Σοβαρά ερωτήματα για τη λειτουργία των θεσμών και την έκταση της διαφθοράς στην Κυπριακή Δημοκρατία εγείρει, σύμφωνα με τον νομικό Γιώργο Χριστοφίδη, το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς για το «Κράτος Μαφία».

Μιλώντας στο philenews, ανέφερε ότι το πόρισμα αναδεικνύει συγκεκριμένες και ιδιαίτερα σημαντικές πτυχές του προβλήματος. «Η πρώτη αφορά την ύπαρξη, σε οριζόντιο επίπεδο, ενός προβλήματος διαφθοράς σε θεσμικό επίπεδο, αλλά και το ζήτημα της κατάχρησης θεσμικής επιρροής. Όλες οι ανεξάρτητες εξουσίες του κράτους φαίνεται να εμπλέκονται στη συγκεκριμένη έρευνα. Από τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τέως υπουργούς και βουλευτές, μέχρι μέλη της δικαστικής εξουσίας και τη λεγόμενη τέταρτη εξουσία, μέσω της εμπλοκής δημοσιογράφου», ανέφερε.

Σημείωσε, πως καταγράφεται η ύπαρξη ενός συστήματος στο οποίο παρατηρείται κατάχρηση θεσμικής επιρροής και εξάπλωση αυτής της πρακτικής.

Συνεχίζοντας, ο κ. Χριστοφίδης ανέφερε ότι «το δεύτερο στοιχείο αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Η Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς δεν μπορεί να αποδώσει ποινικές ευθύνες. Αντίθετα, αποδίδει, στον βαθμό που απαιτείται και στη βάση του ισοζυγίου πιθανοτήτων, ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες». Υπενθύμισε ότι η Αρχή δεν διαθέτει τις ανακριτικές εξουσίες που, όπως είπε, προβλέπονταν στον αρχικό σχεδιασμό του νομοσχεδίου.

Προς τη σωστή κατεύθυνση ο διορισμός ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών

Σχολιάζοντας την πρόθεση του Υπουργικού Συμβουλίου να διορίσει ανεξάρτητους ποινικούς ανακριτές, ανέφερε ότι πρόκειται για μια κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση.

Όπως σημείωσε, από τη στιγμή που ο Γενικός και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας έχουν αυτοεξαιρεθεί, οι όροι εντολής πρέπει να δοθούν από το ίδιο το Υπουργικό Συμβούλιο.

Παράλληλα, υποστήριξε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας εκ των πραγμάτων βρίσκεται σε κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων, καθώς υπηρέτησε ως υπουργός της προηγούμενης κυβέρνησης και έχει δημοσιοποιήσει τη σχέση που διατηρεί με τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Ο κ. Χριστοφίδης ανέφερε ακόμη ότι η συζήτηση επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα του διαχωρισμού των εξουσιών της Νομικής Υπηρεσίας και του Γενικού Εισαγγελέα. «Αν υπήρχε ήδη αυτός ο διαχωρισμός, η συζήτηση σήμερα θα ήταν εντελώς διαφορετική», είπε.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία χρειάζεται νέες θεσμικές προσεγγίσεις, εφόσον στόχος είναι η ενίσχυση της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και η αντιμετώπιση φαινομένων σήψης και διαφθοράς.

Αναφερόμενος στο «ισοζύγιο πιθανοτήτων», το οποίο επαναλαμβάνεται στο πόρισμα, εξήγησε ότι η Αρχή το χρησιμοποιεί για να καταδείξει πως δεν αποδίδει ευθύνες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, κάτι που αποτελεί αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων.

«Η Αρχή καταγράφει πιθανές παραβάσεις και εκτιμά ότι είναι πιθανότερο να έχουν διαπραχθεί τα αδικήματα που αναφέρονται στο πόρισμα. Στη συνέχεια παραπέμπει την υπόθεση στον Γενικό Εισαγγελέα και στον Έφορο Φορολογίας, ώστε να αποφασίσουν αν θα προχωρήσουν σε περαιτέρω διερεύνηση ή διώξεις», ανέφερε.

«Να εξεταστεί η πιθανότητα πειθαρχικών μέτρων»

Ερωτηθείς κατά πόσο ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος μπορεί να λάβει μέτρα, δεδομένου ότι στην υπόθεση εμπλέκονται δικηγόροι, δικαστής και δικηγορικά γραφεία, ο κ. Χριστοφίδης απάντησε ότι πρέπει να γίνουν τα αναγκαία διαβήματα προς το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο.

«Ίσως για πρώτη φορά καταγράφεται κατηγορία που αφορά δεκασμό δικαστή. Πρόκειται για ένα ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί, ώστε τα δικαστήρια να λειτουργούν ανεξάρτητα, αμερόληπτα και δίκαια», ανέφερε.

Παράλληλα, σημείωσε ότι ο ΠΔΣ οφείλει να εξετάσει τις περιπτώσεις δικηγορικών εταιρειών και δικηγόρων που κατονομάζονται στην έρευνα.

«Πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα λήψης πειθαρχικών μέτρων εναντίον τους. Πρόκειται για τον Ρίκκο Ερωτοκρίτου, τον Παναγιώτη Νεοκλέους, τον Φάνο Φιλίππου και τον Στάθη Λεμή, καθώς και για τις δύο εταιρείες που αναφέρονται στο πόρισμα», κατέληξε.