Ανησυχητική εικόνα για τη δημόσια υγεία στην Ευρώπη περιγράφουν οι τελευταίες εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου Λοιμώξεων (ECDC) που δόθηκαν σήμερα στη δημοσιότητα και αφορούν την εξάπλωση των σεξουαλικών μεταδιδόμενων νοσημάτων που καταγράφουν σταθερή και σε ορισμένες περιπτώσεις εκρηκτική αύξηση.

Τα νέα δεδομένα καταδεικνύουν ότι λοιμώξεις όπως τα χλαμύδια, η γονόρροια και η σύφιλη όχι μόνο δεν περιορίζονται, όπως είναι ο ευρωπαϊκός στόχος, αλλά εξαπλώνονται με ταχείς ρυθμούς σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, προκαλώντας έντονο προβληματισμό στις υγειονομικές αρχές.

Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η εικόνα στην ευρωπαϊκή επικράτεια, θυμίζει «σιωπηλή επιδημία», ιδιαίτερα ανάμεσα σε νεότερες ηλικίες και πληθυσμιακές ομάδες με αυξημένη σεξουαλική κινητικότητα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ECDC, τα χλαμύδια παραμένουν το συχνότερο σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα στην Ευρώπη, με περισσότερα από 213.000 επιβεβαιωμένα περιστατικά το 2024.

Οι ηλικίες 20 έως 24 ετών εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά, ενώ οι ειδικοί σημειώνουν ότι η πραγματική διασπορά πιθανόν να είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς πολλοί ασθενείς παραμένουν ασυμπτωματικοί και δεν εξετάζονται ποτέ.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα για τη γονόρροια. Η Ευρώπη κατέγραψε περισσότερα από 106.000 περιστατικά μέσα στο 2024, αριθμός-ρεκόρ για τα τελευταία χρόνια.

Η αύξηση ξεπερνά το 300%, σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από μία δεκαετία, ενώ οι επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου και για την αυξανόμενη αντοχή στα αντιβιοτικά.

Όπως προειδοποιεί το ECDC, η μικροβιακή αντοχή ενδέχεται να δυσκολέψει σημαντικά τη θεραπεία στο μέλλον, εάν η κατάσταση συνεχίσει να επιδεινώνεται.

Την ίδια ώρα, η σύφιλη παρουσιάζει επίσης συνεχή άνοδο στην Ευρώπη, με περισσότερα από 45.000 περιστατικά το 2024.

Οι ειδικοί σημειώνουν ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται πλέον μόνο σε συγκεκριμένες ομάδες υψηλού κινδύνου, αλλά επεκτείνεται και στον γενικό πληθυσμό, συμπεριλαμβανομένων των ετεροφυλόφιλων ανδρών και γυναικών.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η αύξηση της συγγενούς σύφιλης, δηλαδή των περιπτώσεων όπου η λοίμωξη μεταδίδεται από τη μητέρα στο έμβρυο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, τα περιστατικά σχεδόν τριπλασιάστηκαν μέσα σε μία δεκαετία, γεγονός που οι ειδικοί συνδέουν με καθυστερημένη διάγνωση, ελλιπή προγεννητικό έλεγχο και ανεπαρκή πρόσβαση ορισμένων ομάδων σε υπηρεσίες υγείας.

Αυξητικές τάσεις παρουσιάζει και το λεμφοκοκκίωμα αφροδισίων (LGV), μια πιο σπάνια αλλά σοβαρή μορφή χλαμυδιακής λοίμωξης, που καταγράφει έντονη διασπορά κυρίως μεταξύ ανδρών που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες.

Στην Κύπρο, παρά το γεγονός ότι οι αριθμοί παραμένουν αισθητά χαμηλότεροι από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι υγειονομικές αρχές παρακολουθούν στενά την κατάσταση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ECDC:

  • Τα περιστατικά χλαμυδίων στην Κύπρο ανήλθαν σε 22 το 2024,
  • Η γονόρροια καταγράφηκε σε 21 περιστατικά,
  • Η σύφιλη έφτασε τα 93 περιστατικά, παρουσιάζοντας σημαντική αύξηση σε σχέση με προηγούμενα χρόνια.

Παράλληλα, η Κύπρος δεν κατέγραψε περιστατικά συγγενούς σύφιλης το 2024, αν και είχαν εντοπιστεί δύο περιστατικά το 2022, στοιχείο που υπενθυμίζει ότι ο κίνδυνος παραμένει υπαρκτός.

Οι ειδικοί, πάντως, επισημαίνουν ότι οι σχετικά χαμηλοί αριθμοί σε μικρές χώρες όπως η Κύπρος μπορεί να μην αποτυπώνουν πλήρως την πραγματική εικόνα, καθώς σημαντικό ρόλο παίζουν και οι διαγνωστικοί έλεγχοι, η πρόσβαση στις εξετάσεις και η καταγραφή των περιστατικών.

Το ECDC καλεί πλέον τα κράτη-μέλη να ενισχύσουν τα προγράμματα πρόληψης, ενημέρωσης και έγκαιρης διάγνωσης, με ιδιαίτερη έμφαση στους νέους, στις ευάλωτες ομάδες και στις εγκύους.

Παράλληλα, απαιτεί εντατικοποίηση των προγραμμάτων σεξουαλικής υγείας και πιο συστηματική επιδημιολογική επιτήρηση, ώστε να περιοριστεί η εξάπλωση των νοσημάτων τα επόμενα χρόνια.