Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΠολλές φορές στο παρελθόν έχουμε αναφέρει την αναγκαιότητα για την Κυπριακή Δημοκρατία να συμμετέχει σε συνεταιρισμούς και συμμαχίες με διάφορα περιφερειακά και μη κράτη, τα οποία διατηρούν φιλικές σχέσεις ή μοιράζονται κοινά στρατηγικά συμφέροντα με τη χώρα μας, με στόχο την ενίσχυση της γεωπολιτικής της θέσης, την προώθηση των εθνικών της συμφερόντων και κυρίως την θωράκιση της ασφάλειάς της, σε ένα ιδιαίτερα ρευστό και απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.
Η ανάγκη αυτή, καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική υπό τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα, όπου η ισχύς των κρατών δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το μέγεθος ή τον πληθυσμό τους, αλλά και από τη συμμετοχή τους σε δίκτυα συνεργασίας, κοινές υποδομές και στρατηγικές πρωτοβουλίες που δημιουργούν δεσμούς αμοιβαίου συμφέροντος και αυξάνουν την ανθεκτικότητά τους απέναντι στις διεθνείς προκλήσεις.
Μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, το έργο του Great Sea Interconnector (GSI) αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για ένα έργο ενεργειακής υποδομής, αλλά για μια στρατηγική πρωτοβουλία που εντάσσει την Κύπρο σε ένα πλέγμα συνεργασίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ελλάδας και Ισραήλ, αναβαθμίζοντας ουσιαστικά τον γεωπολιτικό της ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο και υπερβαίνει τα στενά όρια ενός ενεργειακού έργου, αποκτώντας έτσι ευρύτερη πολιτική και γεωπολιτική αξία.
Παρότι η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο στο οικονομικό κόστος του έργου και στις πιθανές επιπτώσεις που ενδέχεται να μετακυλισθούν στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, η πραγματική του σημασία δεν περιορίζεται στην ενεργειακή του διάσταση. Πρόκειται αναμφίβολα για ζητήματα σημαντικά, τα οποία μπορούν να αξιολογηθούν με μεγαλύτερη εξειδίκευση από τους αρμόδιους τεχνοκράτες και ειδικούς. Ωστόσο, η οικονομική διάσταση του έργου δεν θα πρέπει να εξετάζεται αποκομμένη από τις ευρύτερες γεωπολιτικές του προεκτάσεις. Η αξιολόγηση του κόστους και των πιθανών επιβαρύνσεων είναι ασφαλώς απαραίτητη και πρέπει να γίνεται με σοβαρότητα και τεκμηρίωση, χωρίς όμως να επισκιάζει τις μακροπρόθεσμες στρατηγικές δυνατότητες του έργου.
Σε μια εποχή κατά την οποία η ενέργεια, η ασφάλεια και οι διεθνείς συμμαχίες αλληλοσυνδέονται όλο και περισσότερο, ο GSI μπορεί να εξελιχθεί σε ένα έργο με επιπτώσεις που θα ξεπερνούν κατά πολύ τον τομέα της ηλεκτροδότησης.
Η προοπτική αυτή συνδέεται άμεσα με το σημαντικότερο διαχρονικό πλεονέκτημα της Κύπρου, τη γεωγραφική της θέση. Η γεωγραφία όμως από μόνη της δεν αρκεί. Απαιτούνται υποδομές που να μετατρέπουν αυτό το φυσικό πλεονέκτημα σε πραγματική πολιτική και οικονομική αξία. Ο Great Sea Interconnector μπορεί να επιτελέσει ακριβώς αυτόν τον ρόλο, αναβαθμίζοντας τη θέση της χώρας ως γέφυρας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ανατολικής Μεσογείου και ενισχύοντας τη διαπραγματευτική της βαρύτητα.
Στη σύγχρονη γεωπολιτική πραγματικότητα, κράτη που συμμετέχουν σε κρίσιμες υποδομές μεταφοράς ενέργειας, αποκτούν επιρροή δυσανάλογη προς το μέγεθός τους, ακριβώς επειδή καθίστανται απαραίτητα για την εύρυθμη λειτουργία ευρύτερων περιφερειακών δικτύων.
Εξίσου σημαντική, είναι η διάσταση των διεθνών συνεργασιών που δημιουργούνται μέσα από τέτοιες υποδομές. Οι πολιτικές συμμαχίες μεταβάλλονται συχνά ανάλογα με τις διεθνείς εξελίξεις, όμως οι μεγάλες διακρατικές επενδύσεις δημιουργούν σχέσεις αμοιβαίου συμφέροντος. Όταν διαφορετικά κράτη επενδύουν σημαντικούς πόρους σε ένα κοινό έργο, αποκτούν παράλληλα ισχυρό κίνητρο να διαφυλάξουν τη σταθερότητα και την ασφάλειά του.
Για την Κυπριακή Δημοκρατία, η συμμετοχή σε ένα τέτοιο σχήμα συνεργασίας με την Ελλάδα και το Ισραήλ, σε συνδυασμό με την άμεση στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς το έργο, ενισχύει το διπλωματικό της αποτύπωμα και δημιουργεί προϋποθέσεις για περαιτέρω συνεργασίες στους τομείς της ενέργειας, της τεχνολογίας, των επενδύσεων, αλλά κυρίως στους τομείς ασφάλειας και άμυνας.
Φυσικά, κανένα έργο τέτοιας εμβέλειας δεν στερείται κινδύνων και προκλήσεων. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι η ολοκλήρωση ενός έργου που συνδέει άμεσα την Κύπρο με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο, μέσω της Ελλάδας, δεν ενισχύει μόνο την ενεργειακή ασφάλεια του νησιού, εξού και στο παρελθόν είχε προβεί σε απαράδεκτες προκλήσεις, με στόχο να αποτρέψει την συνέχιση του έργου.
Με άλλα λόγια, η αξία του έργου δεν περιορίζεται στα χιλιόμετρα του καλωδίου που θα τοποθετηθούν στον βυθό της Μεσογείου, αλλά επεκτείνεται στο πλέγμα συμφερόντων, συνεργασιών και αλληλεξαρτήσεων που δημιουργεί γύρω από την Κυπριακή Δημοκρατία και ακριβώς αυτή η διάσταση είναι που προσδίδει στο έργο ευρύτερη στρατηγική και γεωπολιτική σημασία.
Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση για τον Great Sea Interconnector δεν μπορεί να εξαντλείται αποκλειστικά σε λογιστικούς υπολογισμούς ή σε βραχυπρόθεσμες οικονομικές ανησυχίες. Τα μεγάλα στρατηγικά έργα αξιολογούνται όχι μόνο με βάση το άμεσο οικονομικό τους κόστος, αλλά και από τη δυνατότητά τους να διαμορφώνουν τις στρατηγικές επιλογές και τις προοπτικές μιας χώρας για τις επόμενες δεκαετίες. Για τον λόγο αυτό, παρά τις δυσκολίες, τις αβεβαιότητες και τις προκλήσεις που αναμφίβολα υπάρχουν, το έργο πρέπει να αξιολογηθεί με όρους μακροπρόθεσμου εθνικού και στρατηγικού συμφέροντος το οποίο θα διαμορφώσει, σε σημαντικό βαθμό, τις δυνατότητες και τις επιλογές της χώρας για τις επόμενες γενιές.
*Διεθνολόγος, Υποψ. Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων