Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Στα προεδρικά και ημιπροεδρικά συστήματα είναι δεδομένο και σχεδόν υποχρεωτικό οι αρχηγοί των κομμάτων να διεκδικούν την Προεδρία του Κράτους. Αυτό συμβαίνει επειδή στα συστήματα αυτά ο Πρόεδρος δεν έχει διακοσμητικό ρόλο, αλλά είναι ο αρχηγός της κυβέρνησης και ο κάτοχος της πραγματικής εκτελεστικής εξουσίας.

Στην Κυπριακή Δημοκρατία, που αποτελεί το μοναδικό αμιγώς προεδρικό σύστημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Πρόεδρος σχηματίζει και διοικεί την κυβέρνηση. Η λειτουργία του προεδρικού συστήματος στην Κύπρο αναδεικνύει τα όρια της κομματικής κυριαρχίας σε περιβάλλον απλής αναλογικής. Παρόλο που οι ηγεσίες του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ αποτελούν τους παραδοσιακούς πυλώνες του συστήματος, η αδυναμία τους να εξασφαλίσουν πλέον αυτόνομη πλειοψηφία μετατρέπει τις προεδρικές εκλογές σε άσκηση πολιτικού πραγματισμού. Και καθώς κανένα κόμμα δεν έχει τη δυνατότητα να επιβάλει μονομερώς ούτε τις θέσεις του ούτε τις επιλογές του, καθίσταται σαφές ότι οι απαιτούμενες συνεργασίες για την επίτευξη του στόχου της διακυβέρνησης οφείλουν να οικοδομούνται στη βάση ξεκάθαρων αρχών.

Αναμφίβολα, αυτό το μοντέλο συνύπαρξης, όταν εδράζεται σε στέρεες προγραμματικές συγκλίσεις, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τη χάραξη μιας μακρόπνοης στρατηγικής. Με οδηγό αυτές τις ξεκάθαρες αρχές, η εκάστοτε διακυβέρνηση αποκτά την απαραίτητη ιδεολογική συνοχή και ισχύ για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τόσο το εθνικό μας θέμα όσο και τα κρίσιμα κοινωνικοοικονομικά ζητήματα που απασχολούν τον τόπο.

Η ιστορία των κυπριακών προεδρικών εκλογών υπήρξε, δυστυχώς, συνδεδεμένη με στρατηγικές συμμαχίες όπου ο «ενδιάμεσος χώρος» λειτουργούσε ως ρυθμιστής της δεύτερης Κυριακής. Τα «ανταλλάγματα» αυτά, που αφορούσαν το μοίρασμα υπουργείων, τον διορισμό προέδρων σε κρίσιμους Ημικρατικούς Οργανισμούς και τις σκοπιμότητες γύρω από το Κυπριακό, αποτελούν την παθογένεια του συστήματος. Αυτού του είδους τις συναλλακτικές συνεργασίες η σύγχρονη κοινωνία τις απορρίπτει πλέον κατηγορηματικά και οφείλουμε να τις ξεπεράσουμε οριστικά. Η απαίτηση των πολιτών είναι ξεκάθαρη: οι εκλογικές συμπράξεις δεν μπορούν να αποτελούν προϊόν κομματικού παζαριού, αλλά πρέπει να εδράζονται αποκλειστικά σε διαφανείς προγραμματικές συγκλίσεις.

Ιστορικά από το 1988 και μετά, το ΑΚΕΛ (με εξαίρεση τη διεκδίκηση της περιόδου 2008-2013) επέλεγε τη στήριξη μη κομματικών υποψηφίων ή τεχνοκρατών (Γ. Βασιλείου, Τ. Παπαδόπουλος, Στ. Μαλάς, Α. Μαυρογιάννης). Ωστόσο, αυτές οι επιλογές είχαν σοβαρό πολιτικό τίμημα, καθώς οι αναγκαστικές ιδεολογικές υποχωρήσεις, κατά κανόνα, προκαλούσαν έντονες εσωτερικές αντιδράσεις από παλαιοκομματικά στελέχη προσηλωμένα στις πάγιες αρχές του κόμματος. Οι διαφωνίες τους εστιάζονταν κυρίως στην αλλοίωση της παραδοσιακής γραμμής στο Κυπριακό χάριν προεκλογικών συμμαχιών, στις εκπτώσεις στην κοινωνικοοικονομική πολιτική της Αριστεράς και στον ορατό κίνδυνο αποξένωσης της κομματικής βάσης από την ιστορική της ταυτότητα.

Στην ίδια περίοδο ο ΔΗΣΥ (με εξαίρεση το 2008) επέλεγε τη διεκδίκηση της Προεδρίας με τους αρχηγούς του (Γλ. Κληρίδης, Ν. Αναστασιάδης, Αβ. Νεοφύτου). Η εκλογή του Νίκου Χριστοδουλίδη το 2023 ανέτρεψε αυτή την παράδοση, καθώς ένα συμπαγές τμήμα της βάσης του κόμματος διαφοροποιήθηκε από την επίσημη γραμμή. Η ανατομία αυτής της μαζικής μετακλήσεως και η κατανόηση των βαθύτερων αιτιών της αποτελεί κρίσιμο θεσμικό ζητούμενο για την ίδια την παράταξη ενόψει του μέλλοντος.

Μέσα σε αυτό το νέο πολιτικό περιβάλλον, η παραδοσιακή επιλογή των κομματικών αρχηγών ως υποψηφίων υποχωρεί, αντανακλώντας την εμφανή πλέον αδυναμία των δύο μεγάλων κομμάτων να επιβάλουν τις επιλογές τους. Η επιτυχία μιας σύγχρονης υποψηφιότητας δεν κρίνεται πλέον από την κομματική ιεραρχία, αλλά από την αποδεκτικότητα και την ικανότητα του προσώπου να συσπειρώσει ευρύτερες δυνάμεις. Η εκλογή του Νίκου Χριστοδουλίδη το 2023, ο οποίος οντάς στέλεχος του ΔΗΣΥ και αξιωματούχος της Κυβέρνησης κατήλθε ως ανεξάρτητος, δεν αποτελεί μια τυχαία ανατροπή, αλλά πειστικό δείγμα της νέας ανάγκης για «αποδεκτικότητα και ικανότητα».

Στις βουλευτικές εκλογές του 2016, του 2021 και του 2026 καταγράφηκε επίσημα η συρρίκνωση του παραδοσιακού δικομματισμού, με τον ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ να σταθεροποιούνται σε ποσοστά πέριξ του 25%-30%. Αντίθετα, το 2026 το ΕΛΑΜ συγκέντρωσε 10,9% και το ΔΗΚΟ 10%. Οι αριθμοί δείχνουν ξεκάθαρα ότι τα δύο μεγάλα κόμματα δεν είναι σε θέση πλέον να ελέγξουν απόλυτα ούτε τις εκλογές ούτε τα μέλη τους.

Ενόψει του 2028, ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης αναμένεται να διεκδικήσει δεύτερη θητεία με τη στήριξη του ΔΗΚΟ (ως φυσική συνέχεια της συγκυβέρνησης) και του ΕΛΑΜ (που επιδιώκει ρυθμιστικό ρόλο), καθώς και των εξωκοινοβουλευτικών κομμάτων ΕΔΕΚ, ΔΗΠΑ και  Οικολόγων. Από την άλλη, το ΑΚΕΛ, έχοντας από το 2003 αντιληφθεί τα όρια της κομματικής του ισχύος, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επενδύσει ξανά στην υπερκομματική υποψηφιότητα του Ανδρέα Μαυρογιάννη. Τρίτος ισχυρός πόλος θα είναι ο υποψήφιος του ΔΗΣΥ, αν και στον παρόντα χρόνο δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για την πορεία του. Σε κάθε περίπτωση, ο τόπος έχει ανάγκη από συγκροτημένες πολιτικές ευρείας αποδοχής, που θα διασφαλίζουν το Κράτος Δικαίου και θα απαντούν αποτελεσματικά στις σύγχρονες ανάγκες του κόσμου.

*Νομικός, τέως ΓΓ ΠΑΣΥΔΥ