Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Ανοικτή Επιστολή Διαμαρτυρίας προς το ΕΤΕΚ για τη στάση ανοχής απέναντι σε αδιαφανείς πολεοδομικές πρακτικές, τη μη δημοσιοποίηση περιβαλλοντικών-οικονομικών δεδομένων, την παράβαση του περί της Πρόσβασης του Κοινού σε Πληροφορίες που είναι Σχετικές με το Περιβάλλον Νόμου και τη διαιώνιση φαινομένων που υποσκάπτουν τη χρηστή διοίκηση και εντείνουν τη θεσμική αδιαφάνεια στον Δήμο Λευκωσίας, τον ΕΟΑ Λευκωσίας, το ΣΥΜΕΠΑ και άλλες Πολεοδομικές Αρχές.

Με την παρούσα ανοικτή επιστολή, υπό την ιδιότητά μου ως επαγγελματίας Επιμετρητής Ποσοτήτων και εγγεγραμμένο μέλος του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ), εκφράζω την έντονη διαμαρτυρία, την απογοήτευση και την αγανάκτησή μου για τη στάση του Επιμελητηρίου μας. Ενεργώντας στο πλαίσιο του θεσμοθετημένου καθήκοντος επαγγελματικής επιμέλειας και αναφοράς, καταγγέλλω ότι η μέχρι τώρα στάση ή αδράνεια του ΕΤΕΚ, ως ο θεσμοθετημένος τεχνικός και επιστημονικός σύμβουλος του κράτους δυνάμει του περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμου (Ν. 224/1990), αφήνει περιθώρια να ερμηνευθεί ως έμμεση ανοχή ή κάλυψη έκνομων και αδιαφανών πολεοδομικών πρακτικών, παραβιάζοντας κάθε αρχή δεοντολογίας και επαγγελματικής ακεραιότητας.

Συγκεκριμένα, στην περίπτωση μεγάλων οικιστικών και εμπορικών αναπτύξεων στην πρωτεύουσα, παρατηρείται μια συστηματική διοικητική εκτροπή, η οποία συνιστά κατάφωρη παραβίαση του Διοικητικού, Πολεοδομικού και Ευρωπαϊκού Δικαίου. Το ΕΤΕΚ δεν γίνεται απλά χειροκροτητής και υμνητής των μεθοδεύσεων, αλλά ορισμένες φορές συμπλέει πανηγυρικά και λιβανίζει τις αναπτύξεις που αφορά η εκτροπή, βαφτίζοντάς τις ως δήθεν πρόοδο.

1. Παράβαση Ουσιώδους Τύπου της Διαδικασίας (Ultra Vires) και το Ανεπίτρεπτο της Μεταγενέστερης Θεραπείας (Ex Post Facto)

Βάσει του Παραρτήματος 4 του Σχεδίου Περιοχής Κέντρου Λευκωσίας (ΣΠΚΛ), η δυνατότητα αύξησης των δικαιωμάτων ανάπτυξης μέσω εξαγοράς συντελεστή δεν αποτελεί κεκτημένο, αυτόματο ή αφηρημένο δικαίωμα, αλλά προϊόν «ειδικής συμφωνίας». Σύμφωνα με το Άρθρο 13 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν. 158(I)/1999), η διοικητική διαδικασία πρέπει να διεξάγεται με βάση τον τύπο που προβλέπει ο νόμος. Εφόσον το ΣΠΚΛ απαιτεί τη σύναψη συμφωνίας, η αίτηση για Πολεοδομική Άδεια υποχρεούται εκ του Νόμου να περιέχει σαφή, γραπτή και ανεπιφύλακτη οικονομική πρόταση του αιτητή (μελέτη κόστους εξαγοράς Συντελεστή Δόμησης βάσει της αξίας γης του οικοπέδου) ως συστατικό στοιχείο του σώματος της αίτησης, ώστε αυτή να μην απορριφθεί. Εναλλακτικά, θα μπορούσε (και ίσως να ήταν ορθότερο) η πρόταση να προηγηθεί της Πολεοδομικής Αίτησης, ως εξηγώ το πως και το γιατί σε κατοπινό σημείο.

Ειδικότερα, το Άρθρο 43 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου του 1972 (Ν. 90/1972) ορίζει: «Ο Υπουργός ή αρχή τις εις την οποίαν έχουσι μεταβιβασθή αρμοδιότητες δύναται να συνάψη συμφωνίαν μεθ’ οιουδήποτε προσώπου έχοντος συμφέρον εις ακίνητον ιδιοκτησίαν αναφορικώς προς την ανάπτυξιν ή χρήσιν της ακινήτου ιδιοκτησίας είτε μονίμως είτε κατά την διάρκειαν τοιούτου χρονικού διαστήματος οίον ήθελε καθορισθή υπό της συμφωνίας πάσα δε τοιαύτη συμφωνία δύναται να περιέχη τοιαύτας παρεμπιπτούσας ή επακολούθους διατάξεις (περιλαμβανομένων και διατάξεων οικονομικού χαρακτήρος) οίας ο Υπουργός θεωρεί αναγκαίας ή σκοπίμους διά τους σκοπούς της συμφωνίας και διά την επιβολήν των όρων αυτής επί του συνάπτοντος την συμφωνίαν προσώπου και των εξ αυτού αρυομένων  εμπράγματον δικαίωμα προσώπων.»

Είναι κατανοητό πως το πρόσωπο που αιτείται την Πολεοδομική Άδεια για μιαν υπέρογκη ανάπτυξη, πρέπει να υποβάλει ως αναπόσπαστο μέρος της αιτήσεως την οικονομική πρόταση για τη συμφωνία (με τεχνική τεκμηρίωση της πρότασής του), ώστε να μπορέσει να εξασφαλίσει τα δικαιώματα από την Πολεοδομική Αρχή, η οποία μέχρι τον Ιούλιο του 2024 (οπόταν έτυχε η ίδρυση των Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης – ΕΟΑ – που έγιναν Πολεοδομικές αρχές εντός των Επαρχιών τους) ήταν ο Δήμος Λευκωσίας εντός των ορίων του. Στην περίπτωση που ο Δήμος Λευκωσίας λάμβανε μιαν αίτηση για Πολεοδομική Άδεια η οποία χρειαζόταν επιπρόσθετο συντελεστή δόμησης βάσει του Παραρτήματος 4 του ΣΠΚ Λευκωσίας, αν δεν υπήρχε οικονομική πρόταση για συμφωνία ο Δήμος Λευκωσίας όφειλε να ενημερώσει τον developer (ιδιώτη αιτητή – επιχειρηματία ανάπτυξης γης) πως η αίτησή του ήταν ασυμπλήρωτη και επομένως απορριπτέα. Αν κατόπιν αυτού του σταδίου δεν κατατίθετο οικονομική πρόταση εντός καθορισθείσας προθεσμίας, ο Δήμος Λευκωσίας όφειλε να απορρίψει την αίτηση.

Ο Δήμος δεν μπορεί να συμπληρώνει Πολεοδομικές Αιτήσεις με δική του πρωτοβουλία, ενώ ελλείψει της οικονομικής πρότασης (ή, όπως είναι δυνατό να επιχειρηματολογηθεί, ελλείψει σύμβασης του Άρθρου 43 και προηγούμενης εξασφάλισης συντελεστή) δεν πληρούν τα κριτήρια του Νόμου. Δηλαδή, η πρόταση για υπογραφή συμφωνίας (σύμβασης) δεν μπορεί να προέρχεται από τον Δήμο Λευκωσίας ως Πολεοδομική Αρχή, αλλά από τον αιτητή. Ο Δήμος οφείλει να εξετάσει την αίτηση αντικειμενικά και αδέκαστα. Εκεί τελειώνει η υποχρέωση της Πολεοδομικής Αρχής, αναφορικά με το στάδιο αυτό. Δεν οφείλει, ούτε πρέπει, να συντάξει το ουσιαστικό περιεχόμενο μιας συμφωνίας και να την προτείνει ο ίδιος στον αιτητή. Νοουμένου όμως ότι υπάρχει η πρόταση από τον αιτητή, οφείλει σίγουρα να την εξετάσει και να θέσει τους όρους και τα όριά του, βάσει συγκεκριμένων απαιτήσεων του Νόμου. Το Άρθρο 43 του Ν. 90/1972 δίδει την πρόνοια και τον μηχανισμό για την συνομολόγηση μιας τέτοιας σύμβασης. Κάτι το ανάλογο (και ομολογουμένως ακραίο) μιας τέτοιας εξωφρενικά έκνομης πράξης, θα ήταν η υποβολή μιας Πολεοδομικής Αίτησης χωρίς αρχιτεκτονικά σχέδια όπου ο Δήμος Λευκωσίας θα ετοίμαζε τα αρχιτεκτονικά σχέδια του ιδιώτη developer, ώστε να προωθήσει την εξέταση της αίτησής του. Δεν γίνεται ο Δήμος να χρησιμοποιεί το δημόσιο χρήμα και τους πόρους του για να συμπληρώνει ουσιώδες τμήμα πολεοδομικής αίτησης.

Ας θεωρήσουμε το ακόλουθο παράδειγμα: Ένας επιθυμεί και ζητά να κτίσει, με τη μεταφορά συντελεστή από διατηρητέο κτίριο, χωρίς όμως να έχει εξασφαλίσει τον αναγκαίο συντελεστή δόμησης. Αιτείται Πολεοδομική Άδεια. Υπάρχει η πρόνοια, στο Κανονιστικό πλαίσιο και στον Νόμο, να κτίσει ένα κτίριο με την κάλυψη γης και το μέγεθος που επιθυμεί, όμως δεν έχει εξασφαλίσει τον συντελεστή. Η αίτησή του είναι καταδικασμένη σε απόρριψη.

Γιατί στην περίπτωση που developer επιθυμεί να ενεργοποιήσει τις δυνατότητες για εξαγορά δικαιωμάτων ανάπτυξης (συντελεστή δόμησης) βάσει του Παραρτήματος 4 του ΣΠΚΛ, να μην είναι υποχρεωμένος να τις ενεργοποιήσει με τεχνοοικονομική πρόταση για εξαγορά; Γιατί ο Δήμος Λευκωσίας να εργαστεί για να ετοιμάσει την πρόταση και τους όρους συμφωνίας προς όφελος του developer; Το κυριότερο όμως ερώτημα είναι άλλο: Γιατί ο Δήμος να εγκρίνει Πολεοδομικές Άδειες υπό την αίρεση της υπογραφής σύμβασης του Άρθρου 43 (ενώ μάλιστα ο ίδιος ο Δήμος σε πολλές περιπτώσεις αναγνωρίζει ότι εκκρεμεί η διερεύνηση στοιχείων η κατάληξη της οποίας ενδέχεται να επιφέρει αλλαγές στον σχεδιασμό και στις ανάγκες για δικαιώματα ανάπτυξης), δηλαδή πριν και χωρίς την εξασφάλιση δικαιωμάτων ανάπτυξης; Θα έπρεπε να προηγείται η υπογραφή σύμβασης, κατόπιν πρότασης του αιτητή και θεμιτής διαπραγμάτευσης (με απαρέγκλιτα όρια) με την Πολεοδομική Αρχή. Διότι πρέπει ένας να κατέχει τον αναγκαίο συντελεστή δόμησης. Στη σύμβαση έπρεπε να τίθετο ο όρος ότι θα καταβληθούν χρήματα στο Ταμείο Υποδομής και Αναζωογόνησης του Δήμου Λευκωσίας (ή άλλο κατάλληλο ταμείο της ίδιας ή άλλης Πολεοδομικής Αρχής) και θα ήταν υποκείμενο στο ανάλογο memo (εμπράγματο βάρος) το ακίνητο που αφορά. Μόνο έτσι θα μπορούσε να έχει εξασφαλιστεί ο συντελεστής ούτως ώστε να προχωρήσει η εξέταση της Πολεοδομικής Αίτησης χωρίς να είναι αυτή καταδικασμένη σε απόρριψη.

Υπογραμμίζεται κατηγορηματικά ότι ο Δήμος Λευκωσίας δέχθηκε, εξέτασε, προώθησε και ενέκρινε το μέγεθος αναπτύξεων χωρίς να απορρίψει τις αιτήσεις ως παράνομες και ασυμπλήρωτες, παρά την πλήρη απουσία της απαιτούμενης οικονομικής πρότασης καθώς και την απουσία προηγούμενης συμφωνίας. Η δράση αυτή του Δήμου να καθορίζει το αντιστάθμισμα «κατόπιν εορτής» παραβιάζει τον ουσιώδη τύπο της διαδικασίας. Στο Διοικητικό Δίκαιο, η παράβαση ουσιώδους τύπου κατά την έναρξη της διαδικασίας δεν θεραπεύεται εκ των υστέρων.

Παρομοίως πράττουν και άλλες Πολεοδομικές Αρχές. Η νομιμοφάνεια δεν είναι νομιμότητα.

Έναντι του ισχυρισμού του Δήμου ότι η διαδικασία ολοκληρώθηκε νόμιμα με την εκ των υστέρων υπογραφή Πολεοδομικής Σύμβασης δυνάμει του Άρθρου 43 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου (Ν. 90/1972), προβάλλεται το εξής αντίδοτο: Η πρακτική αυτή συνιστά ανεπίτρεπτη μεταγενέστερη προσπάθεια νομιμοποίησης (ex post facto) μιας εξαρχής ελαττωματικής και νομικά ανύπαρκτης προπαρασκευαστικής πράξης. Η τελική άδεια στερείται νόμιμου προγενέστερου βάθρου, καθιστώντας τις εκδοθείσες άδειες εξαρχής νομικά άκυρες και ανακλητέες λόγω, μεταξύ άλλων, πλήρους έλλειψης δέουσας έρευνας και λοιπών προϋποθέσεων κατά τον κρίσιμο χρόνο λήψης της απόφασης.

2. Παράνομη Παράκαμψη της «Σύμβασης του Άαρχους» και του Ν. 119(I)/2004

Οι οικονομικοί μηχανισμοί εξαγοράς συντελεστή δόμησης αποτελούν «Πληροφορία Σχετική με το Περιβάλλον» βάσει του Άρθρου 2 του περί της Πρόσβασης του Κοινού σε Πληροφορίες που είναι Σχετικές με το Περιβάλλον Νόμου του 2004 (Ν. 119(I)/2004). Ο Νόμος ορίζει ρητά ότι ως περιβαλλοντική πληροφορία νοούνται τα διοικητικά μέτρα, όπως οι πολεοδομικές αιτήσεις, άδειες και οι συμβάσεις, καθώς και οι οικονομικές αναλύσεις και υποθέσεις που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο των μέτρων αυτών.

Εφόσον η συστηματική προσθήκη δεκάδων επιπλέον ορόφων σε αναπτύξεις μεγάλης κλίμακας αλλοιώνει άμεσα το αστικό περιβάλλον αναφορικά με τον ηλιασμό, τον κυκλοφοριακό φόρτο και τη φέρουσα ικανότητα, η οικονομική πρόταση και η σχετική συμφωνία συνιστά το γενεσιουργό αίτιο αυτής της περιβαλλοντικής τροποποίησης.

Υπογραμμίζεται ότι η διοίκηση έχει αναπτύξει μια πάγια και συστηματική τακτική απόκρυψης, η οποία εφαρμόζεται οριζόντια σε δύο εντελώς χωριστές, παράλληλες και ανεξάρτητες διαδικασίες, παραβιάζοντας τον Πυλώνα ΙΙ της Διεθνούς Σύμβασης του Άαρχους για την υποχρέωση έγκαιρης και ουσιαστικής συμμετοχής του κοινού στη λήψη περιβαλλοντικών αποφάσεων:

  • Στο επίπεδο των εκάστοτε Τοπικών Πολεοδομικών Αρχών (όπως ο Δήμος Λευκωσίας): Κατά την εξέταση αιτήσεων όπου θα ήταν αναγκαία η εξαγορά συντελεστή δόμησης βάσει του Παραρτήματος 4 του ΣΠΚΛ, η απαίτηση για γραπτή οικονομική πρόταση και μελέτη κόστους αποκρύβεται παγίως από το σώμα των αιτήσεων, επιτρέποντας στις Τοπικές Αρχές να παρακάμπτουν τη δεσμευτική υποχρέωση για καταβολή μετρητών στο Ειδικό Ταμείο και να μεταθέτουν τη διαδικασία σε κλειστές, εκ των υστέρων διμερείς συμβάσεις του Άρθρου 43 που ενέχουν κίνδυνο ανατροπής ή ακύρωσής τους.
  • Στο επίπεδο του Συμβουλίου Μελέτης Παρεκκλίσεων (ΣΥΜΕΠΑ): Κατά τη χωριστή διαδικασία των Δημόσιων Ακροάσεων που διεξάγει το ΣΥΜΕΠΑ δυνάμει του Κανονισμού 16 της Κ.Δ.Π. 309/1999 για τις αιτούμενες παρεκκλίσεις, το κοινό καλείται διαχρονικά να γνωμοδοτήσει στα τυφλά, καθώς το ΣΥΜΕΠΑ αποκρύπτει συστηματικά το οικονομικό-περιβαλλοντικό σκέλος των αντισταθμιστικών μέτρων, μετατρέποντας τη θεσμοθετημένη Ακρόαση σε μια προσχηματική «βιτρίνα», αφού οι πολίτες αποκλείονται από το να γνωρίζουν και να σχολιάσουν το πραγματικό τίμημα των παρεκκλίσεων.

Η απόκρυψη των προτάσεων αυτών και των Πολεοδομικών Συμβάσεων παραβιάζει την υποχρέωση για Ενεργό Διάχυση της Περιβαλλοντικής Πληροφορίας (Άρθρο 12 του Ν. 119(I)/2004), καθώς και το Άρθρο 7Α του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στερώντας παράνομα από τους πολίτες το δικαίωμα της έγκαιρης πληροφόρησης και ένστασης. Αυτή η διπλή μεθόδευση μετατρέπει τις διαδικασίες σε νομικά διάτρητες, αφού το κοινό καλείται να τοποθετηθεί επί των αναπτύξεων χωρίς να του επιτρέπεται να γνωρίζει και να αξιολογήσει το πραγματικό οικονομικό και περιβαλλοντικό τίμημα που επιβάλλει ο νόμος.

Είναι σαφές και αδιαπραγμάτευτο, πως για την εξέταση Πολεοδομικής Αίτησης δεν πρέπει μόνο να υπάρχει οικονομική πρόταση του αιτητή, αλλά και υπογραφείσα σύμβαση βάσει του Άρθρου 43, ώστε αυτή να μπορεί να διατεθεί στο κοινό και να διασφαλιστεί η διαφάνεια στη δυνατότητα ανατροφοδότησης, δηλαδή γνωμοδότησης, ένστασης κ.α. πιθανών ενεργειών που εμπίπτουν στα δικαιώματα των Δημοτών και άλλων προσώπων σε σχέση με συγκεκριμένη ανάπτυξη.

3. Κατάφωρη Καταστρατήγηση του περί Δημοσίων Συμβάσεων Νόμου (Ν. 73(I)/2016) και Αποδόμηση της Άμυνας των «Πολεοδομικών Όρων»

Αντί της προβλεπόμενης διαφανούς οδού, ο Δήμος Λευκωσίας εφάρμοσε μια παράνομη μεθοδολογία δύο σταδίων. Στο Στάδιο Α παραλάμβανε γυμνές τεχνικές αιτήσεις, εγκρίνοντας το μέγεθος της ανάπτυξης χωρίς να έχει κλειδώσει η οικονομική δέσμευση, επιτρέποντας στον επενδυτή να εξασφαλίσει προνομιακό «αέρα» ανάπτυξης χωρίς να δεσμεύσει κεφάλαια. Υπήρξαν και σχεδόν εξωπραγματικές περιπτώσεις, όπως θα δούμε παρακάτω, όπου ο αιτητής είχε εξασφαλίσει την άδεια χωρίς καν να έχει οριστικοποιηθεί το μέγεθος της ανάπτυξης. Στο Στάδιο Β προχωρούσε σε διμερείς, εξωδικαστικές διευθετήσεις με το πρόσχημα δήθεν «συμψηφισμών σε είδος» ή ακόμα και με τον ισχυρισμό, στη σφαίρα του δημοσίου, πως τάχα επέβαλε επιπρόσθετα βάρη και υποχρεώσεις σε έναν developer. Αντιστοίχως έπραττε και το Υπουργικό Συμβούλιο μέσω του ΣΥΜΕΠΑ, όπως και άλλες Πολεοδομικές Αρχές.

Όταν μια Πολεοδομική Αρχή επιτρέπει σε έναν ιδιώτη developer να κατασκευάσει οδικά ή κοινωφελή έργα στον δημόσιο χώρο (ή, χειρότερα, στον ιδιωτικό του χώρο) και ακολούθως «συμψηφίζει» το κόστος αυτό με τα οφειλόμενα τέλη εξαγοράς ή ισχυρίζεται πως τέτοια αποτελούν αντιστάθμισμα του βάρους που θα προκληθεί στην περιοχή κ.ο.κ., στην πραγματικότητα προβαίνει σε παράνομη, απευθείας ανάθεση δημόσιου έργου.

Έναντι του αναμενόμενου ισχυρισμού του Δήμου ότι τα έργα αυτά αποτελούν απλούς «πολεοδομικούς όρους ή επιβαρύνσεις» (planning obligations) που εξαιρούνται από το δίκαιο των προσφορών, προβάλλεται η ρητή και δεσμευτική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), η οποία κατεδαφίζει κάθε εγχώριο διοικητικό αυτοσχεδιασμό:

  • Υπόθεση Teatro alla Scala (C-399/98): Το ΔΕΕ απεφάνθη ότι όταν μια δημόσια αρχή παραχωρεί πολεοδομικά δικαιώματα ή απαλλάσσει έναν ιδιώτη από την υποχρέωση καταβολής ενός βεβαιωμένου χρηματικού τέλους με αντάλλαγμα την εκτέλεση κατασκευαστικών έργων υποδομής, η πράξη αυτή – ανεξάρτητα από τον πολεοδομικό της χαρακτήρα στο εθνικό δίκαιο – εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου. Αντιμετωπίζεται ως Δημόσια Σύμβαση Έργου εξ επαχθούς αιτίας, καθότι η διοίκηση στερείται χρηματικών πόρων που της ανήκουν προκειμένου να αποκτήσει ένα υλικό κατασκευαστικό προϊόν.
  • Υπόθεση Helmut Müller (C-451/08): Το Δικαστήριο ξεκαθάρισε ότι για τη στοιχειοθέτηση δημόσιας σύμβασης έργου δεν απαιτείται η αναθέτουσα αρχή να αποκτά την υλική κυριότητα του έργου. Αρκεί το έργο αυτό να εκτελείται κατόπιν δικών της δεσμευτικών προδιαγραφών για την εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού και η εκτέλεσή του να επιφέρει ένα σαφές «άμεσο οικονομικό όφελος» (Immediate Economic Benefit) για την Αρχή, όπως συμβαίνει όταν συνδέεται με την απαλλαγή του ιδιώτη από μια σαφή οικονομική υποχρέωση προς το δημόσιο.

Υπογραμμίζεται κατηγορηματικά ότι ο περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων Νόμος του 2016 (Ν. 73(I)/2016), ο οποίος ενσωματώνει την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/24/ΕΕ, δεν προβλέπει, δεν επιτρέπει και δεν νομιμοποιεί καμία εξαίρεση απευθείας ανάθεσης με το πρόσχημα των πολεοδομικών κινήτρων, των παρεκκλίσεων ή των αντισταθμιστικών έργων. Βάσει των Άρθρων 7 έως 12, καθώς και του Άρθρου 29 του Ν. 73(I)/2016, οι εξαιρέσεις από την υποχρέωση ανοικτού διαγωνισμού είναι αποκλειστικές, περιοριστικές και ερμηνεύονται στενά, αφορώντας αποκλειστικά τομείς όπως η εθνική άμυνα ή η κατεπείγουσα ανάγκη λόγω απρόβλεπτων καταστροφών.

Κανένας Δήμος και καμία Πολεοδομική Αρχή δεν έχει τη νομοθετική εξουσία να αυτοσχεδιάζει, να καθορίζει αυθαίρετα δικές του εξαιρέσεις, ή να υπογράφει Πολεοδομικές Συμβάσεις που παρακάμπτουν το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας και το σύστημα ηλεκτρονικών προσφορών e-procurement. Η πρακτική των συμψηφισμών παραβιάζει κατάφωρα τις θεμελιώδεις αρχές της ίσης μεταχείρισης, της μη διάκρισης και της διαφάνειας, στερώντας παράνομα από το σύνολο των εγγεγραμμένων εργοληπτικών εταιρειών της Δημοκρατίας το δικαίωμα του ελεύθερου ανταγωνισμού.

4. Τα Νόμιμα Όρια της Διακριτικής Ευχέρειας δυνάμει του Άρθρου 43

Έναντι των διαχρονικών ισχυρισμών των Πολεοδομικών Αρχών περί «διοικητικής ευελιξίας και διακριτικής ευχέρειας» που πηγάζει από το Άρθρο 43 του Ν. 90/1972 για τη συμπεριγραφή «όρων οικονομικής φύσεως», προβάλλεται το εξής ακλόνητο νομικό αντίδοτο:

Η διακριτική ευχέρεια της διοίκησης δεν είναι ανέλεγκτη. Περιορίζεται αυστηρά από τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου και, κυρίως, από την αρχή της οριζόντιας και καθολικής υπεροχής του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Μια εθνική διάταξη του 1972 δεν μπορεί να ερμηνεύεται ή να εφαρμόζεται με τρόπο που να ακυρώνει μεταγενέστερους αναγκαστικούς κανόνες δημοσίας τάξεως (Ν. 73(I)/2016).

Το Άρθρο 43 εισήγαγε την έννοια των «όρων οικονομικής φύσεως» με αποκλειστικό σκοπό να παράσχει στις Πολεοδομικές Αρχές το νομικό εργαλείο για την υποχρεωτική είσπραξη και διασφάλιση του χρηματικού αντισταθμίσματος (Planning Gain). Η μετατροπή του σε μηχανισμό άφεσης χρέους (offset agreement) στερείται νόμιμου ερείσματος.

Το πλέον σκανδαλώδες και έκνομο στοιχείο αυτής της μεθοδολογίας είναι ότι οι εν λόγω Πολεοδομικές Συμβάσεις και συμφωνίες συμψηφισμού συνομολογούνταν και υπογράφονταν χωρίς να έχει προηγηθεί καμία απολύτως επιστημονική κοστολόγηση, επιμέτρηση ή ποσοτικός έλεγχος των έργων. Η διοίκηση προχώρησε στη διαγραφή βεβαιωμένων χρηματικών χρεών εκατομμυρίων ευρώ με μια διαδικασία που στερείτο αντικειμενικού ελέγχου, ήτοι «στα τυφλά», χωρίς τη σύνταξη επίσημων και αναλυτικών Δελτίων Ποσοτήτων (Bills of Quantities) και χωρίς τη διενέργεια επιμέτρησης από διορισμένο ανεξάρτητο Επιμετρητή Ποσοτήτων (Quantity Surveyor).

Αντί της νόμιμης οδού, οι Πολεοδομικές Αρχές προέβαιναν σε αυθαίρετους οικονομικούς καθορισμούς και συμψηφισμούς, οι οποίοι – ελλείψει οποιασδήποτε προηγούμενης τεχνοοικονομικής πρότασης από τους αιτητές η οποία θα μπορούσε να αξιολογηθεί ή ανεξάρτητης κοστολόγησης μέσω ανάθεσης από τις υπηρεσίες – συνιστούν εξ αντικειμένου αυθαίρετες διοικητικές πράξεις λόγω πλήρους έλλειψης δέουσας έρευνας.

Η παντελής απουσία ελέγχου και επιμέτρησης αφήνει έκθετες τις διαδικασίες σε κίνδυνο εσφαλμένης αποτίμησης εσωτερικών εργασιών σε ιδιωτικά έργα, ως τάχα κοινωφελείς και κοινόχρηστες, προκειμένου αυτές να εμφανίζονται τεχνητά ισάξιες με το βάρος που οι ιδιώτες καλούντο να αντισταθμίσουν ή το δικαίωμα που επιθυμούσαν να εξασφαλίσουν, ή μέρος αυτών. Αυτό οδηγεί σε έναν παράνομο διπλό συμψηφισμό (double counting) – π.χ. μια «κοινόχρηστη» πλατεία ή στοά σε ιδιωτικό χώρο δεν υπολογίζεται ως μέρος της έκτασης ενός έργου ενώ ουσιαστικά λειτουργεί προς όφελος της ιδιωτικής ανάπτυξης και παράλληλα η κατασκευή της βάσει όρων αποτελεί λόγο παροχής περαιτέρω δικαιωμάτων ανάπτυξης – καθώς το κράτος στερείται καθαρά έσοδα βασιζόμενο σε ανυπόστατους λογιστικούς ισχυρισμούς των ελεγχόμενων, προς αποκλειστικό όφελος και εμπορική εκμετάλλευση του κτιρίου τους, γεγονός που στο επίπεδο των διοικητικών πράξεων συνιστά κατάχρηση της διακριτικής ευχέρειας και προκαλεί αντικειμενικά πρωτοφανή ζημία στο δημόσιο ταμείο.

5. Περιπτώσεις Εξόφθαλμα Παράτυπης Αδειοδότησης από τον Δήμο Λευκωσίας

Η έρευνα στα Πρακτικά του Δήμου Λευκωσίας αποκαλύπτει δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, όπου οι διαδικασίες αδειοδότησης εκτράπηκαν σε παράνομες και νομικά ανύπαρκτες πράξεις:

  • Υπόθεση Φ400/69 – ΠΠΑ5/22 (Συνεδρία 1392, 26/01/2023): Αφορά πολυώροφη μεικτή ανάπτυξη (ξενοδοχείο και οικιστικές μονάδες) στη συμβολή των Λεωφόρων Σαλαμίνος και Λάρνακος. Το Δημοτικό Συμβούλιο ενέκρινε τη χορήγηση Πολεοδομικής Άδειας, θέτοντας ως «προϋπόθεση» την εκ των υστέρων υποβολή και διευθέτηση κρίσιμων στοιχείων πριν από την έκδοσή της.
    • Τα παράνομα στοιχεία: Ο Δήμος αποφάσισε να προχωρήσει στην αδειοδότηση του έργου ουσιαστικά «στα τυφλά», καθότι κατά τον κρίσιμο χρόνο λήψης της απόφασης στερείτο κρίσιμων, ουσιωδών και δεσμευτικών στοιχείων, όπως η δεσμευτική Συμφωνία του Άρθρου 43 για την εξαγορά συντελεστή, χωρίς τελικά αρχιτεκτονικά σχέδια (εκκρεμούσε μείωση συντελεστή κατά 443,5 τ.μ.), την τελική γνωμάτευση του Φορέα Κυκλοφοριακών Θεμάτων και με αρνητική τοποθέτηση του Διευθυντή Αρχαιοτήτων. Η αίτηση ήταν νομικά ασυμπλήρωτη και όφειλε να απορριφθεί. Επιπλέον, η χρήση της φράσης στα Πρακτικά του Δήμου «Κατάληξη της δημόσιας διαβούλευσης για τα περιβαλλοντολογικά» για να περιορίσει την εν λόγω διαβούλευση ως κάτι που αδυνατούσε να επιφέρει υποχρεωτική αλλαγή στον σχεδιασμό του έργου, συνιστά σαφή ένδειξη ότι ο τρόπος που ενήργησε η διοίκηση υποβαθμίζει τη συμμετοχή του κοινού σε μια κατ’ ουσίαν προσχηματική διαδικασία, αφού προεξοφλείται το αποτέλεσμα.
    • Η τελική εκτροπή: Πρόκειται για το πολυσυζητημένο «Citadel», για το οποίο είχαν αναφερθεί διάφοροι πιθανοί αριθμοί ορόφων (από 8 μέχρι 36). Ο επενδυτής υποστήριξε ότι το έργο σχεδιάστηκε με βάση τις ανάγκες της πόλης και είχε αρχική στήριξη, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπος με μια «ανεξήγητη απόρριψη» στο τέλος. Δήλωσε δημόσια πως εξετάζει και προχωρεί με νομικά μέτρα.
  • Υπόθεση Φ84/48 – ΠΠΑ346/22 (Συνεδρία 1415, 07/12/2023): Αφορά την ανάπτυξη «King’s Gardens» στην οδό Βασιλέως Παύλου, η οποία εγκρίθηκε αρχικά για 25 ορόφους και 142 διαμερίσματα.
    • Τα παράνομα στοιχεία: Η άδεια χορηγήθηκε με μια διαδικασία που ομοίως στερείτο της δέουσας πληρότητας, ήτοι «στα τυφλά», καθότι κατά τη λήψη της απόφασης υπολείπονταν σχέδια, μελέτες σκίασης και κυκλοφορίας, καθώς και οι εγκρίσεις της Πολιτικής Αεροπορίας. Το Δημοτικό Συμβούλιο καθόρισε αυθαίρετα το τίμημα εξαγοράς της υπέρβασης των 4.592 τ.μ. προς €550/τ.μ., υποπίπτοντας μάλιστα σε σοβαρό λογιστικό λάθος που εντοπίζεται στο σώμα του Πρακτικού, όπου αναγράφει γινόμενο €2.375.450,00 αντί του ορθού €2.525.600,00.
    • Η τελική εκτροπή: Σήμερα το έργο διαφημίζεται με 20 ορόφους και 118 διαμερίσματα, χωρίς να εντοπίζεται κανένα τροποποιητικό πρακτικό του Δήμου. Η μείωση αυτή επιτρέπει στον developer να πιέσει για αναθεώρηση και μείωση του βεβαιωμένου χρέους των €2,3+ εκατομμυρίων. Ουδένας γνωρίζει τι πραγματικά έχει συμβεί, ενώ επίσης παραμένει άγνωστο αν η αρχική υπέρβαση τετραγωνικών μέτρων ενσωματώθηκε στον όγκο των 20 ορόφων, κάνοντας το κτήριο πιο πλατύ εις βάρος του αστικού περιβάλλοντος.

Συμπέρασμα: Και στις δύο περιπτώσεις, η έγκριση αδειών υπό την αίρεση μελλοντικών συμφωνιών αποτελεί παράνομη προσπάθεια εκ των υστέρων νομιμοποίησης (ex post facto) ελαττωματικών πράξεων. Η τελική άδεια στερείται νόμιμου προγενέστερου βάθρου, καθιστώντας τις εκδοθείσες άδειες εξαρχής νομικά άκυρες και ανακλητέες λόγω πλήρους έλλειψης δέουσας έρευνας. Υπάρχουν πολλά άλλα τέτοια παραδείγματα στα οποία μπορεί οποιοσδήποτε, κατόπιν έρευνας, να ανατρέξει. Δεν έχω καταφέρει να εντοπίσω περιπτώσεις αναπτύξεων που έχουν χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε σχέδιο εξαγοράς δικαιωμάτων ανάπτυξης από την Πολεοδομική Αρχή στην περιοχή εφαρμογής του ΣΠΚΛ, οι οποίες έχουν λάβει Πολεοδομική Άδεια με διάφανη και ορθή διαδικασία.

Η εξαιρετική προχειρότητα που παρατηρείται αποδεικνύει πως η ταχύτητα, πιθανότατα λόγω της ανυπομονησίας να εξυπηρετηθούν κάποιοι, αποβαίνει σε βάρος της ορθότητας και της καλής λειτουργίας της Πολεοδομικής Αρχής. Μια δίκαιη απόφαση δεν προαπαιτεί ταχύτητα, προαπαιτεί ευρυθμία: Εξασφαλίζει την αλήθεια, αποτρέπει τα λάθη, παράγει θεσμική εμπιστοσύνη και νομιμοποιεί το αποτέλεσμα. Η ταχύτητα έχει αξία μόνο όταν λειτουργεί μέσα στα όρια της ευρυθμίας, με την τήρηση των τύπων, τη διαφύλαξη της διαφάνειας και τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας.

6. Η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για το Mall of Cyprus (Απ. 82.869) ως Κυβερνητικό Προηγούμενο Εργαλειοποίησης του Άρθρου 43 για Αθέμιτο Εξωδικαστικό Συμβιβασμό και το Έλλειμμα Διαφάνειας στη Διαχείριση του Δημόσιου Πλούτου

Η μεθοδευμένη πρακτική επιβεβαιώνεται με τον πλέον επίσημο τρόπο από την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με Αριθμό 82.869 (20 Ιουνίου 2017), σχετικά με την έγκριση πολεοδομικής άδειας κατά παρέκκλιση για το Mall of Cyprus (ιδιοκτησίας ITTL Trade Tourist and Leisure Park Plc). Στο σώμα της επίσημης αυτής διοικητικής πράξης καταγράφεται η παραχώρηση μιας εξαιρετικά προνομιακής έκπτωσης ύψους 30% (αναλογεί σε (541 τ.μ.) επί της εξαγοράς της υπέρβασης του συντελεστή δόμησης. Και γιατί φαίνεται να είναι έκπτωση; Διότι, παρά την απουσία ποιοτικών πληροφοριών, είναι κατανοητό ότι είχε εγκριθεί μια αρχική υπέρβαση (μέσω απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 79.261 κατά το έτος 2015), την οποία ο ιδιώτης επενδυτής αποφάσισε πως δεν ήθελε και επομένως αιτήθηκε τη μείωσή της κατά 30%. Ο επενδυτής είχε προηγουμένως προχωρήσει με προσφυγές στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά διαφόρων όρων της απόφασης του 2015, που δεν του άρεσαν. Αν είχε προηγηθεί η συνομολόγηση συμφωνίας βάσει του Άρθρου 43, διάφανα και ορθά, με την καταβολή του χρηματικού ποσού που θα είχε αποφασιστεί, το Υπουργικό Συμβούλιο δεν θα είχε προφανή λόγο για τέτοιαν υποχώρηση. Ακόμα καλύτερα, αν για διάφορους λόγους που περιγράφονται παρακάτω, το Υπουργικό Συμβούλιο δεν είχε προχωρήσει στην αδειοδότηση της επέκτασης του mall, δεν θα ήταν αντιμέτωπο με τέτοια προβλήματα.

Το πλέον αξιοσημείωτο στοιχείο εντοπίζεται στον τρόπο χρήσης του Άρθρου 43 κατά την απόφαση του 2017: Το Υπουργικό Συμβούλιο έθεσε ως δεσμευτική προϋπόθεση για την παραχώρηση της οικονομικής αυτής ελάφρυνσης, τη συνομολόγηση Συμφωνίας δυνάμει του Άρθρου 43, υπό τον ρητό όρο ο επενδυτής να αποσύρει άμεσα όλες τις δικαστικές προσφυγές που εκκρεμούσαν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου εναντίον των προηγούμενων αποφάσεων της Πολεοδομικής Αρχής.

Η συγκεκριμένη κρατική πράξη αποκαλύπτει πλήρως τη δομική παραποίηση της νομοθεσίας, καθώς η εγγραφή εμπράγματου βάρους (memo), η οποία σχεδιάστηκε αποκλειστικά για τη διασφάλιση χρηματικών πόρων, μετατράπηκε σε μοχλό εξωδικαστικού συμβιβασμού και ανταλλαγής, κρατώντας την τελική διαχείριση του δημόσιου χρήματος στο απόλυτο σκοτάδι.

Αξίζει να σημειωθεί πως η «κυρίως» απόφαση του 2015 με αριθμό 79.261 δεν περιέχει λεπτομέρειες, ούτε αναφέρει Συμφωνία βάσει του Άρθρου 43. Περαιτέρω, σημαντικό είναι να αναφερθεί πως ο Δήμος Λευκωσίας, ο οποίος είχε διαφωνήσει με την αδειοδότηση του Mall, με ανακοίνωσή του ημερομηνίας 18/12/2014 δήλωσε:

  1. Η αδειοδότηση της εν λόγω ανάπτυξης θα επιδεινώσει ακόμη περισσότερο τη λειτουργία του Αστικού Κέντρου της Λευκωσίας και έρχεται σε αντίθεση με τους στόχους της Γενικής Στρατηγικής του Τοπικού Σχεδίου.
  2. Η εν λόγω ανάπτυξη δεν ικανοποιεί κανένα από τα κριτήρια του άρθρου 19 παράγραφος (1) τα οποία προβλέπονται στους Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας (Παρεκκλίσεις) Κανονισμοί του 1999 (ΚΔΠ 309/99).
  3. Οι μελέτες εμπορικών και κυκλοφοριακών επιπτώσεων πάσχουν σε βαθμό που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Στο τέλος της ανακοίνωσής του, έκανε τις ακόλουθες επισημάνσεις:

  1. Η συγκεκριμένη χρήση του Mall αδειοδοτήθηκε για να παρέχει χρήσεις που είναι συναφείς με τη λειτουργία του νέου νοσοκομείου ώστε να προσφέρονται οι σχετικές υπηρεσίες και διευκολύνσεις στους εργαζόμενους και το προσωπικό του νοσοκομείου.  Το νοσοκομείο έχει εδώ και χρόνια λειτουργήσει στην τελική του μορφή. Τι έχει αλλάξει σήμερα; Γιατί χρειάζονται οι εργαζόμενοι και οι επισκέπτες του νοσοκομείου επιπρόσθετες υπηρεσίες;
  2. Ένας από τους όρους χορήγησης της πρώτης κατά παρέκκλιση Πολεοδομικής Άδειας για ανέγερση του Mall είναι ότι αυτή η ανάπτυξη θα πρέπει να θεωρείται ως τελική σε ότι αφορά το μέγεθος και την έκταση της. Αυτή ήταν η δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των αιτητών και του Κράτους για να συμφωνήσει το Κράτος στην κατ’ εξαίρεση αδειοδότηση της επένδυσης. Θεωρείται αδιανόητο και λανθασμένο το γεγονός ότι βρισκόμαστε σήμερα εδώ και συζητούμε την πιθανότητα αλλαγής αυτής της συμφωνίας διότι αν θα συζητήσουμε αυτή την αλλαγή πρέπει να συζητηθεί εκ νέου και η πρώτη συμφωνία.

Η πρώτη ισχύουσα εγκριτική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για τη νομιμοποίηση του Mall of Cyprus το 2008 είχε τον αριθμό 67.014 (εκδόθηκε στη συνεδρία της 2ας Απριλίου 2008) και δεν βρίσκεται αναρτημένη στην ιστοσελίδα της Γραμματείας του Υπουργικού Συμβουλίου. Προηγήθηκε άλλη απόφαση κατά το έτος 2005, η οποία είχε ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, έτσι το Mall αδειοδοτήθηκε μετά την κατασκευή και τη λειτουργία του, κατόπιν τετελεσμένων. Η απόφαση του 2008 βασίστηκε στην εισήγηση του Συμβουλίου Μελέτης Παρεκκλίσεων (ΣΥΜΕΠΑ) για την αίτηση με αριθμό ΛΕΥ/1149/2007, η οποία υποβλήθηκε από την εταιρεία προκειμένου να προσπεράσει την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Είναι ορθό να σημειωθεί, πως κατά την αδειοδότηση του 2015 το ΕΤΕΚ τοποθετήθηκε σαφώς κατά της επέκτασης της ήδη τερατωδών διαστάσεων ανάπτυξης: «Η διαδοχική απαξίωση θεμελιωδών πολεοδομικών αρχών (π.χ. παροχή παρεκκλίσεων τέτοιου μεγέθους, περαιτέρω χαλάρωση κριτηρίων και απαιτήσεων για τις αναπτύξεις των γκολφ, τελευταία διαφοροποίηση της Δήλωσης Πολιτικής και η πρόθεση μονιμοποίησης των εξαγγελθέντων το 2013 γενναιόδωρων πολεοδομικών κίνητρων) δεν θα βοηθήσει με τρόπο ορθολογικό στην επανεκκίνηση της οικονομίας. Αντίθετα, θα επιβαρύνει το δομημένο και φυσικό περιβάλλον, θα φορτώσει τις επόμενες γενιές με περιβαλλοντικό, κυκλοφοριακό και οικονομικό κόστος και μακροπρόθεσμα θα ζημιώσει το δημόσιο συμφέρον.» Το Επιμελητήριο έμεινε, δυστυχώς, στις χλιαρές δηλώσεις και δεν έλαβε όλα τα μέτρα που είχε στη διάθεσή του, στάση που τηρεί μέχρι σήμερα αναφορικά με παρόμοιες αναπτύξεις. Αναγνώρισε την ύπαρξη πραγματικού προβλήματος και παρά ταύτα, αντί να το αναδείξει πλήρως, να το χτυπήσει στη βάση του και να το καταπολεμήσει, επέλεξε την αδράνεια.

7. Παγκύπρια Έκταση της Μεθοδολογίας: Η Περίπτωση του Νέου Mall της Λεμεσού

Υπογραμμίζεται κατηγορηματικά ότι η εν λόγω παράνομη πολεοδομική και οικονομική εκτροπή έχει εξελιχθεί σε μια παγιωμένη, παγκύπρια διοικητική πρακτική, με πλέον αντιπροσωπευτικό παράδειγμα την πρόσφατη έγκριση πολεοδομικής άδειας κατά παρέκκλιση για την ανέγερση οργανωμένου εμπορικού κέντρου στο Δημοτικό Διαμέρισμα Αγίου Αθανασίου του Δήμου Αμαθούντας στη Λεμεσό.

Η υπόθεση αυτή συνοδεύεται από τη δημόσια προβολή ενός πακέτου «αντισταθμιστικών μέτρων» προς την κοινωνία, το οποίο περιλαμβάνει τη δημιουργία δημόσιας πλατείας 5.000 τ.μ., ψηφιακού εκθεσιακού χώρου 700 τ.μ. (διαδραστικό μουσείο), αλλά και εκτεταμένων, μεγάλης κλίμακας δημόσιων οδικών έργων (κατασκευή/αναδιαμόρφωση κυκλοφοριακών κόμβων, διαπλατύνσεις οδικών αρτηριών πρόσβασης και συνδετήριων αξόνων με τον αυτοκινητόδρομο).

Η προβολή αυτή αποτελεί τη μεγίστη τεχνοκρατική «βιτρίνα» και μια πρωτοφανή νομική αυθαιρεσία:

  • Αναφορικά με το Μουσείο: Εντός του τεμαχίου δεν εντοπίστηκαν αρχαιότητες βάσει του περί Αρχαιοτήτων Νόμου (Κεφ. 31). Η δημιουργία του ψηφιακού μουσείου αποτελεί μια τεχνητή, προσχηματική συμβατική υποχρέωση, η οποία χωροθετείται εντός του ιδιωτικού τεμαχίου, εξυπηρετώντας άμεσα την επισκεψιμότητα, την ελκυστικότητα και την εμπορική αξία της ίδιας της ιδιωτικής επιχείρησης, αφού θα λειτουργεί ως εσωτερικός πόλος έλξης καταναλωτών.
  • Αναφορικά με τα Οδικά Έργα: Η κατασκευή κυκλοφοριακών κόμβων και η διαμόρφωση του δημόσιου οδικού δικτύου αποτελούν καθαρόαιμα Δημόσια Έργα, τα οποία ο Δήμος και το Τμήμα Δημοσίων Έργων είχαν υποχρέωση να προκηρύξουν μέσω ανοικτών, δημόσιων προσφορών. Η παραχώρηση της κατασκευής τους στον ίδιο τον επενδυτή, με ταυτόχρονη διαγραφή ή «σβήσιμο» των οφειλόμενων εκατομμυρίων της εξαγοράς δικαιωμάτων ανάπτυξης και της αντιστάθμισης του αντικτύπου της ανάπτυξης, αποτελεί την επιτομή της παράνομης απευθείας ανάθεσης. Εμπίπτει απόλυτα στο δεδικασμένο της υπόθεσης Teatro alla Scala (C-399/98), καθώς η διοίκηση στερήθηκε βεβαιωμένους χρηματικούς πόρους για να λάβει ως αντάλλαγμα ένα οδικό δίκτυο, παρακάμπτοντας τις διαδικασίες του e-procurement.
  • Αναφορικά με την Πλατεία: Είναι περιττή η επεξήγηση του πως και ποιον εξυπηρετεί.

Η απευθείας εκτέλεση αυτών των κτιριακών και οδικών υποδομών από τον ίδιο τον επενδυτή συνιστά κατάφωρη παραβίαση του Ν. 73(I)/2016, ενώ το σύνολο της αξίας της εξαγοράς (της αντιστάθμισης) θα έπρεπε εκ του Νόμου να εισπραχθεί σε μετρητά και να κατατεθεί σε ένα Κεντρικό Κρατικό Ταμείο Στεγαστικής Πολιτικής της Δημοκρατίας (π.χ. το ταμείο του ΚΟΑΓ) για την κοινωνική στέγαση των πολιτών της Λεμεσού, αντί να χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση των οδικών προσβάσεων του ίδιου του Mall. Είναι σχεδόν απίστευτο το ότι το Υπουργικό Συμβούλιο διαχρονικά και ανεξαρτήτως της σύνθεσης της Κυβερνήσεως ερμηνεύει τον Νόμο για τις παρεκκλίσεις ως να του επιτρέπει να χορηγεί άδειες κατά το δοκούν, ενώ μάλιστα το ίδιο Νομικό Πλαίσιο προνοεί την καταστρατήγηση των Τοπικών Σχεδίων Ανάπτυξης. Όταν ενεργοποιείται ένα τέτοιο εξαιρετικό μέτρο, απαιτείται η μέγιστη δυνατή διαφάνεια και λογοδοσία. Όσο το κράτος κρατά τους όρους και άλλες πληροφορίες στο σκοτάδι, η πιθανότητα να έχει διαπράξει έναν παράνομο, συγκεκαλυμμένο συμψηφισμό είναι εξαιρετικά μεγάλη, καθώς ιστορικά η κυπριακή διοίκηση χρησιμοποιούσε αυτές τις «διευκολύνσεις» για να γίνονται γρήγορα τα έργα.

Εδώ αξίζει να σημειωθούν ουσιώδη σημεία των ακολούθων αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ):

  • Bayer CropScience και Stichting De Bijenstichting (Υπόθεση C-442/14): Όταν ζητούνται πληροφορίες που σχετίζονται με τις επιπτώσεις στο περιβάλλον, η προστασία του εμπορικού ή βιομηχανικού απορρήτου υποχωρεί. Το ΔΕΕ τόνισε ότι ο νομοθέτης της ΕΕ είχε την πρόθεση να διασφαλίσει ότι η πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές είναι ο κανόνας και οι εξαιρέσεις (όπως το εμπορικό απόρρητο) πρέπει να ερμηνεύονται εξαιρετικά στενά.
  • ClientEarth κατά Επιτροπής (Υπόθεση C-57/16 P): Το κοινό πρέπει να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που αποτελούν τη βάση μιας περιβαλλοντικής νομοθετικής ή διοικητικής πράξης. Η διασφάλιση της διαφάνειας σε περιβαλλοντικά ζητήματα συνιστά υπερτερούν δημόσιο συμφέρον (overriding public interest), το οποίο κάμπτει τις γενικές δικαιολογίες περί εμπιστευτικότητας των αρχών ή των επιχειρήσεων.

8. Σαφής Διαχωρισμός των Πολεοδομικών Ταμείων και η Λογιστική Συγκάλυψη

Προς κατανόηση του οικονομικού μεγέθους της κακοδιαχείρισης, αναλύεται η νομική φύση των τριών διακριτών ταμείων, τα οποία επηρεάζονται άμεσα από την αδιαφανή πρακτική των συμψηφισμών:

  1. «Ειδικό Ταμείο Υποδομής και Αναζωογόνησης» του Δήμου Λευκωσίας: Ιδρύθηκε επίσημα κατά τη 1228η Συνεδρία του Δημοτικού Συμβουλίου (05/05/2016) βάσει του ΣΠΚΛ. Πρόκειται για έναν τοπικό, ανταποδοτικό μηχανισμό ειδικού σκοπού. Οι πόροι του προέρχονται αποκλειστικά από τα μετρητά που καταβάλλουν οι developers για την εξαγορά συντελεστή δόμησης και επιτρέπεται να διατεθούν αυστηρά και μόνο για τη δημιουργία μεγάλων δημόσιων χώρων πρασίνου, αστικών πάρκων, πλατειών, πεζοδρομήσεων, ποδηλατοδρόμων και αντιπλημμυρικών έργων.
  2. «Ειδικό Ταμείο Δημόσιων Χώρων Στάθμευσης» του Δήμου Λευκωσίας: Νομικά και λογιστικά ανεξάρτητο, χρηματοδοτείται από το χρηματικό αντίτιμο της εξαγοράς των ελλειπουσών θέσεων στάθμευσης. Ο νόμος επιβάλλει όπως τα χρήματα χρησιμοποιούνται αυστηρά και μόνο για την απαλλοτρίωση γης και την κατασκευή αυτόνομων δημόσιων χώρων στάθμευσης στην ίδια πολεοδομική ζώνη.
  3. «Ειδικό Ταμείο Προσιτής Στέγης» (Ταμείο Κυπριακού Οργανισμού Ανάπτυξης Γης): Αξιοποιείται από το Υπουργείο Εσωτερικών και το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως για την άντληση πόρων μέσω του μηχανισμού εξαγοράς επιπλέον συντελεστή δόμησης. Οι πόροι αυτοί προέρχονται από μεγάλες αναπτύξεις εντός των Τοπικών Σχεδίων (όπως οι περιπτώσεις των κτιρίων Landmark και Asteroid) και διοχετεύονται στοχευμένα στον ΚΟΑΓ για τη δημιουργία μονάδων προσιτής στέγης, καθώς και σε κρατικά σχέδια αστικής αναζωογόνησης.

Το σκάνδαλο έγκειται στο ότι ο Δήμος (και άλλες Πολεοδομικές Αρχές), εφαρμόζοντας αδιαφανείς συμβάσεις, επιτρέπει στους developers να αναμίξουν υποχρεώσεις τους και να τις συμψηφίσουν σωρευτικά. Αντί να εισρεύσουν καθαρά μετρητά στα ταμεία, επετράπη στους επενδυτές να κρατήσουν τα χρήματα, βαφτίζοντάς τα ως κοινωφελή έργα ενώ αφορούν εσωτερικές πλακοστρώσεις σε πλατείες κ.α. έργα των αναπτύξεών τους.

Ένας πολίτης δικαιούται να γνωρίζει εκ των προτέρων τη δυνατότητα εισροής χρημάτων λόγω ιδιωτικής ανάπτυξης σε οποιονδήποτε από τα αναφερθέντα ταμεία, από το στάδιο της εξέτασης της αίτησης για Πολεοδομική Άδεια. Επίσης δικαιούται να γνωρίζει ποια συγκεκριμένα κοινωφελή έργα δύνανται να αντλήσουν χρηματοδότηση από τα εν λόγω ταμεία. Η γνώση αυτών των δύο σκελών (δυνατότητες εισροών και εκροών των ταμείων) είναι αναγκαία για να έχει το κοινό ενημερωμένη άποψη και να δύναται να ζυγίσει το όφελος από ένα έργο ιδιώτη developer, έναντι του βάρους που ενδέχεται να προκαλέσει ή του επηρεασμού του αστικού ιστού. Αυτά τα δεδομένα επηρεάζουν αμεσότατα τη μελλοντική χάραξη πολιτικής, π.χ. το υπό εξέταση νέο Τοπικό Σχέδιο Λευκωσίας.

Σημειώνεται πως οι Ετήσιες Οικονομικές Εκθέσεις του Δήμου Λευκωσίας δεν είναι ενεργά αναρτημένες στην ιστοσελίδα του, αλλά διατίθενται αποκλειστικά κατόπιν γραπτού αιτήματος, εμφανίζοντας τα εν λόγω έσοδα ως συγκεντρωτικά κονδύλια. Η παντελής απουσία αναλυτικών επεξηγηματικών σημειώσεων καθιστά τη διαδικασία ετοιμασίας των εκθέσεων ελλιπή, με αποτέλεσμα να περιορίζεται ο δημόσιος έλεγχος επί των διμερών συμβιβασμών και να δημιουργούνται σοβαρά ερωτήματα για τη διαχείριση του δημόσιου πλούτου. Περαιτέρω σημειώνεται πως είναι σχεδόν αδύνατος ο εντοπισμός αποφάσεων του Δήμου Λευκωσίας που αφορούν Πολεοδομικές Αιτήσεις, αφού στα πρακτικά των συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου – που είναι παρομοίως δυσεύρετα – δεν παρουσιάζονται δεδομένα μέσω των οποίων μπορεί να διασαφηνιστεί η χωροθέτηση κάθε ανάπτυξης που συζητείται και αδειοδοτείται. Η συντήρηση της ασυμμετρίας πληροφόρησης μεταξύ της Πολεοδομικής Αρχής και του κοινού, αποτελεί όπλο κατά του δικαιώματος του πολίτη σε χρηστή διοίκηση.

9. Η Ευθεία Σύγκρουση με τον περί της Σύστασης και Λειτουργίας της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς Νόμο του 2022  (Ν. 19(I)/2022)

Προς αποκλεισμό της συνήθους άμυνας της διοίκησης περί έλλειψης «δόλου» ή «προσωπικού οφέλους (μίζας)», υπογραμμίζεται ότι ο Νόμος 19(I)/2022 ορίζει τη διαφθορά ευρύτατα ως κάθε πράξη ή παράλειψη οποιουδήποτε προσώπου, στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, η οποία αποσκοπεί στην εξασφάλιση αθέμιτου οφέλους για οποιοδήποτε πρόσωπο, καθώς και την κατάχρηση εξουσίας από δημόσιους αξιωματούχους.

Η καταγγελία αυτή δεν εστιάζει σε υποθέσεις χρηματισμού, αλλά στην αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων της κατάχρησης εξουσίας (Άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα) και της παραμέλησης υπηρεσιακού καθήκοντος (Άρθρο 134 Π.Κ.). Όταν το ΣΥΜΕΠΑ και οι Τοπικές Πολεοδομικές Αρχές παραβιάζουν συστηματικά τις θεμελιώδεις αρχές της «δέουσας έρευνας» και της «υποχρέωσης για πλήρη αιτιολόγηση των διοικητικών πράξεων» (Άρθρα 26, 27, 28, 44 και 45 του Ν. 158(I)/1999), ενώ αποκλείουν το οικονομικό-περιβαλλοντικό σκέλος της παρέκκλισης και της παραχώρησης δικαιωμάτων ανάπτυξης κατά το στάδιο της Δημόσιας Ακρόασης (ή Διαβούλευσης), παραβιάζουν το υπηρεσιακό τους καθήκον.

Η μεθόδευση αυτή οδηγεί διαχρονικά στην απώλεια οικονομικών πόρων από τα κρατικά και δημοτικά ταμεία και διευκολύνει τον αθέμιτο πλουτισμό των επενδυτών εις βάρος του κοινωνικού συνόλου, με αποτέλεσμα να εγείρονται σοβαρά ερωτήματα για ενδεχόμενη εκ πρώτης όψεως στοιχειοθέτηση των ανωτέρω ποινικών αδικημάτων, τα οποία οφείλουν να διερευνηθούν από τις αρμόδιες αρχές, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη κλασικής δωροδοκίας.

10. Διαιώνιση του Κινδύνου στο Σημερινό Καθεστώς

Η θεσμική αυτή αποτυχία προκαλεί ακόμα μεγαλύτερο προβληματισμό σήμερα. Ο Επαρχιακός Οργανισμός Αυτοδιοίκησης (ΕΟΑ) Λευκωσίας λειτουργεί πλέον ως μια σχεδόν ανέλεγκτη αρχή έκδοσης αδειών, ενώ ο Πρόεδρός του είναι ο ίδιος ο τέως Δήμαρχος Λευκωσίας (2012-2024), κατά τη διάρκεια της θητείας του οποίου εφαρμόστηκαν και παγιώθηκαν οι εν λόγω αδιαφανείς διαδικασίες.           

Η απογοήτευση των πολιτών επιτείνεται από τη στάση της νέας δημοτικής αρχής. Ο νέος Δήμαρχος Λευκωσίας, Χαράλαμπος Προύντζος, κατηγορεί δημόσια τον προκάτοχό του για το δεινό οικονομικό ελλειμματικό χάλι, πλην όμως η μη δημοσιοποίηση με πρωτοβουλία του των ιστορικών δεδομένων των εν λόγω ταμείων συντηρεί το καθεστώς αδιαφάνειας.

Αντίθετα, από τις πρώτες ενέργειες του κ. Προύντζου ήταν η παραχώρηση άδειας για το κλείσιμο των κεντρικότατων δημόσιων οδών Μνασιάδου και Στασικράτους, προκειμένου να πραγματοποιηθεί ιδιωτική, εταιρική εκδήλωση της Cyfield με σκοπό την παρουσίαση της «Νέας Εποχής του Κέντρου της Λευκωσίας», όπου κεντρικοί ομιλητές ήταν ο ίδιος ο Δήμαρχος καθώς και ο Υπουργός Εσωτερικών, Κωνσταντίνος Ιωάννου.

Την ίδια ώρα, το κράτος επιβραβεύει την αδιαφάνεια, αφού προχώρησε στην εξαγορά του κτιρίου «Metropolitan» (της εταιρείας Cyfield) επί της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού για τη στέγαση του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλλοντας εκατομμύρια ευρώ από τα χρήματα των φορολογουμένων, χωρίς οι πολίτες να γνωρίζουν αν και πως εκπληρώθηκαν ανταποδοτικά οι υποχρεώσεις της εν λόγω ανάπτυξης.

11. Πολεοδομικό Παράδοξο, Αδικία και η Εξουδετέρωση της Αγοράς των Διατηρητέων

Η εντός των τειχών πόλη της Λευκωσίας διαθέτει ένα ανεκτίμητο αλλά τραγικό κτιριακό απόθεμα από διατηρητέα κτίρια, τα οποία σήμερα βρίσκονται σε κατάσταση στατικής κατάρρευσης και δομικής εξαθλίωσης, ακριβώς επειδή το κόστος πλήρους αποκατάστασής τους είναι οικονομικά απαγορευτικό για τους ιδιώτες. Ο νομοθέτης, προβλέποντας αυτή την αδυναμία, θέσπισε μέσω του Ν. 90/1972 το χρηματοδοτικό εργαλείο της Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης από Διατηρητέες Οικοδομές. Το εργαλείο αυτό σχεδιάστηκε για να αποτελεί τον κύριο, αν όχι τον μοναδικό, οικονομικό πνεύμονα και αιμοδότη για τη διάσωση του χαρακτήρα και της βιωσιμότητας του Ιστορικού Κέντρου. Σε ένα ευνομούμενο και ορθολογικό σύστημα, κάθε developer που επιθυμεί επιπλέον ορόφους και υπερβάσεις στην πρωτεύουσα, θα έπρεπε να υποχρεούται εκ των πραγμάτων να αγοράζει αυτόν τον συντελεστή από τους πληγέντες ιδιοκτήτες των διατηρητέων, διοχετεύοντας ιδιωτικά κεφάλαια στην αναβίωση της παλιάς πόλης.

Ωστόσο, για να αποτραπεί η άναρχη υπερδόμηση και η περιβαλλοντική αλλοίωση, η νομοθεσία θέτει ένα αυστηρό, απαρέγκλιτο «ταβάνι» στη μεταφορά συντελεστή. Για να παρακαμφθεί αυτό το νόμιμο φράγμα και να επιτευχθούν θηριώδη, ξένα προς τον αστικό ιστό ύψη (όπως η περίπτωση του πύργου «360» των 34 ορόφων), οι Πολεοδομικές Αρχές εφάρμοσαν μια στρεβλή και καταστροφική μεθοδολογία: χρησιμοποίησαν τα «κίνητρα» του Σχεδίου Περιοχής για να επιτρέψουν την απευθείας, ανεξέλεγκτη εξαγορά συντελεστή σε μετρητά ή σε ανυπόστατους συμψηφισμούς απευθείας από τον Δήμο.

Με την πρακτική αυτή, ο Δήμος Λευκωσίας, λειτουργώντας ουσιαστικά ως ένας κρατικός μεγαλοπωλητής «απεριόριστου αέρα» δόμησης, μετατράπηκε σε έναν στυγνό, αθέμιτο ανταγωνιστή της ίδιας της αγοράς που οφείλει να προστατεύσει. Οι developers δεν έχουν πλέον κανένα απολύτως κίνητρο να επενδύσουν στο δοκιμαζόμενο Ιστορικό Κέντρο ή να διαπραγματευτούν με τους ιδιοκτήτες διατηρητέων. Προτιμούν να αγοράζουν τον συντελεστή φθηνότερα από τον Δήμο, ή ακόμα χειρότερα, να τον λαμβάνουν ουσιαστικά δωρεάν μέσω των παράνομων και αδιαφανών «συμψηφισμών σε είδος» για εσωτερικά έργα των δικών τους αναπτύξεων.

Αυτό το πολεοδομικό παράδοξο συνιστά μέγιστη θεσμική αδικία. Το κράτος, αντί να κατευθύνει τα κεφάλαια των μεγαλοεπενδυτών στη διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς, τα ιδιοποιείται (και συχνά τα απομειώνει ή εξανεμίζει λόγω κακοδιαχείρισης) μέσω κλειστών διμερών συμφωνιών, οδηγώντας μαθηματικά στην γκετοποίηση, την εγκατάλειψη και την τελική κατάρρευση της εντός των τειχών πόλης.

12. Η Θεσμική Υποχρέωση του ΕΤΕΚ

Καθίσταται σαφές ότι η συνεχιζόμενη ανοχή του ΕΤΕΚ έναντι αυτών των πρακτικών αγγίζει τα όρια της θεσμικής συνέργειας. Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΤΕΚ, προκειμένου να μην βρεθεί το ίδιο νομικά και ποινικά έκθετο δυνάμει του Ν. 19(I)/2022, οφείλει να ενεργήσει άμεσα.

Ως εκ τούτου προβάλλεται η κατηγορηματική απαίτηση όπως το ΕΤΕΚ, συμμορφούμενο με τον θεσμικό και επιστημονικό του ρόλο, πράξει ως ακολούθως:

  1. Καταδικάσει δημόσια την παράνομη πρακτική των Πολεοδομικών Αρχών, του ΣΥΜΕΠΑ και του Υπουργικού Συμβουλίου να εγκρίνουν αυξημένους συντελεστές δόμησης κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας.
  2. Απαιτήσει τη δημοσιοποίηση όλων των πληροφοριών των Συμβάσεων του Άρθρου 43 του Ν. 90/1972 μέσω των οποίων χρησιμοποιήθηκαν «πολεοδομικά κίνητρα», παραχωρήθηκαν δικαιώματα ανάπτυξης ή έτυχε εξαγορά συντελεστή, καθώς και τη δημοσιοποίηση πληροφοριών των περιπτώσεων, εάν υπάρχουν, που δεν συνομολογήθηκε Σύμβαση του Άρθρου 43 όμως χρησιμοποιήθηκαν «πολεοδομικά κίνητρα», παραχωρήθηκαν δικαιώματα ανάπτυξης ή έτυχε εξαγορά συντελεστή.
  3. Καταδικάσει την πρακτική των «συμψηφισμών σε είδος» για εξαγορά ή κατά παρέκκλιση παροχή δικαιωμάτων ανάπτυξης ως παράνομη, απευθείας ανάθεση δημόσιων έργων, η οποία παραβιάζει κατάφωρα τον περί Δημοσίων Συμβάσεων Νόμο (Ν. 73(I)/2016).
  4. Παρεμβάλει ένα ουσιαστικό θεσμικό βέτο στην εξέταση και έγκριση του Νέου Τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας, μέσω της άρνησης παροχής τεχνικής συναίνεσης και της πλήρους αποχής του εκπροσώπου του από το Πολεοδομικό Συμβούλιο σε κάθε διαδικασία που αφορά το Τοπικό Σχέδιο ενόσω αυτό ακόμα προνοεί την παροχή γενναιόδωρων Πολεοδομικών Κινήτρων, με σκοπό τον τερματισμό τέτοιων «Κινήτρων» και την αναδιαμόρφωση του σχετικού πλαισίου σε διαφανείς και στερεές βάσεις. Συγκεκριμένα, το Επιμελητήριο οφείλει να απαιτήσει την πλήρη δημοσιοποίηση όλων των προνοιών που αφορούν τους μηχανισμούς εξαγοράς και τα αντισταθμιστικά έργα πριν από την οριστικοποίηση του σχεδίου, με ταυτόχρονη απαίτηση για άμεση αναστολή κάθε σχεδίου απευθείας εξαγοράς συντελεστή από Πολεοδομικές Αρχές εντός των ορίων του ΣΠΚΛ και του Τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας, ώστε η Πολεοδομική Πολιτική να υποχρεώνει τους developers να στρέφονται αποκλειστικά στην ελεύθερη αγορά συντελεστή από ιδιοκτήτες διατηρητέων οικοδομών, τερματίζοντας έτσι τον αθέμιτο ανταγωνισμό που στραγγαλίζει το Ιστορικό Κέντρο.
  5. Εισηγηθεί τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου, διαφανούς και ψηφιακού Παρατηρητηρίου / Μητρώου Διατηρητέων Οικοδομών υπό την αιγίδα του ΕΤΕΚ, το οποίο θα καταγράφει τον διαθέσιμο προς μεταφορά συντελεστή και θα διασφαλίζει ότι καμία πολεοδομική υπέρβαση στο αστικό κέντρο δεν θα εγκρίνεται αν δεν προηγείται η αποδεδειγμένη αποκατάσταση και χρήση ενός παραμελημένου ιστορικού κτιρίου της Εντός των Τειχών Πόλης (με ανάλογους μηχανισμούς για κάθε πόλη / επαρχία).
  6. Απαιτήσει την πλήρη και διαφανή λογοδοσία για τα πεπραγμένα του «Ταμείου Υποδομής και Αναζωογόνησης» καθώς και του «Ταμείου Δημόσιων Χώρων Στάθμευσης» του Δήμου Λευκωσίας, με την πλήρη δημοσιοποίηση όλων των οικονομικών εισροών και των ιδιωτικών αναπτύξεων από τις οποίες αυτές προήλθαν.
  7. Ενεργοποιήσει άμεσα όλες τις ενδεδειγμένες εσωτερικές και εξωτερικές διαδικασίες ελέγχου, μεριμνώντας για την πειθαρχική εξέταση των μελών του Επιμελητηρίου που συμμετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο σε διαδικασίες, αποφάσεις ή πράξεις που διενεργήθηκαν παράτυπα ή παράνομα, προχωρώντας παράλληλα στην ενημέρωση και συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές και τα θεσμικά όργανα για τη διερεύνηση τυχόν καταχρηστικών πρακτικών ή παραλείψεων υπηρεσιακού καθήκοντος από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.
  8. Εισηγηθεί την εγκαθίδρυση αυτόνομης πειθαρχικής δικαιοδοσίας του Επιμελητηρίου επί των μελών του όταν αυτά συμμετέχουν σε διοικητικά όργανα, συμβούλια ή επιτροπές με χαρακτήρα Πολεοδομικής, Χωροταξικής ή Οικοδομικής Αρχής, συμβουλεύουν τέτοιαν Αρχή ή υπηρετούν σε αυτήν ως υπάλληλοι που προβαίνουν σε έλεγχο ή εισηγήσεις. Για τον σκοπό αυτό, απαιτείται η άμεση τροποποίηση του περί ΕΤΕΚ Νόμου (Ν. 224/1990) και των περί Δεοντολογίας Κανονισμών (ΚΔΠ 255/2012). Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση στοχεύει στην κατάργηση της «ασυλίας» που προσφέρει η κάλυψη των διοικητικών αποφάσεων, ορίζοντας ως βαρύτατο πειθαρχικό παράπτωμα την εκ προθέσεως ή λόγω βαρείας αμελείας υπερψήφιση, έγκριση, θετική γνωμοδότηση, υπηρεσιακή εισήγηση ή παροχή λανθασμένης επιστημονικής συμβουλής επί αναπτύξεων, μέσα από αντικανονικές διαδικασίες ή κατά τρόπο που βρίσκεται σε έκδηλη και ουσιώδη αντίθεση με τα ισχύοντα Σχέδια Ανάπτυξης και τη σχετική νομοθεσία.

Chartered Quantity Surveyor and Construction Cost Consultant, Μέλος ΕΤΕΚ
Διευθύνων Σύμβουλος Εταιρείας Επιμετρητών Ποσοτήτων Koupparis Christos & Associates LLC