«Φύε που δαμαί, εν η γυναίκα μου»: Η φράση αυτή αναφέρεται στο τελευταίο τραγικό περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας (Λεμεσός, 30/6/2026) που κατέληξε σε απόπειρα γυναικοκτονίας και αυτοκτονία του θύτη˙ ένας 55χρονος εν ενεργεία αστυνομικός που χρησιμοποίησε το υπηρεσιακό περίστροφο με το οποίο πυροβόλησε την 46χρονη σύζυγό του. Ο πολίτης που περνούσε τυχαία από τη σκηνή, όταν είδε τον θύτη να την κρατά από τον λαιμό του ζήτησε να την αφήσει. Ο θύτης απείλησε τον πολίτη με το πιστόλι «Φύγε, θα σε παίξω» ενώ είπε στο θύμα «πες του ότι δεν σου έκαμα κάτι, είσαι η γυναίκα μου». Δηλαδή, ενώ είχε πρόθεση να τη σκοτώσει της ζητά να τον δικαιολογήσει διότι προφανώς τη θεωρεί «κτήμα» του. Ο 55χρονος έχει ένα παιδί από τον πρώτο γάμο και δύο με το θύμα. Και η 46χρονη έχει ένα παιδί από τον πρώτο γάμο. Η γυναίκα χαροπαλεύει σε κρίσιμη κατάσταση στο νοσοκομείο.
Μια ολόκληρη κοινωνία διερωτάται για τη συχνότητα των γυναικοκτονιών.
Λίγες μέρες πριν το περιστατικό στη Λεμεσό, ένας Σύρος, που διέφυγε και καταζητείται, μαχαίρωσε σύζυγο και πεθερά.
Στην Ελλάδα (Δράμα, 15/6/2026) σημειώθηκε μια ακόμα γυναικοκτονία. Ένας αστυνομικός σκότωσε με οκτώ μαχαιριές την εν διαστάσει σύζυγό του, επίσης αστυνομικό, πριν αυτοπυροβοληθεί με το υπηρεσιακό του όπλο. Ως προμελετημένη αντιμετωπίζουν οι αστυνομικοί του Τμήματος Ανθρωποκτονιών τη δολοφονία της αστυνομικού και μητέρας δύο παιδιών στη Δράμα. Είχε προηγηθεί καταγγελία της εναντίον του πρώην συζύγου ως επικίνδυνος για τη σωματική της ακεραιότητα και είχε ζητήσει να υποβληθεί σε ψυχιατρική αξιολόγηση επειδή αποτελούσε απειλή για την ασφάλειά της. Η ψυχιατρική διαδικασία ολοκληρώθηκε χωρίς να διαπιστωθεί κάποιο ανησυχητικό στοιχείο και δεν του αφαιρέθηκε το υπηρεσιακό του όπλο.
Αυτές οι περιπτώσεις δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά ακόμη τραγική υπενθύμιση της έμφυλης βίας.
Ακόμα και όταν αναγράφονται τα εγκλήματα στον τύπο υπάρχει μια προσπάθεια να δικαιολογηθεί το μένος, η οργή του άντρα. Για την περίπτωση της Δράμας γράφτηκε ότι ο αστυνομικός ένιωσε ταπείνωση διότι τον ανάγκασε να υποβληθεί σε ψυχιατρική εξέταση. Για άλλες περιπτώσεις γράφεται ότι «του έφαγε λεφτά», «τον εκνεύριζε» και άλλα πολλά.
Τι γίνεται όμως, όταν το αιώνιο θύμα, η γυναίκα, δεν αντέχει άλλο τον εξευτελισμό και την κακοποίηση και στρέφει το περίστροφο στον κακοποιητή άντρα. Μήπως ακούονται οι ίδιες «δικαιολογίες»/ελαφρυντικά;
Ας δούμε την πιο τραγική τέτοια περίπτωση, την περίπτωση της Ruth Ellis, που στα 28 της χρόνια κρεμάστηκε διότι σκότωσε τον κακοποιητή της. Η όλη υπόθεση συντάραξε την Αγγλία.
Η Ruth Ellis, μητέρα δύο παιδιών, καταδικάστηκε για το φόνο του συντρόφου της που την κακοποιούσε στέλνοντας την πολλές φορές στο νοσοκομείο. Εκτελέστηκε στις 13 Ιουλίου 1955 στη φυλακή Holloway, ενώ απ’ έξω πλήθος κόσμου διαμαρτυρόταν. Η ίδια ήταν πολύ ψύχραιμη. Χιλιάδες Άγγλοι είχαν στείλει επιστολές ικετεύοντας για επιείκεια. Ακόμα και την τελευταία στιγμή γινόταν δραματική έκκληση για αναστολή της ποινής.
Η υπόθεση της Ellis είχε τεράστια απήχηση, ίσως διότι πολλές γυναίκες, ταυτίζονταν με την ιστορία της και είχε τελικό αποτέλεσμα την κατάργηση της θανατικής ποινής.
Στη δίκη η Ρουθ εξήγησε πώς έδινε στον θύμα χρήματα για τσιγάρα, φαγητό και ποτό, καθώς και πώς εκείνος της επιτίθετο όταν ήταν μεθυσμένος. Περιέγραψε αναλυτικά πώς «με χαστούκιζε στο πρόσωπο και με γρονθοκοπούσε». Σε μια περίπτωση, «έχασε κάθε έλεγχο. Η γροθιά του με χτύπησε ανάμεσα στα μάτια και έπεσα στο πάτωμα. Με χτυπούσε άγρια καθώς ήμουν πεσμένη εκεί». Λίγες μέρες πριν τον φόνο η Ellis, απέβαλε ενώ ήταν έγκυος μετά που ο σύντροφος της τη γρονθοκόπησε στο στομάχι.
Η Ruth είχε γνωρίσει την κακοποίηση από τον πατέρα της, ο οποίος παρενοχλούσε σεξουαλικά πρώτα την μεγάλη της αδελφή και μετά την ίδια. Όμως, ήταν έξυπνη κοπέλα και κατάφερε να σταθεί στα πόδια της ανοίγοντας ένα μπαρ και κερδίζοντας χρήματα να συντηρεί τον εαυτό της και τα παιδιά της. Αυτά τα χρήματα οικειοποιούταν ο νέος της σύντροφος που αφού την ξυλοκόπησε άγρια, ώστε να χάσει το έμβρυο που κυοφορούσε, πήγε να μεθύσει αλλού. Ο σύντροφος της είχε χαρακτηριστεί από τον τύπο ως «αλήτης», «βρυκόλακας» και «παράσιτο».
Η Ruth Ellis είχε βρει το κουράγιο να απαλλαγεί από αυτόν τον άνθρωπο που την κακοποιούσε συστηματικά. Δανείστηκε ένα πιστόλι, τον βρήκε εκεί που μεθούσε με τα χρήματα που της έπαιρνε, και του φύτεψε 4 σφαίρες αποτελειώνοντάς τον.
Όμως, ούτε η εξιστόρηση της κακοποίησης δεν στάθηκε ικανή να δοθεί χάρη ενώ σε άλλους ειδεχθείς φόνους που έγιναν την ίδια εποχή είχε δοθεί χάρη.
Η αδυναμία συμμόρφωσης με τα πρότυπα της συμβατικής ηθικής της εποχής, όσον αφορά τον γάμο και τη μονογαμία, αποδείχθηκε μοιραία για τη Ellis.
Εβδομήντα χρόνια μετά τα ίδια αναχρονιστικά στερεότυπα παραμένουν, ο άντρας που τον «εκνεύρισε» η γυναίκα του, που θίχθηκε γιατί τον παρέπεμψε σε ψυχιατρική εξέταση κ.ά. Ακόμα και νεαροί άντρες ταυτίζουν την έννοια του ανδρισμού με την τυφλή κυριαρχία σε μια εποχή που η γυναίκα έχει πλήρως ανεξαρτητοποιηθεί. Εξακολουθεί να υπάρχει η νοοτροπία ότι η σύζυγος είναι κτήμα τους που πρέπει να τους υπακούει, να τους σέβεται, να τους φροντίζει, να μην τους ντροπιάζει στην κοινωνία. Αν δεν υπακούσει θεωρούν ότι «δικαιούνται» να την βάλουν στη θέση της και να σηκώσουν χέρι…
Τέτοιες λανθασμένες αντιλήψεις ελέγχου, κυριαρχίας και ιδιοκτησίας προς τη σύζυγο οδηγούν στις πιο ακραίες εκφάνσεις βίας.