Κάθε φορά που ένας άντρας χρησιμοποιεί πυροβόλο όπλο για να αφαιρέσει τη ζωή της συντρόφου ή της συζύγου του, η δημόσια συζήτηση εξαντλείται σχεδόν πάντα στα ίδια ερωτήματα: «Γιατί συνέβη;», «Υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια;», «Θα μπορούσε να είχε αποτραπεί;». Μετά από λίγες ημέρες, η επικαιρότητα μετατοπίζεται και το ζήτημα ξεχνιέται. Μέχρι το επόμενο περιστατικό.
Η ποινική ευθύνη του δράστη είναι αυτονόητα προσωπική και κρίνεται από τη Δικαιοσύνη. Η ευθύνη της Πολιτείας, όμως, είναι διαφορετικής φύσεως. Συνίσταται στο να εξετάσει αν διαθέτει επαρκείς μηχανισμούς ώστε όσοι φέρουν υπηρεσιακό οπλισμό να εξακολουθούν, καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους, να είναι κατάλληλοι να τον κατέχουν και να τον χρησιμοποιούν.
Η Πολιτεία εμπιστεύεται στους αστυνομικούς το ύψιστο μέσο άσκησης κρατικής εξουσίας: το πυροβόλο όπλο. Η εμπιστοσύνη αυτή δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στις ψυχομετρικές εξετάσεις που διενεργούνται κατά την εισαγωγή στην Αστυνομική Ακαδημία κατά την αρχή της σταδιοδρομίας τους.
Η καταλληλότητα προς οπλοφορία δεν είναι ένα διαρκές πιστοποιητικό που αποκτάται σε ηλικία είκοσι ετών και ισχύει εσαεί. Η ψυχική υγεία, όπως και η σωματική, μεταβάλλεται. Η επαγγελματική εξουθένωση, οι οικογενειακές κρίσεις, οι εξαρτήσεις, η κατάθλιψη ή άλλα ψυχικά νοσήματα μπορούν να εμφανιστούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ζωής.
Για τον αστυνομικό, ο κίνδυνος είναι εμφανώς μεγαλύτερος. Εκτίθεται καθημερινά σε ακραία περιστατικά βίας, σε ανθρώπινο πόνο, σε επαγγελματική πίεση και σε ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες εργασίας. Οι τραυματικές εμπειρίες που συσσωρεύονται με τα χρόνια (και δεν “θεραπεύονται” χωρίς επαρκή ψυχολογική στήριξη), μπορούν να μεταβάλουν ουσιωδώς την ψυχική του κατάσταση, καθιστώντας τον, αν όχι ανίκανο για εκτέλεση καθηκόντων, ενδεχομένως, ικανό με αυστηρές προυποθέσεις και περιορισμούς.
Κι ουδόλως αυτό πρέπει να εκληφθεί ως δυσπιστία απέναντι στους αστυνομικούς, ή στιγματοποίηση των ψυχικά ασθενών. Τουναντίον, πρόκειται για μηχανισμό προστασίας τόσο των ίδιων όσο και της κοινωνίας. Θα ήταν αναλογικό (ή και επιβεβλημένο) να ελέγχεται περιοδικά η ικανότητα ενός πιλότου να κυβερνά αεροσκάφος ή ενός χειρουργού να ασκεί το λειτούργημά του. Γιατί, λοιπόν, να μην αποτελεί αυτονόητη πρακτική η περιοδική αξιολόγηση της καταλληλότητας εκείνων που φέρουν καθημερινά πυροβόλο όπλο;
Την ανάγκη αυτή αναγνωρίζουν ήδη πολλές σύγχρονες αστυνομικές υπηρεσίες. Ενδεικτικά, στις Ηνωμένες Πολιτείες εφαρμόζονται διαδικασίες αξιολόγησης καταλληλότητας προς εκτέλεση υπηρεσίας (“Fitness-for-Duty Evaluations”), οι οποίες ενεργοποιούνται όταν προκύπτουν ενδείξεις ότι ένας αστυνομικός ενδέχεται να μην είναι πλέον σε θέση να ασκεί με ασφάλεια τα καθήκοντά του. Η λογική τους στηρίζεται στο ότι η εμπιστοσύνη που παρέχει το κράτος συνοδεύεται από διαρκή υποχρέωση ελέγχου της καταλληλότητας του φορέα της.
Η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση της γυναικοκτονίας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την αυστηρότητα των ποινών ή ακόμη και από τη νομοθετική αναγνώριση του εγκλήματος ως αυτοτελούς αδικήματος. Η επιτυχία ενός κράτους δεν μετριέται από τον αριθμό των καταδικαστικών αποφάσεων, αλλά από τον αριθμό των γυναικών που δεν κατέληξαν ποτέ θύματα “γυναικοκτονίας”, επειδή ακριβώς οι κρατικοί μηχανισμοί πρόληψης λειτούργησαν εγκαίρως.
Ασφαλώς και κανένα σύστημα δεν μπορεί να αποκλείσει απολύτως την πιθανότητα μιας τραγωδίας. Μπορεί, όμως, να μειώσει ουσιωδώς τον κίνδυνο. Και αυτό ακριβώς είναι το μέτρο με το οποίο οφείλει να αξιολογείται η αποτελεσματικότητα της Πολιτείας.
Διότι κάθε γυναικοκτονία δεν αφήνει πίσω της μόνο ένα θύμα. Αφήνει και τα αφανή θύματα της τραγωδίας: τα παιδιά. Παιδιά που χάνουν τη μητέρα τους από την εγκληματική πράξη και, την ίδια στιγμή, χάνουν ουσιαστικά και τον πατέρα τους, είτε επειδή αυτοκτονεί είτε επειδή καλείται να εκτίσει την ποινή που του επιβάλλει η Δικαιοσύνη. Πρόκειται για παιδιά που καταδικάζονται να ζήσουν με ένα τραύμα το οποίο καμία δικαστική απόφαση ή κρατική πράξη δεν μπορεί να θεραπεύσει.
Γι’ αυτό, η ουσιαστική προστασία τους δεν πρέπει να αρχίζει μετά το έγκλημα. Πρέπει να αρχίζει πολύ νωρίτερα, ήδη από την έγκαιρη αναγνώριση του κινδύνου και τη δημιουργία θεσμικών μηχανισμών που παρεμβαίνουν προληπτικά.