Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΜπορεί η συχνή κατανάλωση γλυκών να επηρεάζει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού; Και αν ναι, έχει σημασία η ποσότητα της ζάχαρης ή το είδος των τροφίμων από τα οποία την προσλαμβάνουμε;
Μια νέα επιστημονική μελέτη, στην οποία συμμετείχαν περισσότερες από 71.000 γυναίκες, έρχεται να προσθέσει ενδιαφέροντα στοιχεία στη συζήτηση για τη σχέση διατροφής και καρκίνου, καταγράφοντας συσχέτιση ανάμεσα στη συχνή κατανάλωση ορισμένων τροφίμων με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη και στην εμφάνιση καρκίνου του μαστού.
Στο μικροσκόπιο των επιστημόνων βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ζαχαρούχα δημητριακά πρωινού και το παγωτό, ενώ διαφορετική ήταν η εικόνα για τα φρούτα, παρά το γεγονός ότι περιέχουν φυσικά σάκχαρα.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στις 31 Οκτωβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό European Journal of Nutrition και βασίστηκε σε δεδομένα από 71.264 γυναίκες στη Νότια Κορέα.
Τι έδειξε η μελέτη
Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία γυναικών ηλικίας 40 έως 69 ετών, οι οποίες συμμετείχαν στη μεγάλη πληθυσμιακή μελέτη Health Examinees.
Η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 9,2 χρόνια, διάστημα κατά το οποίο καταγράφηκαν 713 περιστατικά καρκίνου του μαστού.
Στόχος των επιστημόνων ήταν να διερευνήσουν εάν η κατανάλωση διαφορετικών τροφίμων με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη συνδεόταν με την πιθανότητα εμφάνισης της νόσου.
Στην ανάλυση περιλήφθηκαν διάφορες κατηγορίες τροφίμων, όπως γλυκά, μπισκότα, κέικ, παγωτά, ζαχαρούχα δημητριακά και αναψυκτικά.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι γυναίκες που κατανάλωναν περισσότερες από δύο μερίδες τροφίμων υψηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη την εβδομάδα παρουσίαζαν 28% υψηλότερο σχετικό κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού, σε σύγκριση με όσες κατανάλωναν τέτοια τρόφιμα λιγότερο από μία φορά τον μήνα.
Η συσχέτιση ήταν ιδιαίτερα εμφανής για τα ζαχαρούχα δημητριακά και το παγωτό.
Το ποσοστό αυτό δεν σημαίνει ότι 28 στις 100 γυναίκες που καταναλώνουν γλυκά θα εμφανίσουν καρκίνο. Περιγράφει τη σχετική διαφορά κινδύνου μεταξύ των ομάδων που συγκρίθηκαν.
Γιατί μπορεί να υπάρχει αυτή η σχέση;
Η πιθανή σύνδεση της διατροφής με τον καρκίνο του μαστού αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής έρευνας εδώ και χρόνια.
Ένας από τους μηχανισμούς που εξετάζονται αφορά την επίδραση της συχνής κατανάλωσης τροφίμων με υψηλή περιεκτικότητα σε πρόσθετα σάκχαρα στον μεταβολισμό της γλυκόζης και της ινσουλίνης.
Η ινσουλίνη είναι η ορμόνη που βοηθά τον οργανισμό να ρυθμίζει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Όταν τα επίπεδά της παραμένουν αυξημένα για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ενδέχεται να επηρεάζονται βιολογικές διεργασίες που σχετίζονται με την κυτταρική ανάπτυξη.
Παράλληλα, η υπερβολική πρόσληψη θερμίδων μπορεί να συμβάλλει στην αύξηση του σωματικού βάρους. Το αυξημένο σωματικό λίπος, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση, συνδέεται με μεταβολικές και ορμονικές αλλαγές που έχουν σημασία για τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού.
Αυτοί είναι πιθανοί βιολογικοί μηχανισμοί που εξετάζει ευρύτερα η επιστημονική έρευνα.Η συγκεκριμένη μελέτη δεν απέδειξε ότι η ζάχαρη προκαλεί καρκίνο μέσω αυτών των μηχανισμών.
Επιπλέον, τα τρόφιμα που περιέχουν μεγάλες ποσότητες πρόσθετης ζάχαρης συχνά διαφέρουν ως προς τη συνολική διατροφική τους σύσταση, γεγονός που δυσκολεύει την απομόνωση της επίδρασης ενός μόνο συστατικού.
Γιατί δεν ισχύει το ίδιο για τα φρούτα;
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της μελέτης ήταν ότι τα φρούτα, παρότι αποτελούσαν τη μεγαλύτερη πηγή ζάχαρης στη διατροφή των συμμετεχουσών, δεν συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του μαστού.
Συγκεκριμένα, αντιπροσώπευαν περίπου το 43% της συνολικής πρόσληψης ζάχαρης.
Η διαφορά αυτή έχει σημασία, καθώς δείχνει ότι δεν είναι απαραίτητα σωστό να αντιμετωπίζονται όλες οι πηγές ζάχαρης με τον ίδιο τρόπο.
Τα ολόκληρα φρούτα περιέχουν, εκτός από φυσικά σάκχαρα, φυτικές ίνες, βιταμίνες και άλλες βιοδραστικές ουσίες. Η συνολική τους σύσταση διαφέρει σημαντικά από εκείνη πολλών επεξεργασμένων γλυκών τροφίμων.
Οι φυτικές ίνες, για παράδειγμα, επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο απορροφώνται οι υδατάνθρακες, ενώ τα φρούτα αποτελούν μέρος ενός ισορροπημένου διατροφικού προτύπου.
Το εύρημα ενισχύει την άποψη ότι η προέλευση της ζάχαρης και η συνολική ποιότητα των τροφίμων έχουν σημασία, πέρα από την απλή καταμέτρηση των γραμμαρίων ζάχαρης.
Πρέπει να σταματήσουμε να τρώμε γλυκά;
Οι επιστήμονες δεν καταλήγουν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Η έρευνα είναι παρατηρητική, δηλαδή καταγράφει σχέσεις ανάμεσα στις διατροφικές συνήθειες και στην εμφάνιση ασθενειών, χωρίς να μπορεί να αποδείξει ότι το ένα προκαλεί το άλλο.
Στην ανάλυση ελήφθησαν υπόψη διάφοροι παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάζουν τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού, όπως το σωματικό βάρος, η φυσική δραστηριότητα, το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ και το οικογενειακό ιστορικό.
Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί η επίδραση άλλων παραγόντων που δεν καταγράφηκαν ή δεν αξιολογήθηκαν πλήρως.
Τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι ένα παγωτό ή ένα γλυκό προκαλεί καρκίνο του μαστού, ούτε ότι η περιστασιακή κατανάλωση γλυκών αποτελεί από μόνη της σημαντικό παράγοντα κινδύνου.
Αντίθετα, αναδεικνύουν την ανάγκη να εξετάζεται η διατροφή συνολικά και να διερευνάται περαιτέρω η επίδραση της συχνής κατανάλωσης συγκεκριμένων επεξεργασμένων τροφίμων.