Οι δυσκολίες πρόσβασης σε κρίσιμες και εξειδικευμένες θεραπείες αλλά και ελλείψεις που τα τελευταία χρόνια γίνονται όλο και πιο έντονες, εξακολουθούν να προβληματίζουν τα μικρά κυρίως κράτη-μέλη της ΕΕ, όπως η Κύπρος, αφού το μέγεθος του πληθυσμού τους τα κατατάσσει, σχεδόν πάντοτε, χαμηλά στη λίστα προτεραιότητας της διεθνούς φαρμακοβιομηχανίας.

Μέσω του νέου Ευρωπαϊκού Κανονισμού για τα κρίσιμα φάρμακα, (Critical Medicines Act) και της συμφωνίας που επιτεύχθηκε πριν από περίπου δύο εβδομάδες υπό την κυπριακή προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, γίνεται μια νέα προσπάθεια για αντιμετώπιση των ανισοτήτων που σήμερα υπάρχουν μεταξύ μικρών και μεγαλύτερων κρατών, με συνολικό βασικό στόχο, βεβαίως, την ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού για όλα τα κράτη-μέλη, μέσα από κοινές προμήθειες φαρμάκων και αποτελεσματικότερη διαχείριση των ελλείψεων.

Ο υπουργός Υγείας, Νεόφυτος Χαραλαμπίδης, ανέλυσε στον «Φ» τη σημασία της συμφωνίας, εξηγώντας ότι πρόκειται για «μια πολύ σημαντική εξέλιξη για την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά». Για την Κύπρο, ο υπουργός Υγείας εξήγησε ότι «για μικρά κράτη, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι η δυσκολία πρόσβασης σε ορισμένα φάρμακα λόγω μικρής αγοράς, περιορισμένης διαπραγματευτικής δύναμης ή χαμηλής εμπορικής προτεραιότητας για τις εταιρείες».

Διευκρίνισε πως «ο Κανονισμός για τα κρίσιμα φάρμακα εισάγει τη δυνατότητα Συνεργατικών Προμηθειών “Collaborative Procurement”, όπου πέντε ή περισσότερα κράτη-μέλη μπορούν να ενώσουν τις ανάγκες τους και να ζητήσουν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προχωρήσει σε κοινή προμήθεια. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Κύπρο, γιατί αυξάνει τη διαπραγματευτική της ισχύ, μειώνει τον κίνδυνο να μείνει χωρίς κρίσιμα φάρμακα λόγω μικρού όγκου αγοράς, βελτιώνει την πρόσβαση σε κρίσιμα φάρμακα, ορφανά φάρμακα και φάρμακα κοινού ενδιαφέροντος, επιτρέπει καλύτερη συνεργασία με άλλα κράτη-μέλη για την κάλυψη αναγκών σε περιόδους έλλειψης», ανέφερε.

Πρόσθεσε ακόμη ότι «για μια μικρή χώρα, όπως η Κύπρος, αυτή η δυνατότητα μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό εργαλείο διασφάλισης επάρκειας φαρμάκων, ιδιαίτερα όταν η εθνική αγορά δεν είναι ελκυστική για προμηθευτές».

Επιπρόσθετα είπε, «ένας πολύ σημαντικός τομέας της Κύπρου που αναμένεται να επωφεληθεί είναι η φαρμακοβιομηχανία. Ο Κανονισμός για τα κρίσιμα φάρμακα εισάγει τον θεσμό των Στρατηγικών Έργων “Strategic Projects”, μέσω των οποίων επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή κρίσιμων φαρμάκων ή δραστικών ουσιών μπορούν να εξασφαλίσουν ευκολότερη πρόσβαση σε ευρωπαϊκή και εθνική χρηματοδότηση, κρατική ενίσχυση, επιτάχυνση διοικητικών διαδικασιών, ταχύτερες αδειοδοτήσεις και εγκρίσεις».

Παράλληλα, σημείωσε ο κ. Χαραλαμπίδης, «για μια χώρα όπως η Κύπρος, η οποία διαθέτει αναπτυσσόμενο φαρμακευτικό τομέα με εξαγωγές, αυτό δύναται να δημιουργήσει σημαντικές επενδυτικές και παραγωγικές ευκαιρίες». Όπως ανέφερε, «κυπριακές εταιρείες μπορούν δυνητικά να αξιοποιήσουν αυτά τα εργαλεία για να ενισχύσουν ή να επεκτείνουν την παραγωγική τους βάση, ιδιαίτερα σε τομείς όπως τα κρίσιμα φάρμακα, όπου ο Κανονισμός προβλέπει ακόμη ταχύτερες διαδικασίες. Αυτό σημαίνει ότι η Κύπρος θα μπορεί όχι μόνο να καλύπτει καλύτερα τις εσωτερικές της ανάγκες, αλλά και να αναβαθμίζει τη θέση της ως μέρος της ευρωπαϊκής φαρμακευτικής εφοδιαστικής αλυσίδας», πρόσθεσε.

Συνοψίζοντας, επεσήμανε ότι «η Κυπριακή Δημοκρατία, με τον καθοριστικό της ρόλο κατά τη διάρκεια της κυπριακής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ, επωφελείται βιομηχανικά, μέσω των ευκαιριών χρηματοδότησης και ανάπτυξης της κυπριακής φαρμακοβιομηχανίας, πρακτικά και επιχειρησιακά, μέσω κοινών προμηθειών, καλύτερης διαχείρισης ελλείψεων και μεγαλύτερης ασφάλειας εφοδιασμού, στρατηγικά, μέσω της νέας ευρωπαϊκής πολιτικής που δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ανθεκτικότητα και όχι μόνο στο κόστος. Για την Κύπρο, ως μικρό κράτος-μέλος με περιορισμένο μέγεθος αγοράς αλλά σημαντικές δυνατότητες στον φαρμακευτικό τομέα, ο νέος αυτός Κανονισμός μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο τόσο για την προστασία της δημόσιας υγείας όσο και για την ενίσχυση της εθνικής φαρμακευτικής στρατηγικής προς όφελος των πολιτών».

Δημόσιες προμήθειες και αξιολόγηση

Σε σχέση με τις δημόσιες προμήθειες, ο υπουργός Υγείας σημείωσε ότι «μέχρι σήμερα, σε πολλές περιπτώσεις, η δημόσια προμήθεια φαρμάκων στηριζόταν κυρίως στη χαμηλότερη τιμή». Όπως ανέφερε, «πλέον αλλάζει αυτή η φιλοσοφία και επιτρέπει στα κράτη-μέλη να λαμβάνουν υπόψη και άλλους παράγοντες όπως η ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας (resilience), η διαφοροποίηση πηγών προμήθειας (diversification), η αξιοπιστία του προμηθευτή, ο βαθμός παραγωγής εντός της ΕΕ».

Παράλληλα, εξήγησε ότι «αυτό αναμένεται να βοηθήσει ιδιαίτερα την Κύπρο, καθότι της επιτρέπει να οργανώσει τις δημόσιες προμήθειες, με κριτήριο όχι μόνο το κόστος αλλά και την ασφάλεια εφοδιασμού – κάτι ιδιαίτερα κρίσιμο για ένα νησί».

Ανθεκτικότητα σε περιόδους ελλείψεων και ενίσχυση υγειονομικής ασφάλειας

Ο Νεόφυτος Χαραλαμπίδης ανέφερε ακόμα ότι ο Κανονισμός «προβλέπει, επίσης, καλύτερο συντονισμό μεταξύ κρατών σε ό,τι αφορά τα στρατηγικά αποθέματα (contingency stocks), ανταλλαγή πληροφοριών για διαθέσιμα αποθέματα, δυνατότητα ενεργοποίησης μηχανισμών αλληλεγγύης μεταξύ κρατών. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για την Κύπρο, γιατί σε περίπτωση ελλείψεων θα μπορεί να έχει καλύτερη πρόσβαση σε ευρωπαϊκούς μηχανισμούς στήριξης και όχι να αντιμετωπίζει μόνη της προβλήματα εφοδιασμού. Για μικρά και απομακρυσμένα κράτη-μέλη, αυτό ενισχύει σημαντικά την υγειονομική ασφάλεια», ανέφερε.

Αναφερόμενος στις διεθνείς συνεργασίες, σημείωσε ότι «ο Κανονισμός προβλέπει, επίσης, την ανάπτυξη στρατηγικών συνεργασιών με τρίτες χώρες για διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας δραστικών ουσιών και κρίσιμων φαρμάκων». Όπως εξήγησε, «αυτό μπορεί να ωφελήσει έμμεσα την Κύπρο, καθώς μειώνει την εξάρτηση της ευρωπαϊκής αγοράς από περιορισμένο αριθμό προμηθευτών και ενισχύει τη συνολική σταθερότητα της αγοράς, κάτι που τελικά έχει θετική επίδραση και στην κυπριακή αγορά».

Η πολιτική ενίσχυση της Κύπρου

«Η συμφωνία για τον Κανονισμό για τα Κρίσιμα Φάρμακα αποτελεί μια πολύ σημαντική εξέλιξη τόσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά όσο και για την Κύπρο, η οποία επηρεάζεται εξίσου σε πολιτικό, στρατηγικό, βιομηχανικό και πρακτικό επίπεδο», ανέφερε ο υπουργός Υγείας.

Όπως εξήγησε, «η Κύπρος κατά τη ενάσκηση της κυπριακής προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην επίτευξη της προκαταρκτικής συμφωνίας με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο» και τόνισε πως «η επίτευξη της συμφωνίας σε έναν τόσο σημαντικό και σύνθετο ευρωπαϊκό φάκελο αποτελούσε βασικό στόχο της κυπριακής προεδρίας και, ταυτόχρονα, μπορεί να χαρακτηριστεί ως μιας ιδιαίτερα σημαντική επιτυχία για την Κύπρο».

«Το γεγονός ότι ένα μικρό κράτος-μέλος, όπως η Κύπρος, κατάφερε να διαχειριστεί αποτελεσματικά έναν τόσο σημαντικό νομοθετικό φάκελο και να οδηγήσει τις διαπραγματεύσεις σε επιτυχή κατάληξη, ενισχύει σημαντικά την πολιτική αξιοπιστία και το κύρος της χώρας μας σε ευρωπαϊκό επίπεδο», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «η επίτευξη προκαταρτικής συμφωνίας με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι επιστέγασμα της πολιτικής βούλησης της κυβέρνησης, που επιδείχθηκε μέσα από την ενάσκηση της προεδρίας του Συμβουλίου, για μια εξέλιξη που έχει σημαντικό όφελος για τους Ευρωπαίους ασθενείς».