Πολλές φορές δεν συνειδητοποιούμε τι μπορεί να σημαίνει για μια χώρα όπως την Κύπρο, αλλά και για άλλες που δεν είναι ενεργειακά απομονωμένες ή εξαρτημένες στο πετρέλαιο, η αμφισβήτηση της ενεργειακής ασφάλειας.
Τη μια λέμε έχουμε ήλιο 300 ημέρες τον χρόνο, άλλες φορές λέμε έχουμε τις γεννήτριες της ΑΗΚ, μέχρι πρόσφατα ελπίζαμε πως θα βρεθεί μια λύση να απλώσουμε ηλεκτρικό καλώδιο με την Ελλάδα ή το Ισραήλ και πλέον όλοι εναποθέτουμε τις ελπίδες στις μπαταρίες. Την κεντρική αποθήκευση και την ιδιωτική αποθήκευση. Που δεν προσφέρονται σήμερα, αλλά ίσως σε κάποιο βαθμό να συνδράμουν στην απρόσκοπτη ηλεκτροδότηση το καλοκαίρι του ’27.
Όλα βοηθούν, αλλά όπως είναι κτισμένο το ηλεκτρικό μας σύστημα και το δίκτυο, οι υπάρχουσες λύσεις δεν μας εξασφαλίζουν ούτε βραχυπρόθεσμα, ούτε μεσοπρόθεσμα, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Και τίποτε δεν επιτρέπει αισιοδοξία ότι, ακόμα και αν λυνόταν το οικονομικό ή το γεωπολιτικό, θα μπορούσαμε να έχουμε ηλεκτρική διασύνδεση με την Κρήτη έστω σε 5 χρόνια.
Η Κυβέρνηση διαβεβαιώνει πως υπάρχει ενεργειακός σχεδιασμός, μόνο που θα χρειαστεί καιρός για να υλοποιηθεί. Διότι αργήσαμε να βάλουμε μπρος για τις υποδομές που απαιτούνταν στο νέο σύγχρονο ενεργειακό περιβάλλον, με δεδομένη και την υποχρέωση της πράσινης μετάβασης.
Και σε άλλες χώρες της ΕΕ υπάρχει ενεργειακός σχεδιασμός και μπαίνουν σε εφαρμογή νέοι σχεδιασμοί για αναβάθμιση υποδομών για αυξημένη παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, περισσότερες διασυνδέσεις, πιο πολλές υποδομές υποδοχής LNG, πιο πολλά αποθηκευτικά συστήματα.
Όμως η ενεργειακή ασφάλεια παραμένει ζητούμενο για κάποιες.
Αυτές τις μέρες πρώτο θέμα που απασχολεί την Ουγγαρία και τη Ρουμανία είναι, όπως και εμάς, η επάρκεια ηλεκτρισμού. Κι αν σε εμάς το πρόβλημα είναι η πολυετής ολιγωρία στην ενίσχυση της συμβατικής παραγωγής με καινούριες και ευέλικτες μονάδες, σε συνδυασμό με την αποθήκευση που θα έπρεπε να εγκαθιστούσαμε παράλληλα με τη δημιουργία φωτοβολταϊκών και αιολικών πάρκων, το «ξαφνικό» πρόβλημα στην Ουγγαρία και τη Ρουμανία, όπως και στη Σερβία, το προκάλεσαν οι μειωμένες φετινές βροχοπτώσεις και η πτώση της στάθμης των νερών του Δούναβη.
Ήδη, η Ρουμανία κήρυξε κατάσταση έκτακτης ενεργειακής ανάγκης για τον Αύγουστο, καθώς η πτώση της στάθμης του Δούναβη, οδήγησε στην υπολειτουργία και σταδιακό κλείσιμο του πυρηνικού σταθμού Τσερναβόντα, ο οποίος ψύχεται από το νερό του ποταμού, και κατ’ επέκταση τη μείωση της παραγωγής ηλεκτρισμού. Οι ρουμανικές αρχές δεν είναι βέβαιες αν θα μπορέσει να διατηρηθεί σε λειτουργία έστω ένα μικρό μέρος της δυναμικότητας παραγωγής του σταθμού μετά την Τετάρτη ή την Πέμπτη. Και ελπίδες να ανέβει η στάθμη του Δούναβη για να λειτουργήσει σύντομα ο Τσερναβόντα δεν υπάρχουν.
Όπως δεν υπάρχουν ελπίδες ούτε για την Ουγγαρία, η οποία σήμερα ή αύριο θα υποχρεωθεί να κλείσει τον δικό της πυρηνικό σταθμό, τον Πακς, με παραγωγή 2,000 μεγαβάτ υπό κανονικές συνθήκες, γύρω στο 40-45% της ζήτησης, για τον ίδιο λόγο: Δεν μπορούν να ψύχονται οι μονάδες του σταθμού με το εναπομείναν νερό του Δούναβη στην περιοχή.
Στη Σερβία η χαμηλή στάθμη του Δούναβη δεν επηρεάζει τη λειτουργία πυρηνικού σταθμού, επηρεάζει υδροηλεκτρικό σταθμό, με τις ίδιες επιπτώσεις: Μείωση παραγωγής ηλεκτρισμού.
Και στις τρεις χώρες υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές κάλυψης μέρους, έστω, των αναγκών από ακριβή εισαγόμενη ενέργεια, μέσω διασυνδέσεων. Και ήδη εφαρμόζονται προγράμματα για εξοικονόμηση στην κατανάλωση, με συμμετοχή ενεργοβόρων επιχειρήσεων αλλά και οικιακών καταναλωτών. Δύο αυτοκινητοβιομηχανίες, η Dacia και η Ford, γράφτηκε χθες ότι διέκοψαν την παραγωγή για να μειωθεί η ζήτηση στο δίκτυο της Ρουμανίας. Το ίδιο κάνουν και άλλα εργοστάσια.
Και εννοείται ότι οι δύο χώρες έχουν κάποια ευελιξία στην παραγωγή ηλεκτρισμού από άλλες τεχνοτροπίες και άλλα καύσιμα.
Ευελιξία που δεν έχει η Κύπρος, αν εξαιρέσουμε την αξιοποίηση των φωτοβολταϊκών που μας σώζουν μεν τις ώρες της ηλιοφάνειας τους θερινούς μήνες, αλλά δεν προσφέρουν για την ώρα το παραμικρό από τις 6-7 το απόγευμα μέχρι το πρωί.
Προφανώς πρέπει να μας προβληματίσει σοβαρότερα -και με την αίσθση του επείγοντος, επιτέλους- το θέμα της ενεργειακής ασφάλειας μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.