«Αυτή η κατάθεση που κρατάτε στα χέρια σας δεν ανοίγει κανένα φάκελο, ούτε φιλοδοξεί να εξαντλήσει το θέμα το οποίο πραγματεύεται. Διαζωγραφίζει περιπτώσεις ηρωισμών, δοκιμασίας και μαρτυρίων κυρίως των αξιωματικών και στρατιωτών που αγωνίστηκαν ή έπεσαν το 1974. Μνημόσυνο ας θεωρηθούν οι σελίδες που ακολουθούν, από έναν άνθρωπο που είχε την τύχη ν’ αναπνεύσει τον τραγικό αέρα του μετώπου και της προδοσίας. Και προβάλλει αξιώσεις στην αυστηρότερη ιστορική αλήθεια, όχι όμως και στην ιστορική πληρότητα». Και λίγο πιο κάτω: «Οι νεότερες γενιές πρέπει να μάθουν ότι κάποιοι τρελοί Έλληνες Κύπριοι δεν κιότεψαν, δεν φοβήθηκαν τον Τούρκο εισβολέα και έμειναν εκεί στο μετερίζι τους και φύλαξαν Θερμοπύλες».
Αυτά τονίζει, μεταξύ άλλων, ο Πανίκος Πέτσας στον πρόλογο του βιβλίου του «Η σφαίρα που μου χαρίστηκε» (2025). Τον τίτλο συμπληρώνει η επεξήγηση: «Το χρονικό των Ηρωικών Μαχών στην Αετοφωλιά και στο Κοτζά Καγιά του Πενταδακτύλου το 1974 μέσα από την προσωπική μαρτυρία μου».
Τίτλος και πρόλογος προβάλλουν το μέταλλο και τη λειτουργία της «Σφαίρας», από πόσο βαθιά έρχεται και πού στοχεύει, τον προδομένο αγώνα του συγγραφέα και των συμπολεμιστών του και την αγωνία, για την καταγραφή των γεγονότων από τους βιωματικούς μάρτυρες, προς αποσόβηση της λήθης, συμπλήρωση ή αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας και παραδειγματισμό.
Ανήκω σε γενιά που δεν έζησε τον πόλεμο, αλλά μεγάλωσε με το «Δεν Ξεχνώ και Αγωνίζομαι» παντού. Τέτοιες μαρτυρίες, υπενθυμίζουν, πέρα από την ευθραυστότητα των «αυτονοήτων», τις οφειλές σε εκείνους που πολέμησαν και θυσιάστηκαν υπέρ πατρίδος τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974.
«Η γραφή είναι ένα ποτήρι αδειανό που το γεμίζουμε με το αίμα μας. Με αυτή την αιμορραγία σταματά η ίδια η αιμορραγία», σημειώνει, αλλού ο ίδιος ο Πέτσας, ο οποίος χαρακτηρίζει, επίσης, το βιβλίο «αντίδωρο». «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα και το αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίου, ενός φτωχόπαιδου, 29 χρονών, απ’ το χωριό Λύση», γράφει ο Γιάννης Ρίτσος στον «Αποχαιρετισμό».
Ο Π. Πέτσας γεννήθηκε, επίσης, στη Λύση, το 1954. «Μεγάλωσα ακούγοντας για τον Γρηγόρη Αυξεντίου και τους άλλους ήρωες και πως ο θάνατος καταργείται και πως η ιστορία δεν γράφεται από ριψάσπιδες. Κάτι παρόμοιο επιτελέστηκε και στο φυλάκιο της Αετοφωλιάς στον Πενταδάκτυλο», εξηγεί. Ο ίδιος νιώθει τη δική του σωτηρία «δώρο», το οποίο γεννά το χρέος της απομνημόνευσης. Και, εδώ, ο λόγος και ρόλος του Πέτσα συναντά την «Οφειλή» του Τίτου Πατρίκιου, επιζήσαντα άλλων πολέμων:
«Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο,
είναι σαν να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω
γιατί η σφαίρα που της γλίτωσα
χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω».
Πόσο όμοια τα δραματικά επεισόδια του Ελληνισμού και πόσο όμοια τα συναισθήματα εκείνων που μένουν ζωντανοί και άνθρωποι.
«Κλείσαν με τον καιρό πολλές πληγές.
Και ποιος να δει πως σέρνονται
βουβά κάτω από το δέρμα
σαν εσωτερικές αράχνες;», επισημαίνει αλλού ο Πατρίκιος.
Στην περίπτωση του Π. Πέτσα, οι «αράχνες» έπλασαν βιβλίο, σαν υφαντό. «Μπαίνω και πάλι στο ναρκοπέδιο της ιχνηλάτησης της αλήθειας, με ένα σταυρό στον ώμο», υπογραμμίζει ο ίδιος. Ο λόγος του είναι παραστατικός, κατανοητός, συχνά έντονα λυρικός, απόσταγμα ανθρώπου που επιβίωσε από τις μυλόπετρες της Ιστορίας. Άλλωστε, η γραφίδα του είναι ασκημένη λόγω και της δημοσιογραφικής σταδιοδρομίας, από τον «Αγώνα» ως τον «Αντίλογο». Είναι, όμως, ο λυρισμός και ένας τρόπος να καταστεί η συνθλιπτική φρίκη κουβεντιαστή.
Το 364 σελίδων βιβλίο αποτελείται από 15 κεφάλαια, με τη διάρθρωση να είναι κυρίως χρονολογική: 1) Λύση: τα πρώτα ερεθίσματα. 2) Η κατάταξή μου στην Εθνική Φρουρά. 3) Δεκαέξι μήνες στον Πενταδάκτυλο και την Αετοφωλιά. 4) Η προσφορά του 1ου Λόχου του 231 ΤΠ. 5) Η αντίστροφή μέτρηση για την Τουρκική Εισβολή. 6) Φύλλα προσωπικού ημερολογίου: ο προσωπικός μου Γολγοθάς. 7) Η δεύτερη Εισβολή. 8) Λοχαγός Χαρίλαος Κασιδάκης, σαν νέος Λεωνίδας. 9) Αφηγήσεις πρωταγωνιστών του έπους του Πενταδακτύλου. 10) Κατάληψη Κοτζά Καγιά: Από τις καλύτερες επιχειρήσεις όλων των εποχών παγκοσμίως. 11) Η Εισβολή από τη σκοπιά των Τούρκων στρατιωτικών. 12) Το αποτύπωμα του εγκλήματος της Τουρκικής Εισβολής. 13) Οι τουρκικές απώλειες σε άρματα μάχης στην Εισβολή. 14) Τι έγραφαν οι εφημερίδες στις 20 Ιουλίου 1974. 15) Κιβωτός ιστορικής μνήμης. Από το πρώτο έως το ένατο κεφάλαιο ξετυλίγεται μια ατελής τραγωδία. Στα κεφάλαια 10-14 ο συγγραφέας ερευνά, πραγματεύεται, σταθμίζει και αξιολογεί. Το ήθος και τα έργα των υπευθύνων του δράματος της πατρίδας να αντιπαραβάλλονται με εκείνα των προασπιστών της.
Η αφήγηση των γεγονότων της τουρκικής εισβολής
Η ένταση κορυφώνεται κατά την αφήγηση των γεγονότων της εισβολής, η οποία πρόλαβε τα εικοστά γενέθλια και την απόλυση του αφηγητή, μετά από διετή θητεία στο Πεζικό. Εδώ το «κατηγορώ» οξύνεται: «Σημειώθηκε το παράδοξο η Τουρκία να ενισχύει διαρκώς τις δυνάμεις εισβολής και η Εθνική Φρουρά να εξασθενεί διαρκώς, επειδή καμία στρατιωτική συνδρομή δεν ήλθε από Ελλάδα. Αγναντεύαμε με αγωνία τον ορίζοντα να εντοπίσουμε κάποια ελληνικά αεροσκάφη. Αγναντεύαμε με παράπονο την περιοχή της αποβάσεως, αδημονώντας να δούμε τα πρώτα τουρκικά πλοία να τορπιλίζονται. Δεν μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας. Ήταν η άλλη όψη της προδοσίας».
Η 21η Ιουλίου, βρήκε τον στρατιώτη Πέτσα στον Πενταδάκτυλο, ή, αλλιώς, «στην κόλαση»: «Γλυκοχαράζει η 21η Ιουλίου, που θα γιόρταζα τα εικοστά γενέθλιά μου. Και τώρα είμαι στην άκρη του γκρεμού. Δεν πρόλαβε να ξημερώσει, όταν και πάλι αρχίζουν τα μεταγωγικά να περνούν πάνω από τα κεφάλια μας και να ρίχνουν αλεξιπτωτιστές και ενισχύσεις. Ακολουθούν τα βομβαρδιστικά που βάλλουν και πυροβολούν».
22 Ιουλίου: «Αγωνία, ένταση στον υπερθετικό βαθμό. Βλέπω τους Τούρκους αλεξιπτωτιστές να κατεβαίνουν το ύψωμα Κοτζά Καγιά (Μεγάλος Βράχος), ενώ συγχρόνως από τα πολυβολεία του Αγίου Ιλαρίωνα και του Κοτζά Καγιά μας βάζουν με όλα τα μέσα που διαθέτουν. Πραγματική κόλαση. Σκηνές πολιορκίας του Μεσολογγίου». Εκείνη την ημέρα ο Πέτσας διασταυρώθηκε με τον θάνατο, όταν ο συμπολεμιστής Φίλιππος Κυριάκου σκοτώθηκε από τουρκική σφαίρα: «Όλα πάγωσαν μέσα μου. Ήταν η πρώτη φορά που είδα θάνατο από τόσο κοντά. Ήταν δίπλα μου, με το όνομα του φίλου μου και το βλέμμα που μόλις είχε κοιτάξει εμένα. Κι εγώ ακόμα ζω».
Μόλις είκοσι ετών και, «ανακαλύπτεις τον βίον σου επί κινουμένης άμμου και τον εαυτόν σου υποχείριον και καθυποθηκευμένον και εις το παρελθόν και το μέλλον» (Άθως Λυκαύγης). «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί. Και ακόμα εδώ βρίσκονται. Στα βουνά του Πενταδακτύλου, φαντάροι που περίμεναν να απολυθούν και να σπουδάσουν ή να εργαστούν γίνονται, ξαφνικά, κομμάτια, πρόβατα με φαιοπράσινες στολές οδηγούνται στη σφαγή», τονίζει ο Πέτσας.
Στο τελευταίο κεφάλαιο, ο προβολέας μετακινείται στο 2006, με τον παλιό στρατιώτη στον τόπο του μαρτυρίου, ως επισκέπτη: «Ένα φως αποκρουστικό διέχεε την αντηλιά του θανάτου παντού, γύρω από το πολυβολείο της Αετοφωλιάς. Λαμπαδιασμένα κορμιά, λαμπαδιασμένα δέντρα. Η μνήμη είχε ονοματεπώνυμο, τη φώναζαν με τα ονόματα των συμπολεμιστών μας». Πεσόντες του 231 ΤΠ: 17, αγνοούμενοι: 3. Ο Πέτσας καταγράφει λεπτομερώς τα στοιχεία τους και δημοσιεύει φωτογραφίες τους
«Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί
και τόσα γεγονότα απλά βιβλία
χωρίς την επινόηση νέας διάταξης στοιχείων
χωρίς μια νέα μύηση που θα σαρώνει την αυλαία
σκίζοντας βίαια στα δυό το σάπιο μήλο;», αναρωτιέται ο Μ. Αναγνωστάκης.
Οι καταγεγραμμένες μνήμες του Π. Πέτσα και άλλων οπλιτών και πολιτών που έζησαν τα γεγονότα προσφέρουν στους αριθμούς του 1974 ονόματα και πρόσωπα, σκίζοντας το «σάπιο μήλο». Και έτσι, ανασυντίθεται η εικόνα των γεγονότων που σημάδεψαν τη μοίρα της Κύπρου.
«Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και πάνω τους η μνήμη καίει.
Μνήμη σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω» (Οδ. Ελύτης), σε λένε και Πενταδάκτυλο.
Πρώτη βιβλιοπαρουσίαση: Τετάρτη 18/2/2026, 17:45, Πολιτιστικό Κέντρο «Παύλος Λιασίδης», Τσιακιλερό. Παρουσίαση: Δρ Κυριάκος Ιωάννου. Χαιρετισμοί: Πρόεδρος Βουλής, Αννίτα Δημητρίου, δήμαρχος Λύσης, Ανδρέας Καουρής, βουλευτής Αμμοχώστου, Νίκος Κέττηρος. Αντιφώνηση από τον συγγραφέα.