Η δημοσιοποίηση του πορίσματος της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς για το βιβλίο Κράτος Μαφία συνιστά αναμφίβολα μία από τις σημαντικότερες θεσμικές εξελίξεις των τελευταίων ετών στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ανεξαρτήτως της τελικής ποινικής κατάληξης των υποθέσεων που εξετάζονται, το πόρισμα έχει ήδη επιτύχει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: έχει μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο των πολιτικών αντιπαραθέσεων και των δημοσιογραφικών αποκαλύψεων στο επίπεδο της θεσμικής αξιολόγησης από ένα ανεξάρτητο κρατικό όργανο.

Η σημασία του πορίσματος δεν έγκειται στο ότι αποδεικνύει ενοχή. Η Αρχή κατά της Διαφθοράς δεν είναι δικαστήριο ούτε εισαγγελική αρχή. Δεν απονέμει δικαιοσύνη και δεν εκδίδει καταδικαστικές αποφάσεις. Η σημασία του έγκειται στο ότι καταλήγει στο συμπέρασμα πως ορισμένοι από τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια δεν μπορούν να απορριφθούν ως απλές πολιτικές καταγγελίες ή δημοσιογραφικές υπερβολές, αλλά συνιστούν ζητήματα που δικαιολογούν περαιτέρω ποινική και θεσμική διερεύνηση.

Το πραγματικό ερώτημα που θέτει πλέον το πόρισμα δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα που κατονομάζονται σε αυτό. Αφορά τους ίδιους τους θεσμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η διάκριση μεταξύ πολιτικής και ποινικής ευθύνης

Στον δημόσιο διάλογο παρατηρείται συχνά μία επικίνδυνη σύγχυση μεταξύ πολιτικής και ποινικής ευθύνης.

Η ποινική ευθύνη απαιτεί αυστηρή απόδειξη συγκεκριμένων στοιχείων αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η πολιτική ευθύνη λειτουργεί διαφορετικά. Συνδέεται με την υποχρέωση λογοδοσίας, τη διαφάνεια, την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς.

Ακόμη και αν κάποια από τα ζητήματα που εξετάζονται δεν οδηγήσουν τελικά σε ποινικές διώξεις ή καταδίκες, αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι δεν ανακύπτουν σοβαρά ζητήματα πολιτικής ή θεσμικής ευθύνης.

Τα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη δεν αξιολογούνται αποκλειστικά από το πόσες καταδίκες επιτυγχάνουν. Αξιολογούνται από την ικανότητά τους να εντοπίζουν, να διερευνούν και να αντιμετωπίζουν περιπτώσεις όπου ενδέχεται να έχει διαβρωθεί η εμπιστοσύνη του κοινού προς τους θεσμούς.

Η ανεξαρτησία πρέπει και να φαίνεται

Το πλέον κρίσιμο ίσως ζήτημα που αναδεικνύεται από την υπόθεση αφορά τον ρόλο της Νομικής Υπηρεσίας.

Ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας διορίστηκαν από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη, ο οποίος περιλαμβάνεται μεταξύ των προσώπων που αναφέρονται στο πόρισμα.

Από καθαρά νομική άποψη, το γεγονός αυτό δεν δημιουργεί αυτομάτως οποιοδήποτε κώλυμα. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας προβλέπει ότι ο Πρόεδρος διορίζει τον Γενικό Εισαγγελέα και τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα. Επομένως, η ύπαρξη ενός τέτοιου διορισμού δεν μπορεί από μόνη της να θεωρηθεί στοιχείο μεροληψίας.

Ωστόσο, στις σύγχρονες δημοκρατίες η ανεξαρτησία δεν αξιολογείται μόνο με υποκειμενικά κριτήρια. Αξιολογείται και αντικειμενικά.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει ότι η δικαιοσύνη δεν αρκεί να απονέμεται. Πρέπει και να φαίνεται ότι απονέμεται. Η περίφημη αρχή ότι «justice must not only be done, but must also be seen to be done» αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα κάθε κράτους δικαίου.

Αυτό ακριβώς είναι το ζήτημα που τίθεται σήμερα. Όχι αν οι σημερινοί επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας είναι ανεξάρτητοι. Αλλά αν η διαδικασία είναι τέτοια ώστε να πείθει τον μέσο πολίτη ότι είναι ανεξάρτητη.

Η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς δεν οικοδομείται μόνο πάνω στην πραγματική αμεροληψία. Οικοδομείται και πάνω στην εικόνα αμεροληψίας.

Το διαχρονικό πρόβλημα της Νομικής Υπηρεσίας

Η υπόθεση αναδεικνύει ένα πρόβλημα που έχει επισημανθεί επανειλημμένα από ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Στην Κύπρο, ο Γενικός Εισαγγελέας ασκεί ταυτόχρονα δύο εξαιρετικά σημαντικές λειτουργίες: αφενός είναι ο νομικός σύμβουλος της Δημοκρατίας και αφετέρου είναι η ανώτατη εισαγγελική αρχή.

Αυτή η συγκέντρωση εξουσιών έχει αποτελέσει αντικείμενο παρατηρήσεων από τη Venice Commission του Συμβουλίου της Ευρώπης καθώς και από τη GRECO.

Το πρόβλημα δεν είναι απαραίτητα προσωπικό. Είναι θεσμικό.

Όταν το ίδιο όργανο καλείται να συμβουλεύει το κράτος και ταυτόχρονα να αποφασίζει εάν θα διερευνήσει ή θα διώξει πρόσωπα που άσκησαν κρατική εξουσία, δημιουργείται μια αντικειμενική θεσμική ένταση.

Σε περιόδους πολιτικής ομαλότητας το ζήτημα μπορεί να παραμένει θεωρητικό. Σε υποθέσεις όμως που αφορούν την κορυφή της πολιτικής εξουσίας, το πρόβλημα καθίσταται ιδιαίτερα εμφανές.

Η πραγματική δοκιμασία των θεσμών

Το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα:

Μπορεί η Κυπριακή Δημοκρατία να διερευνήσει αποτελεσματικά την ίδια την κορυφή της εξουσίας;

Η ιστορία δείχνει ότι οι μεγαλύτερες προκλήσεις για τα κράτη δικαίου δεν προκύπτουν όταν ερευνώνται απλοί πολίτες ή χαμηλόβαθμοι αξιωματούχοι. Προκύπτουν όταν ο έλεγχος φθάνει στους ισχυρότερους πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες μιας χώρας.

Εκεί ακριβώς δοκιμάζονται οι θεσμοί.

Η ποιότητα μιας δημοκρατίας δεν μετριέται από το πόσο αποτελεσματικά ελέγχει τους αδύναμους. Μετριέται από το κατά πόσο μπορεί να ελέγξει τους ισχυρούς χωρίς φόβο, χωρίς εξαρτήσεις και χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες.

Η ευρωπαϊκή διάσταση

Η υπόθεση δεν αφορά μόνο την Κύπρο.

Τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στα ζητήματα κράτους δικαίου, ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και καταπολέμησης της διαφθοράς. Η αξιοπιστία των εθνικών θεσμών δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά εσωτερική υπόθεση. Αποτελεί ευρωπαϊκό ζήτημα.

Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν ενδιαφέρονται μόνο για το αν υπάρχουν νόμοι κατά της διαφθοράς. Ενδιαφέρονται για το αν οι νόμοι αυτοί εφαρμόζονται αποτελεσματικά όταν τα πρόσωπα που ελέγχονται βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα εξουσίας.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η παρούσα υπόθεση έχει σημασία που υπερβαίνει τα όρια μιας συνηθισμένης πολιτικής αντιπαράθεσης.

Η ανάγκη θεσμικών μεταρρυθμίσεων

Ανεξάρτητα από την τελική εξέλιξη της υπόθεσης, το πόρισμα ανέδειξε την ανάγκη επανεξέτασης ορισμένων θεσμικών δομών.

Η συζήτηση για τον διαχωρισμό των εξουσιών της Νομικής Υπηρεσίας, για την ενίσχυση των μηχανισμών λογοδοσίας και για τη δημιουργία πρόσθετων εγγυήσεων ανεξαρτησίας σε υποθέσεις υψηλού δημόσιου ενδιαφέροντος δεν πρέπει πλέον να θεωρείται θεωρητική ή ακαδημαϊκή.

Η καλύτερη στιγμή για θεσμικές μεταρρυθμίσεις δεν είναι μετά από μια κρίση εμπιστοσύνης. Είναι πριν από την επόμενη.

Το πόρισμα για το «Κράτος Μαφία» δεν αποτελεί το τέλος μιας διαδικασίας. Αποτελεί την αρχή μιας νέας και ίσως σημαντικότερης συζήτησης.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχουν ποινικές ευθύνες. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι θεσμοί της Κυπριακής Δημοκρατίας διαθέτουν τις αναγκαίες εγγυήσεις ώστε να διερευνήσουν με αξιοπιστία, ανεξαρτησία και αποτελεσματικότητα υποθέσεις που αγγίζουν τον πυρήνα της πολιτικής εξουσίας.

Η μεγαλύτερη πρόκληση για ένα κράτος δικαίου δεν είναι να ερευνήσει τους αδύναμους. Είναι να αποδείξει ότι μπορεί να ερευνήσει τους ισχυρούς με την ίδια ακριβώς αποφασιστικότητα.

Η πραγματική δοκιμασία της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι το ίδιο το πόρισμα.

Είναι η θεσμική απάντηση που θα ακολουθήσει.

*Δικηγόρος – Νομικός Σύμβουλος