Το Εφετείο απέρριψε ομόφωνα την ποινική έφεση που καταχώρισε άνδρας κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, επικυρώνοντας στο σύνολό της την καταδικαστική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για αδικήματα που αφορούν σεξουαλική και σωματική βία. Η τριμελής σύνθεση του δικαστηρίου, αποτελούμενη από τους Δικαστές Μ. Αμπιζά, Στ. Χριστοδουλίδου-Μεσσίου και Ι. Στυλιανίδου, έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος επέμβασης στα ευρήματα αξιοπιστίας και στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Ο εφεσείων αντιμετώπιζε αρχικά 13 κατηγορίες για αδικήματα που διαπράχθηκαν το βράδυ της 20ής Μαΐου 2024 στη Λεμεσό, σε βάρος δύο γυναικών, εκ των οποίων παρέμειναν εννέα μετά την απόσυρση τεσσάρων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν κατηγορίες για επίθεση που προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη, κοινή επίθεση, επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, άσεμνες επιθέσεις εναντίον γυναίκας, καθώς και αμελή και απερίσκεπτη πράξη.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δύο γυναίκες που βρίσκονταν στην Κύπρο για διακοπές γνώρισαν τον κατηγορούμενο στο παραλιακό μέτωπο της Λεμεσού και δέχθηκαν να επιβιβαστούν στο όχημά του. Κατά τη διαδρομή, ο κατηγορούμενος φέρεται να προέβη σε σεξουαλικές πράξεις χωρίς συναίνεση σε βάρος της μίας, ενώ στη συνέχεια οδήγησε το αυτοκίνητο σε απόμερο σημείο όπου άσκησε βία και κατά των δύο. Από την επίθεση η μία γυναίκα υπέστη, μεταξύ άλλων, οξύ κάταγμα στέρνου και πολλαπλές εκδορές και εκχυμώσεις, ενώ η δεύτερη τραυματίστηκε στο γόνατο όταν, σύμφωνα με τα ευρήματα, ο κατηγορούμενος επιχείρησε να διαφύγει οδηγώντας το όχημά του προς το μέρος της και την κτύπησε με τον προφυλακτήρα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον κατηγορούμενο ένοχο σε όλες τις κατηγορίες, με διαφοροποίηση σε μία εξ αυτών και του επέβαλε ποινές πολύμηνης φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 26 μηνών για την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, με τις ποινές να συντρέχουν.
Με την έφεσή του, ο καταδικασθείς προέβαλε έξι λόγους, αμφισβητώντας κυρίως την αξιολόγηση της μαρτυρίας βασικών μαρτύρων κατηγορίας και υποστηρίζοντας ότι υπήρχαν ουσιώδεις αντιφάσεις που δημιουργούσαν εύλογες αμφιβολίες ως προς την ενοχή του. Το Εφετείο επανέλαβε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ανήκει κατεξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει το πλεονέκτημα της άμεσης επαφής με τους μάρτυρες και ότι επέμβαση δικαιολογείται μόνο σε περιπτώσεις πρόδηλου σφάλματος ή παράλογων συμπερασμάτων.
Εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας και τα επιχειρήματα της υπεράσπισης, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν διαπιστώνεται οποιοδήποτε ρήγμα στην αξιολόγηση ούτε σφάλμα στα ευρήματα. Απέρριψε ως αβάσιμες τις αιτιάσεις περί ουσιωδών αντιφάσεων και έκρινε ότι τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν εύλογα και στηρίζονταν στην αποδεκτή μαρτυρία. Ως προς την κατηγορία της αμελούς και απερίσκεπτης πράξης, συμφώνησε ότι ο τρόπος οδήγησης του κατηγορουμένου, υπό συνθήκες σκότους και με απότομη εκκίνηση προς την κατεύθυνση τραυματισμένου προσώπου, υπερέβαινε τα όρια της απλής αμέλειας και πληρούσε τα στοιχεία του αδικήματος. Κατά συνέπεια, η έφεση απορρίφθηκε και η καταδικαστική απόφαση επικυρώθηκε.