Τρεις νόμοι «που είναι άμεσα συνδεδεμένοι με τη σωστή παροχή υπηρεσιών στους Κύπριους ασθενείς, είναι αδύνατο να εφαρμοστούν όπως πρέπει, επειδή δεν έχουμε νοσηλευτές». Η τοποθέτηση αυτή του υπουργού Υγείας, Νεόφυτου Χαραλαμπίδη, ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής Υγείας, ήταν σαφής, όπως σαφές ήταν και το κάλεσμα του προς τη Βουλή: «Όπως υπάρχει έλλειψη νοσηλευτών στην υπόλοιπη Ευρώπη, υπάρχει και στην Κύπρο», είπε απαντώντας σε ερωτήσεις βουλευτών, ενώ, σχολιάζοντας τις ανησυχίες των συνδικαλιστικών οργανώσεων, διεμήνυσε ότι «δεν είναι πρόθεση ούτε δική μου, ούτε της κυβέρνησης να ενοχλήσουμε τα ωφελήματα και τα δικαιώματα κανενός εργαζόμενου, ούτε να δημιουργήσουμε άνεργους απόφοιτους νοσηλευτικής».

Οι νόμοι για την αποκατάσταση, την ανακουφιστική φροντίδα και την κοινοτική νοσηλευτική, «ψηφίστηκαν πριν από αρκετό καιρό αλλά δεν μπορούμε να τους εφαρμόσουμε», είπε ο υπουργός Υγείας, επισημαίνοντας στα μέλη της κοινοβουλευτικής επιτροπής Υγείας, ότι σε εκκρεμότητα βρίσκονται εδώ και καιρό νομοσχέδια αλλά και τροποποιήσεις νόμων που στόχο έχουν «να αντιμετωπιστεί η έλλειψη νοσηλευτών που ταλαιπωρεί ολόκληρο τον τομέα της υγείας στην Κύπρο και τους ασθενείς ειδικότερα».

«Οι νοσηλευτές αποτελούν βασικό πυλώνα του συστήματος υγείας και η επάρκεια ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή των συγκεκριμένων νομοθεσιών, αλλά κυρίως για τη σωστή παροχή υπηρεσιών στους κύπριους ασθενείς».

Για τον λόγο αυτό, είπε απευθυνόμενος στους βουλευτές, «κάθε σχετική νομοθετική πρωτοβουλία, νομοσχέδιο ή τροποποίηση υφιστάμενων νόμων, πρέπει να εξετάζεται κατά προτεραιότητα όταν τίθενται ζητήματα λειτουργίας ολόκληρους του συστήματος υγείας του τόπου».

Ο υπουργός Υγείας είχε χθες συνάντηση με την Επιτροπή η οποία πραγματοποίησε την πρώτη της συνεδρίαση με τη νέα της σύνθεση και οι συγκεκριμένες τοποθετήσεις του δεν ήταν βεβαίως άσχετες με την αναβολή της ψήφισης των τροποποιήσεων που είχαν κατατεθεί πριν τις βουλευτικές εκλογές και στόχο είχαν να διευκολυνθεί η εργοδότηση νοσηλευτών από ξένες χώρες (υπό αυστηρές προϋποθέσεις και κριτήρια), από τα ιδιωτικά νοσηλευτήρια του τόπου.

«Στο θέμα της αποκατάστασης», τόνισε, «έχουμε πολλά ζητήματα που πρέπει να μελετήσουμε. Παρά το γεγονός ότι από τον Φεβρουάριο υπάρχει η δυνατότητα για αδειοδότηση νέων κέντρων, στο Υπουργείο δεν έχει υποβληθεί κανένα αίτημα μέχρι στιγμής για αδειοδότηση» (σ.σ. εκπρόσωποι των κέντρων αποκατάστασης είχαν δηλώσει αρκετές φορές τους προηγούμενους μήνες ότι εξαιτίας της έλλειψης νοσηλευτών δεν είναι δυνατό να καλύψουν τις απαιτήσεις του νόμου για τη στελέχωση τους με νοσηλευτικό προσωπικό).

Υπενθυμίζεται ότι την περασμένη εβδομάδα και μετά τη δημοσιοποίηση του νομοσχεδίου που προβλέπει για αλλαγή της αναλογίας νοσηλευτών/ κλινών στα ιδιωτικά νοσοκομεία ώστε να εξοικονομηθεί προσωπικό με ταυτόχρονη αύξηση του αριθμού των βοηθών θαλάμων, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις (που έχουν απορρίψει όλες τις μέχρι τώρα εισηγήσεις του υπουργείου Υγείας), αντέδρασαν και σε κοινή ανακοίνωση τους έκαναν λόγο για επικίνδυνες πρακτικές. 

Νομοθετικές εκκρεμότητες με πρώτη τις πανεπιστημιακές κλινικές

Αναφερόμενος στο νομοθετικό έργο, ο υπουργός είπε ότι εκκρεμούν ενώπιον της Επιτροπής, σημαντικά νομοθετήματα, πέραν των νομοσχεδίων που αφορούν τους νοσηλευτές, μεταξύ των οποίων το νομοσχέδιο για τις πανεπιστημιακές κλινικές και το νομοσχέδιο για τα βιοϊατρικά εργαστήρια.

Πρόσθεσε ότι το επόμενο διάστημα θα κατατεθεί και νομοσχέδιο για τη σύσταση και λειτουργία ιατροσυμβουλίων, ενώ στον προγραμματισμό βρίσκεται και η ίδρυση της Εθνικής Αρχής Ασφάλειας Τροφίμων.

Παράλληλα, το Υπουργείο επεξεργάζεται τροποποίηση του «περί Ιδιωτικών Νοσοκομείων Νόμου», ώστε να ενσωματωθούν σε αυτόν και τα δημόσια νοσοκομεία, με στόχο τη δημιουργία ενιαίου θεσμικού πλαισίου για όλα τα νοσηλευτήρια της Κύπρου.

ΓεΣΥ: Σε υψηλότερα από τα ενδεδειγμένα τα αποθέματα στο Ταμείο αλλά τα φάρμακα είναι ακριβά

Το Ταμείο του ΓεΣΥ διαθέτει αποθέματα και με το παραπάνω, αλλά το Σύστημα είναι αντιμέτωπο με δύο μεγάλες οικονομικές προκλήσεις, σύμφωνα με τη γενική διευθύντρια του Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας, Ιφιγένεια Καμμίτση.

Η γενική διευθύντρια του ΟΑΥ, μιλώντας στην κοινοβουλευτική επιτροπή Υγείας, τόνισε ότι «αποτελεί διαρκή στρατηγική επιδίωξη του Οργανισμού η οικονομική βιωσιμότητα του ΓεΣΥ και πρόσθεσε πως «η ετήσια αναλογιστική μελέτη δείχνει ότι το Σύστημα παραμένει βιώσιμο έως το 2033 χωρίς οποιαδήποτε διαφοροποίηση στις συνεισφορές, ενώ το αποθεματικό του βρίσκεται σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τα διεθνώς ενδεδειγμένων επιπέδων».

Την ίδια ώρα, όμως, σημείωσε ότι οι βασικές προκλήσεις αυτή τη στιγμή, αφορούν τη γήρανση του πληθυσμού, τη συνεπαγόμενη αύξηση των χρόνιων ασθενών, εξαιτίας και της γήρανσης του πληθυσμού αλλά και την ένταξη νέων και δαπανηρών θεραπειών στο Σύστημα, σημειώνοντας παράλληλα και τον διαρκή κίνδυνο για καλή χρήση του ΓεΣΥ τόσο από τους παροχείς όσο και από τους δικαιούχους. Παρά τις προκλήσεις αυτές, υπογράμμισε, «σήμερα το Σύστημα είναι οικονομικά βιώσιμο».

Αναφερόμενη στα εξειδικευμένα φάρμακα, η κ. Καμμίτση, δεν παρέλειψε να υπογραμμίσει το γεγονός ότι ο ΟΑΥ έχει δεχθεί μέχρι σήμερα 4.000 ονομαστικά αιτήματα, λέγοντας πως «σε άλλα ευρωπαϊκά συστήματα τα ονομαστικά αιτήματα βρίσκονται περίπου στο ένα τέταρτο του δικού μας αριθμού».

Στόχος του ΟΑΥ, είπε, «είναι να περιοριστεί ο αριθμός των ονομαστικών αιτημάτων. Να ενταχθούν οι θεραπείες αυτές στους καταλόγους του ΓεΣΥ και να παραμείνουν στη διαδικασία των ονομαστικών αιτημάτων μόνο τα φάρμακα που είναι πραγματικά καινούρια, καινοτόμα και πληρούν τα σχετικά κριτήρια».