Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΟι παράλληλοι ιστορικοί βίοι του Καστελλορίζου και της Κύπρου σηματοδοτούν την ένταξή τους στο ευρύτερο πλέγμα των πολιτικο-οικονομικών, ναυτικών και πολιτισμικών αλληλεπιδράσεων, που συνδιαμόρφωσε τη νευραλγική θέση ζωτικών γεωστρατηγικών συμφερόντων. Η γειτνίαση των δύο νησιωτικών ορόσημων στο επίκεντρο των θαλάσσιων δρόμων από το Αιγαίο μέχρι τις Μικρασιατικές ακτές και την Εγγύς Ανατολή αποτέλεσε διαχρονικά έναν από τους σημαντικότερους κόμβους στον ανατολικομεσογειακό χώρο κατά την αρχαιότητα, τη Βυζαντινή περίοδο, τους Χρόνους της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας έως τη νεώτερη και τη σημερινή εποχή.
Η πλέον δραματική πτυχή της αρχαίας Μεγίστης και η σύσφιγξη των αλληλένδετων σχέσεων με τη νήσο της Αφροδίτης αναδείχθηκαν το διάστημα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι πολεμικές επιχειρήσεις στην περιοχή, ειδικότερα οι σφοδρές στρατιωτικές συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων του Άξονα και των Συμμάχων στα Δωδεκάνησα προκάλεσαν σοβαρές αναστατώσεις στον πληθυσμό του Καστελλορίζου. Συγκεκριμένα, το φθινόπωρο του 1943, μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών, βομβαρδίστηκε ανηλεώς από τη Γερμανική αεροπορία και εκκενώθηκε. Χιλιάδες Καστελλοριζιοί πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς, βρίσκοντας ασφαλές καταφύγιο και μια στοργική αγκαλιά στους συνέλληνες αδελφούς Κυπρίους είτε ο τόπος μας υπήρξε ενδιάμεσος σταθμός ανακούφισης στην προσφυγική πορεία μιας άλλης πληθυσμιακής μερίδας ανέστιων και εμπερίστατων προς την Παλαιστίνη. Οι φιλόξενες πόλεις και τα ανοιχτόκαρδα χωριά της ακριτικής μας μεγαλονήσου, παρά τις τότε δυσμενείς κοινωνικοοικονομικές συνθήκες έγιναν η δεύτερη πατρίδα των ακριτών εκείνων στις εσχατιές της Ελληνικής επικράτειας, σφυρηλατώντας έκτοτε ακατάλυτους δεσμούς αίματος. Η Ιστορία επαναλαμβανόταν μετά την πάροδο μιας εικοσαετίας από τη Μικρασιατική Καταστροφή με την εξ ίσου θερμή υποδοχή, περίθαλψη και στέγαση πολυπληθών Μικρασιατών προσφύγων, που είχαν καταφθάσει ξεριζωμένοι και ημιθανείς στα παράλια μέρη μας. Το δράμα και η τραγωδία θα κορυφωνόταν το 1974 με την Τουρκική Εισβολή και τη συνεχιζόμενη ημικατοχή των εδαφών μας επί 52 και πλέον χρόνια.
Σε πολιτικό επίπεδο, ως γνωστόν, τη γεωστρατηγική αλληλεξάρτηση των δύο πόλων έλξης στο μάτι του Τουρκικού κυκλώνα επισφράγισαν οι επίδοξες αλυσιτελείς συναλλαγές για την επίλυση του ακανθώδους Κυπριακού προβλήματος το 1964 με το περίφημο δεύτερο Σχέδιο Άτσεσον. Κατά τη διάρκεια των σκληρών διπλωματικών διαβουλεύσεων τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του έτους εκείνου στη Γενεύη, προτάθηκε από Ελληνικής πλευράς η παραχώρηση στην Τουρκία, πλην της Καρπασίας, και του Καστελλορίζου ως αντάλλαγμα για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Παρότι το σχέδιο απορρίφθηκε, η Ιστορία απέδειξε περίτρανα ότι στην Ελληνοτουρκική σκακιέρα, τα ευάλωτα επίμαχα πιόνια Καστελλόριζο και Κύπρος αντιμετωπίζονται πάγια από τη διεθνή διπλωματία και ιδίως την Άγκυρα ως ενιαίο και αδιαίρετο γεωπολιτικό σύμπλεγμα. Αναλυτικότερα, η εμπλοκή του Καστελλορίζου στο Κυπριακό συνιστά ένα από τα πιο σκοτεινά γεωπολιτικά παρασκήνια. Ως προς τη διάσταση της χαρτογράφησής του για τους Αμερικανούς, ένεκα της ατυχούς γεωγραφικής του απομόνωσης από τον κεντρικό κορμό της Ελλάδας και της εγγύτητάς του στην Τουρκία, θεωρήθηκε πρόσφορο αντάλλαγμα. Πίστευαν ότι η Αθήνα θα συναινούσε να θυσιάσει ένα μικρό νησί λίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων, προκειμένου να ενσωματώσει στον εθνικό κορμό ολόκληρη την Κύπρο. Άλλωστε, η Άγκυρα έβλεπε τη λίαν θετική προοπτική της παραχώρησής του, θεωρώντας ότι «στραγγάλιζε» τις δικές της νότιες ακτές και περιόριζε τη ναυσιπλοϊκή της έξοδο, όπερ και παραπέμπει σε μια πρώιμη μορφή προκλητικής αμφισβήτησης που κατά κόρον διαπιστώνουμε σήμερα για την ΑΟΖ. Δεν παραλείπονται ακόμη και οι απόρρητες σκευωρίες της CIA. Σύμφωνα με αποχαρακτηρισμένα έγγραφα των Αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, οι Αμερικανοί εξέταζαν τότε τα ακραία σενάρια ανταλλαγής πληθυσμών, εκκολάπτοντας σχέδιο μετακίνησης όλων των Τουρκοκυπρίων στο Καστελλόριζο ή σε άλλα Δωδεκάνησα, που θα περνούσαν στην Τουρκία, ούτως ώστε η Κύπρος να μείνει αμιγώς Ελληνική και να ενωθεί αναίμακτα με την Ελλάδα. Εντούτοις, οι εκθέσεις της CIA υποδείκνυαν ότι το Καστελλόριζο ήταν πολύ μικρό και ακατάλληλο για μεγάλες στρατιωτικές ή αεροπορικές υποδομές.
Στο σταυροδρόμι των καταγεγραμμένων γεγονότων και των αστάθμητων συγκυριακών παραγόντων, όπου η ιστορική μνήμη συναντά τις σύγχρονες ενεργειακές προκλήσεις, το Καστελλόριζο και η Κύπρος αποδεικνύονται εκ νέου ως οι κρίσιμοι νοτιοανατολικοί προμαχώνες του Ελληνισμού. Η γεωστρατηγική τους θέση στην Ανατολική Μεσόγειο δεν έχει, απλώς, συμβολικό χαρακτήρα εθνικής άμυνας, αλλά ουσιωδώς επιβάλλει την εγγυητική δικλείδα διασφάλισης των κυριαρχικών δικαιωμάτων και του ενεργειακού μέλλοντος ολόκληρης της περιοχής. Σήμερα, η ανάγκη για μιαν ολοκληρωμένη αμυντική θωράκιση των ακριτικών αυτών οχυρών καθίσταται εκ των ων ουκ άνευ αδήριτη ανάγκη απέναντι όχι μόνο στις ακατάσχετες απειλές της Τουρκίας του Ερντογάν αλλά και ενώπιον των περιφερειακών και ευρύτερων πολεμικών αναμετρήσεων σε ένα ρευστό διεθνές περιβάλλον ευμετάβολων σκηνικών. Στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, το Καστελλόριζο επανέρχεται στο προσκήνιο μέσα από κινήσεις υψηλού συμβολισμού. Χαρακτηριστική η επίσκεψη τής τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, Κατερίνας Σακελλαροπούλου, τον Σεπτέμβριο του 2020 για την επέτειο απελευθέρωσης του νησιού, σε μιαν περίοδο ακραίας Ελληνοτουρκικής έντασης με το Oruç Reis. Έξι χρόνια αργότερα, τονφετινό Σεπτέμβριο, ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης πραγματοποίησε μιαν εξ ίσου σπάνια και πολυήμερη επίσκεψη στο νησιωτικό σύμπλεγμα (τη Ρω και τη Στρογγύλη), τερματίζοντας τη μακρά περίοδο απουσίας των κυβερνητικών αρχών στο νησί. Οι επισκέψεις αυτές, παρότι εκπέμπουν επιτακτικό μήνυμα ετοιμότητας και παρουσίας προς την Άγκυρα, δεν μένουν στο απυρόβλητο της δημοσιογραφικής και πολιτικής κριτικής. Πολλοί αναλυτές έσπευσαν να επισημάνουν ότι τέτοιες κινήσεις ενέχουν συχνά στοιχεία προεκλογικής σκοπιμότητας και εσωτερικής κατανάλωσης, εν όψει των επερχόμενων πολιτικών αναμετρήσεων. Η επιταγή, όμως, της γεωπολιτικής επιβίωσης του Ελληνισμού δεν κρίνεται από επικοινωνιακά φωτογραφικά στιγμιότυπα, αλλά από τις συνεπείς πολιτικές και τις αποφασιστικές πράξεις ύψιστης ευθύνης. Το πραγματικό και επείγον διακύβευμα παραμένει ο οριστικός και επίσημος καθορισμός ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου. Η θεσμική αυτή κατοχύρωση απαρεγκλίτως δύναται να μετατρέψει τον θαλάσσιο διάδρομο σε απροσπέλαστη νομική και αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, υπερασπίζοντας εμπράκτως τους δύο Προμαχώνες πέρα και πάνω από εφήμερα πολιτικά αφηγήματα.
Αυτή ακριβώς η εκκρεμότητα της ΑΟΖ επηρεάζει άμεσα τον ενεργειακό σχεδιασμό. Η γεωγραφική θέση του συμπλέγματος της Μεγίστης οικοδομεί τη φυσική γέφυρα που επιτρέπει την επαφή της Ελληνικής ΑΟΖ με την ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό το δυνητικό θαλάσσιο «σύνορο» επισείει τον μεγαλύτερο γεωπολιτικό εφιάλτη στην Άγκυρα, η οποία, μέσω της αναθεωρητικής υστερίας της «Γαλάζιας Πατρίδας», επιχειρεί συστηματικά να ακυρώσει την ζωτικής σημασίας δίοδο. Η Τουρκία προβάλλει το αυθαίρετο επιχείρημα ότι τα νησιά δεν δικαιούνται πλήρη θαλάσσια δικαιοδοσία υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ πέραν των χωρικών τους υδάτων. Διττός ο μεγαλεπήβολος στόχος της: η εξαφάνιση της επήρειας του Καστελλορίζου, ώστε η Τουρκική ΑΟΖ να συνδεθεί απευθείας με εκείνη της Αιγύπτου αποκόπτοντας την Ελλάδα, καθώς και ο πλήρης εγκλωβισμός της Κύπρου, μέσω της αμφισβήτησης των δυτικών θαλασσοτεμαχίων της Κυπριακής ΑΟΖ. Η απάντηση στην Τουρκική επιθετική επεκτατικότητα, ασφαλώς, δεν εδράζεται πλέον σε θεωρητικές αναλύσεις και ηχηρές εξαγγελίες, απεναντίας τεκμαίρεται με απτά και έγκαιρα έργα υποδομής, όπως και με στρατηγικές συμμαχίες που αναδιαμορφώνουν τον χάρτη. Η Κυπριακή ΑΟΖ και ο στρατηγικός άξονας με το Ισραήλ αποτελούν το επίκεντρο του νέου γεωπολιτικού αναχώματος. Η γειτνίαση των γιγαντιαίων Ισραηλινών κοιτασμάτων, του Λεβιάθαν και του Ταμάρ, με τα Κυπριακά υποθαλάσσια οικόπεδα δημιουργεί ενιαία ενεργειακή λεκάνη. Η οριστική συμφωνία για τη συνεκμετάλλευση του κοιτάσματος «Αφροδίτη» (θαλασσοτεμάχιο 12) και η επωφελής συνεργασία των δύο κρατών για τη μεταφορά φυσικού αερίου επικυρώνει τη γεωπολιτική σύμπλευση Λευκωσίας–Τελ Αβίβ. Το κορυφαίο έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ αντιτάσσει τη μεγαλύτερη απάντηση στην προσπάθεια της Τουρκίας να απομονώσει την Κυπριακή Δημοκρατία, την οποία εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει. Το έργο, που εισήλθε σε τροχιά υλοποίησης με τη χρηματοδότηση της Ε.Ε. και τη στρατηγική στήριξη των ΗΠΑ, ενοποιεί τα ηλεκτρικά δίκτυα των τριών χωρών, τερματίζοντας την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου.
Η Άγκυρα αντιλαμβάνεται ότι η επιτυχής ολοκλήρωση των εν λόγω υποδομών καταργεί το ανυπόστατο και άκρως παρανοϊκό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Εξ ου και η Τουρκική «εφευρετικότητα» εφαρμόζει μια συστηματική στρατηγική υβριδικής και στρατιωτικής πίεσης, που εκδηλώνεται τόσο με την αμφισβήτηση της Ελληνικής κυριαρχίας στα Δωδεκάνησα μέσω της απαίτησης για αποστρατιωτικοποίηση, την παρανομία της μετανάστευσης, της αλιείας και της ανακήρυξης θαλάσσιων πάρκων όσο και με την έντονη αντίδρασή της σε κάθε κρατική επίσκεψη, όπως αποτυπώθηκε στις οργισμένες ανακοινώσεις του Τουρκικού Υπουργείου Άμυνας μετά την προ ολίγων ημερών παρουσία Μητσοτάκη στο νησί. Επομένως, τα «ήρεμα νερά» συνεχώς και αγριεύουν! Εκ παραλλήλου, η Άγκυρα εκφράζει έντονη νευρικότητα για την αμυντική αναβάθμιση της Λευκωσίας, όπως η άρση του Αμερικανικού εμπάργκο όπλων και οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με το Ισραήλ και τη Γαλλία, αντιλαμβανόμενη ότι οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια κατά των υποδομών αυτών θίγει τα άμεσα συμφέροντα ισχυρών διεθνών δρώντων.
Σε μιαν Ανατολική Μεσόγειο, που φλέγεται και αναδιατάσσεται, το Καστελλόριζο και η Κύπρος ουδόλως θεωρούνται ως τα απομακρυσμένα σύνορα του Ελληνισμού, αλλά είναι η αφετηρία της στρατηγικής του αναβάθμισης. Οι επαναλαμβανόμενες απειλές της Άγκυρας και η πολιτική της «κανονιοφόρου» αποδεικνύουν ότι η Τουρκία αναγνωρίζει τη γεωπολιτική αξία του συνεκτικού αυτού άξονα πολύ καλύτερα, ίσως, από ό,τι η Αθήνα και η Λευκωσία στο παρελθόν. Η αποστομωτική απάντηση στον αναθεωρητισμό δεν μπορεί να είναι άλλη από τον συνδυαστικό πολλαπλασιαστή ισχύος: την αμυντική αποτροπή στην πρώτη γραμμή, την επιθετική ενεργειακή διπλωματία και, κυρίως, την τόλμη για την υπογραφή τής μεταξύ μας ΑΟΖ. Τα κοιτάσματα της Κυπριακής ΑΟΖ, ο στρατηγικός άξονας με το Ισραήλ και τα υποθαλάσσια καλώδια που γεφυρώνουν το Αιγαίο με την Κύπρο είναι τα σύγχρονα υπερόπλα, που πρέπει να προτάσσονται από τα ιστορικά μας προπύργια. Η προστασία και η πλήρης αξιοποίησή τους δεν σταθμίζεται ως μια απλή διπλωματική επιλογή. Είναι η μοναδική εγγύηση για την κυριαρχία, την ασφάλεια και την επιβίωση του Ελληνισμού στον 21ο αιώνα.