Στο κενό έπεσε νομική διαδικασία την οποία δρομολόγησε ο τέως Μητροπολίτης Τυχικός με την οποία, ανάμεσα σε άλλα ζητούσε αναστολή της απόφασης της Ιεράς Συνόδου για υλοποίηση της απόφασης ημερομηνίας της 26ης Μαΐου 2026 για πλήρωση του Μητροπολιτικού Θρόνου Πάφου με παράλληλη αναστολή της διαδικασίας της χειροτονίας και της ενθρόνισης του εκλεγέντα Μητροπολίτη Γρηγορίου.

Από την απόφαση προκύπτει, για ακόμη μια φορά, πως η πολιτεία δεν παρεμβαίνει στις διοικητικές πράξεις της Εκκλησίας της Κύπρου.

Η σχετική αίτηση είχε κατατεθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 10 Ιουνίου, δηλαδή μια μέρα πριν την προγραμματισθείσα χειροτονία και ενθρόνιση του κ. Γρηγόριου και το Δικαστήριο επελήφθη της υπόθεσης αυθημερόν.

Ο κ. Τυχικός είχε υποβάλει  ένορκη δήλωση με την οποία υπεστήριξε ότι στις 23.2.2023, εξελέγη από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου, Μητροπολίτης Πάφου. Χειροτονήθηκε και ενθρονίστηκε ως τέτοιος, στις 12.3.2023. Στις 22.5.2025, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, κηρύχθηκε έκπτωτος από την πιο πάνω θέση, ενώ με απόφαση της ίδιας Ιεράς Συνόδου, στις 8.1.2026, τού επιβλήθηκε η ποινή της επ’ αόριστον αργίας. Ο ίδιος, αμφισβητεί την νομιμότητα των ως άνω αποφάσεων έκπτωσης και αργίας του, προς τούτο δε, εκκρεμούν άλλες αιτήσεις και ένδικα μέσα.

Στην ίδια δήλωση κατέγραφε πως στις 26.5.2026, με απόφαση της Αρχιεπισκοπής μέσω της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, πληρώθηκε ο Μητροπολιτικός θρόνος της Πάφου και εξελέγη νέος Μητροπολίτης Πάφου. 

Ο κ. Τυχικός υπεστήριξε επίσης, πως η απόφαση εκλογής  του νέου Μητροπολίτη (26.5.2026), ελήφθη υπό το καθεστώς του νέου Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου, χωρίς δημοσίευση του τελευταίου και χωρίς να πληρούνται οι νόμιμες διαδικαστικές προϋποθέσεις για την τροποποίηση του. Απόφαση που κατά τον Αιτητή πάσχει, αφού λήφθηκε, μεταξύ πολλών άλλων, καθ’ υπέρβαση και/ή έλλειψη δικαιοδοσίας και/ή κατάχρηση εξουσίας, κατά παράβαση της αρχής της αμεροληψίας και/ή της δίκαιης δίκης, θεμελιακών και/ή Συνταγματικών δικαιωμάτων και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης.

Στην απόφαση του Ανωτάτου σημειώνεται, πως  όπως αναδύεται από την διαχρονική νομολογία των Δικαστηρίων, η δικαιοδοσία έκδοσης Προνομιακών Ενταλμάτων, ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. Διατάγματα του είδους χορηγούνται κατ’ εξαίρεση. Άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος, παρέχεται όπου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης.

Στην ίδια απόφαση αναφέρεται πως το αίτημα που κατά προτεραιότητα απασχολεί, είναι η δυνατότητα ελέγχου των αποφάσεων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου και των διαδικασιών που αυτή ακολουθεί, μέσω Προνομιακών Ενταλμάτων.

Παραπέμπει δε στην αίτηση που είχε καταχωρήσει ο Αρχιμανδρίτης Νεκταρίος Γεωργίου υιοθετώντας την τότε απόφαση στην οποίαν καταγράφονταν και τα ακόλουθα:

«Η Εκκλησία της Κύπρου, αποτελεί θεσμό που προϋπήρχε αιώνες πριν από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Αυτοκέφαλη, Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου, ως το όνομα της προσδιορίζεται στο Σύνταγμα (Άρθρο 110), διαχρονικά, ετύγχανε και εξακολουθεί να τυγχάνει, ειδικότερης αντιμετώπισης σε σχέση με τις αρμοδιότητες και εξουσίες της (βλέπε μεταξύ άλλων την μελέτη του πρώην Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Κρ. Τορναρίτη «Αι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας κατά το εν Κύπρω ισχύον Δίκαιο» Επιθεώρησης Δημόσιου και Ιδιωτικού Δικαίου, Τόμος Α, 1967, όπου γίνεται ειδικότερη αναφορά στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας από την αναγνώριση της τελευταίας ως αυτοκέφαλης με απόφαση που λήφθηκε κατά την Γ Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο, το 431 μ.χ., μέχρι και μετά την ανεξαρτησία και την σύσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας).

Γίνεται επίσης επίκληση του άρθρου 110.1 του Συντάγματος το οποίο προνοεί ότι:

«Η αυτοκέφαλος ελληνική ορθόδοξος Εκκλησία της Κύπρου θα συνεχίσει έχουσα το αποκλειστικόν δικαίωμα ρυθμίσεως και διοικήσεως των εσωτερικών αυτής υποθέσεων και της περιουσίας αυτής συμφώνως τοις Ιεροίς Κανόσι και τω εν ισχύϊ Καταστατικά Χάρτη αυτής. Η ελληνική Κοινοτική Συνέλευσις δεν δύναται όπως ενεργεί αντιθέτως προς το ειρημένον δικαίωμα της ελληνικής ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου.»

Στην απόφαση καταγράφονται και τα ακόλουθα:

Με δεδομένη και καλά εδραιωμένη τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία η Εκκλησία της Κύπρου δεν αποτελεί θεσμοθετημένη Αρχή της Δημοκρατίας, ούτε όργανο κυβερνήσεως, ούτε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αντιθέτως, έχει χαρακτηριστεί ως ιδιάζων οργανισμός ιδιωτικού δικαίου, ο οποίος δεν ασκεί κρατική ή πολιτειακή εξουσία κατά τρόπο που να υπόκειται σε κρατικό έλεγχο, οι αποφάσεις των οργάνων της, περιλαμβανομένης της Ιεράς Συνόδου, δεν συνιστούν πράξεις άσκησης δημόσιας εξουσίας ούτε ανάγονται στην εκτέλεση δημόσιου καθήκοντος ως τούτο απαιτείται για να ενεργοποιήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, για την παραχώρηση ή μη θεραπείας μέσω της έκδοσης προνομιακού εντάλματος τύπου Mandamus.

Συνακόλουθα των πιο πάνω, εκ των πραγμάτων, δεν παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης των αιτούμενων προνομιακών ενταλμάτων, τύπου Mandamus, τα οποία συναρτώνται με τις συγκεκριμένες αποφάσεις και πρακτικά της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου.

Η αποτυχία των αιτημάτων για την παραχώρηση άδειας για την καταχώρηση δια κλήσεως αίτησης για την έκδοση των πιο πάνω ενταλμάτων Mandamus, σφραγίζει, από μόνη της, την τύχη των αιτημάτων για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων μέχρι την τελική εκδίκαση της αίτησης για έκδοση των σχετικών ενταλμάτων Mandamus, για τα οποία δεν δόθηκε άδεια.

Ούτε προσφέρεται η παρούσα δικαιοδοσία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, κατά τον τρόπο που αυτά επιζητούνται, αυτόνομα και αποσυναρτημένα από τα αφορώντα στην παρούσα προνομιακά εντάλματα Mandamus, παραπέμποντας γενικά σε ζητήματα νομιμότητας των αποφάσεων της έκπτωσης του Αιτητή από το Μητροπολιτικό θρόνο και της αργίας του.

Η αναζήτηση δε, κατά τρόπο γενικό, δηλωτικής και/ή αναγνωριστικής απόφασης, ως προβάλλεται στο Αιτητικό Δ της υπό κρίση αίτησης, χωρίς αυτή να διασυνδέεται με την προνομιακή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και οποιοδήποτε προνομιακό ένταλμα που δύναται να εκδοθεί στο πλαίσιο της, καθιστά εκ των πραγμάτων ατελέσφορη και αδύνατη την προώθηση και τη συζήτηση της, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

Αναπόδραστη κατάληξη όλων των πιο πάνω, είναι ότι η υπό συζήτηση Αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Δεν έχει καταδειχθεί, στο βαθμό έστω που απαιτείται σε αιτήσεις του είδους, ότι συντρέχουν λόγοι για την αιτούμενη παρέμβαση του Δικαστηρίου.

Η Αίτηση απορρίπτεται.