπα που προβάλλουμε. Από τα στερεότυπα που συνεχίζουμε να αναπαράγουμε, συχνά χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.

Χρειαζόμαστε μια νέα προσέγγιση στην εκπαίδευση. Όχι με αποσπασματικές διαλέξεις και ευκαιριακές εκστρατείες ενημέρωσης, αλλά με συστηματική διδασκαλία γύρω από τον σεβασμό, τη συναίνεση, τα προσωπικά όρια, τη συναισθηματική νοημοσύνη και τις υγιείς σχέσεις. Μαθαίνουμε στα παιδιά μαθηματικά, φυσική και γλώσσα. Δεν τα μαθαίνουμε, όμως, πώς να διαχειρίζονται την απόρριψη, τη σύγκρουση ή την απώλεια ελέγχου.

Αν πραγματικά θέλουμε να μιλήσουμε για πρόληψη, τότε οφείλουμε να συζητήσουμε συγκεκριμένες πολιτικές. Υποχρεωτική εκπαίδευση για τις υγιείς σχέσεις και τη συναίνεση σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Πρωτόκολλα αξιολόγησης κινδύνου σε κάθε καταγγελία βίας. Εξειδικευμένη εκπαίδευση αστυνομικών και δικαστικών λειτουργών. Ενίσχυση των δομών φιλοξενίας και ψυχολογικής στήριξης των θυμάτων. Προγράμματα παρέμβασης για δράστες πριν η βία κλιμακωθεί. Η πρόληψη δεν είναι σύνθημα. Είναι πολιτική επιλογή.

Παράλληλα, οφείλουμε να ενισχύσουμε τους θεσμούς που καλούνται να προστατεύσουν τα θύματα. Οι περισσότερες γυναικοκτονίες δεν συμβαίνουν χωρίς προειδοποιητικά σημάδια. Το ερώτημα είναι αν τα αναγνωρίζουμε εγκαίρως και αν διαθέτουμε τους μηχανισμούς για να δράσουμε αποτελεσματικά. Η προστασία μιας γυναίκας δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν θα βρεθεί απέναντι σε κάποιον που κατανοεί τη σοβαρότητα της κατάστασης ή σε κάποιον που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη βία ως «οικογενειακή υπόθεση».

Ταυτόχρονα, χρειάζεται να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση για την αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως ξεχωριστής μορφής εγκλήματος, όχι μόνο για λόγους ποινικούς αλλά και για λόγους κοινωνικούς. Οι λέξεις έχουν σημασία. Όταν ονομάζουμε σωστά ένα φαινόμενο, αναγνωρίζουμε και τη διάστασή του.

Όμως ούτε οι νόμοι αρκούν από μόνοι τους.

Καμία νομοθεσία δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια κοινωνία που αρνείται να σιωπά. Καμία ποινή δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πρόληψη. Καμία μεταρρύθμιση δεν θα αποδώσει εάν δεν συνοδεύεται από μια βαθύτερη πολιτισμική αλλαγή.

Η βία κατά των γυναικών δεν είναι γυναικείο ζήτημα. Είναι κοινωνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα δημοκρατίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολιτισμού. Και όσο συνεχίζουμε να το αντιμετωπίζουμε ως πρόβλημα κάποιων άλλων, θα παραμένουμε μέρος του προβλήματος.

Κάθε γυναικοκτονία είναι μια προσωπική τραγωδία. Είναι όμως και μια συλλογική αποτυχία. Αποτυχία να εκπαιδεύσουμε, να προλάβουμε, να προστατεύσουμε και να παρέμβουμε εγκαίρως. Αποτυχία να μετατρέψουμε τις αξίες που διακηρύσσουμε σε καθημερινή πρακτική.

Η μεγαλύτερη τιμή που μπορούμε να αποδώσουμε στις γυναίκες που χάθηκαν δεν είναι τα λουλούδια, οι αναρτήσεις και οι υποσχέσεις μετά τον θάνατό τους. Είναι το θάρρος να αλλάξουμε όσα τις πρόδωσαν όσο ήταν ακόμη ζωντανές. Γιατί η πραγματική πρόκληση δεν είναι να εκφράζουμε τη θλίψη και την οργή μας κάθε φορά που χάνεται μια γυναίκα. Είναι να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε να μη χρειαστεί να θρηνήσουμε την επόμενη.

Η πρόοδος μιας κοινωνίας δεν μετριέται από τα λόγια που λέει μετά από μια τραγωδία. Μετριέται από τις ζωές που καταφέρνει να προστατεύσει πριν αυτή συμβεί.