Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΠολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για την γέννηση και εξέλιξη του Κυπριακού Ζητήματος και για την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 μετά τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1959, ωστόσο εμείς θα θέλαμε να σταθούμε στην εφαρμογή του οσμανικού συστήματος των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων-millet sistemi στο κράτος αυτό.
Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας τέθηκε σε ισχύ στις 16 Αυγούστου 1960 και σε αυτό προβλέπεται ένα μοντέλο διοίκησης το οποίο βασίζεται όχι σε μεμονωμένους πολίτες με ατομικά δικαιώματα στη βάση του πολιτικού φιλελευθερισμού, αλλά αντίθετα βασίζεται στον διαχωρισμό των πολιτών σε δύο κοινότητες σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, εμπνεόμενο από το οσμανικό σύστημα των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων-millet sistemi. [1] Με τον τρόπο αυτό προβάλλεται η εθνικοθρησκευτική κοινότητα έναντι των ατομικών οντοτήτων. Δηλαδή η εξουσία δεν πηγάζει από το λαό αλλά από τις εθνικοθρησκευτικές κοινότητες. [2] Πρόκειται δηλαδή για την ίδρυση ενός οθωμανικού τύπου κράτους δηλαδή στην ουσία για ένα πισωγύρισμα αρκετών αιώνων πίσω από την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό που οδήγησαν στον σύγχρονο κόσμο.
Μόνο που το οσμανικό σύστημα των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων-millet sistemi επειδή ήταν ισλαμικής προέλευσης και έμπνευσης υπαγόρευε και προϋπέθετε την κάθετη διαστρωμάτωση των millet με κυρίαρχο αυτό των Μουσουλμάνων και «προστατευόμενα» με σειρά διαστρωμάτωσης τα millet των Ορθόδοξων Ρωμιών , των Γρηγοριανών Αρμένιων και τελευταίο στη βάση της πυραμίδας αυτό των Εβραίων.[3]
Στην περίπτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας έγινε προσπάθεια να εφαρμοστεί το ίδιο σύστημα χωρίς να υπάρχει κυρίαρχο millet. και μάλιστα πολύ χονδροειδώς, γιατί υπάρχει ένας διαχωρισμός μουσουλμάνων – μη μουσουλμάνων. Απόδειξη αυτού είναι ότι οι κοινότητες Αρμενίων, Μαρωνιτών και Λατίνων της Μεγαλονήσου υπολογίστηκαν (και υπολογίζονται) στο ποσοστό των Ελληνοκυπρίων (Ρωμιών όπως τους αποκαλούν οι Τούρκοι και η Τουρκία, που σημαίνει ορθόδοξοι χριστιανοί – με αντίστοιχο για την άλλη πλευρά το μουσουλμάνοι και όχι Τούρκοι)[4]
Στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας προβλέπεται η Βουλή των Αντιπροσώπων που αποτελείται από 80 έδρες με αναλογία 70% μέλη της ελληνικής κοινότητας (56 έδρες) και 30% μέλη της τουρκικής κοινότητας οι οποίοι εκλέγονταν με ξεχωριστούς κοινοτικούς εκλογικούς καταλόγους. [5] Επίσης καθεμία από τις δύο κοινότητες διαθέτει τη δική της Συνέλευση με αρμοδιότητες σε θέματα παιδείας, πολιτισμού και θρησκείας, ενώ η εκπροσώπηση των Ελλήνων και των Τούρκων στο δημόσιο τομέα καθορίζεται αναλογία 70% Έλληνες και 30% Τούρκοι (παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες αποτελούσαν το 80% του Πληθυσμού και οι Τούρκοι το 18%) .
Το κράτος αυτό λειτούργησε με τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων μέχρι τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963-1964 οπότε οι Τουρκοκύπριοι αποσύρθηκαν από την διοίκηση και τους θεσμούς και σε μεγάλο βαθμό συγκεντρώθηκαν σε θύλακες. Ακολούθησε ένας ακήρυχτος ελληνο-τουρκικός πόλεμος στο Νησί που σφραγίστηκε με την τουρκική εισβολή της 20ης Ιουλίου του 1974 , ενώ παράλληλα οι Ελληνοκύπριοι μαστίζονταν από μία εμφύλια διαμάχη που έλαβε άγριο χαρακτήρα και έφτασε στην ουσία μέχρι το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου της 15ης Ιουλίου 1974 το οποίο έδωσε και την αφορμή και διευκόλυνε την τουρκική εισβολή. [6]
Δεν είναι τυχαίο ότι ο όρος Εθνάρχης παραπέμπει στο οσμανικό σύστημα των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων-millet sistemi και αναφέρεται στον millet başı δηλαδή στον επικεφαλής της εθνικοθρησκευτικής κοινότητας-millet ο οποίος ήταν ο ανώτατος θρησκευτικός της ηγέτης και διέθετε ευρύτατες κοσμικές και διοικητικές εξουσίες, λειτουργώντας ως διαμεσολαβητής μεταξύ του ποιμνίου του millet και της οθωμανικής εξουσίας (Υψηλής Πύλης).[7]
Το οσμανικό σύστημα των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων-millet sistemi εφαρμόστηκε και στον Λίβανο με τις οθωμανικές μεταρρυθμίσεις του 1842 και του 1861 με αποτέλεσμα την θεσμοποίηση του διαχωρισμού σε κοινότητες με βάση το θρήσκευμα και την περιχαράκωση των κλειστών «εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων». Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε και μετά την αποχώρηση των Οθωμανών από το Λίβανο το 1918 και οδήγησε σε τραγικά αδιέξοδα μέχρι τις μέρες μας.[8]
Επίσης το οσμανικό σύστημα των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων-millet sistemi είχε εφαρμοστεί και στη Συνθήκη της Λωζάνης τον Ιούλιο του 1923 όπου ως βασικό κριτήριο για την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποτέλεσε η θρησκεία και όχι η εθνικότητα και σύμφωνα με το άρθρο 2β της συνθήκης χρησιμοποιήθηκε ο όρος Μουσουλμάνοι και όχι Τούρκοι..
Τέλος το οσμανικό σύστημα των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων-millet sistemi εφαρμόστηκε με έναν ιδιόμορφο τρόπο στην Τουρκία που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ όπου δεν αναγνωρίζονται εθνικές μειονότητες, αλλά μόνο θρησκευτικές .Αυτό όμως ισχύει μόνο για το νομικό καθεστώς των μειονοτήτων (και όχι πλέον κοινοτήτων) ως μη εθνικών, ενώ την ίδια στιγμή οι ίδιες οι μειονότητες έχουν στερηθεί της προστασίας από τους θρησκευτικούς τους ηγέτες (όπως ίσχυε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) και οι θρησκευτικοί θεσμοί περιορίζονται πλέον στα αυστηρά τους λατρευτικά τους καθήκοντα. Ταυτόχρονα οι μη μουσουλμάνοι ως Τούρκοι πολίτες ενός κοσμικού (έστω τύποις) κράτους, στέκονται απέναντι σε ένα κράτος που έχει υιοθετήσει ευρωπαϊκό δίκαιο. Το ίδιο αυτό το κράτος αναγνωρίζει μόνο τις θρησκευτικές μειονότητες των ελληνορθοδόξων Ρωμιών, των Αρμενίων και των Εβραίων οι οποίοι ναι μεν είναι όλοι Τούρκοι απέναντι στο νόμο αλλά όσον αφορά την αντιμετώπιση τους από το κράτος και τη μουσουλμανική πλειοψηφία τυγχάνουν στην πράξη όλων των αρνητικών διακρίσεων του millet sistemi της προ Τανζιμάτ περιόδου και μάλιστα με πιο συστηματικό τρόπο. [9]

* Ο Γεώργιος Γκοβέσης γεννήθηκε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1968, κατάγεται από την Ορεινή Κορινθία και είναι μόνιμος κάτοικος Ξάνθης. Το 1990 αποφοίτησε από το τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1993 έλαβε μεταπτυχιακό Master of Arts Πολιτικών Επιστημών από το Πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως ως υπότροφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και το 2002 αναγορεύθηκε διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Βιβλία, επιστημονικές εργασίες και άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στην Ελλάδα και στην Τουρκία.
Στην Ελλάδα τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Σπανίδης Ξάνθη.