Απεβίωσε πριν από μερικές μέρες στη Λευκωσία και ετάφη στις 13 Ιουνίου ο Αντώνης Χατζηιωσήφ. Είχε γεννηθεί τον Δεκέμβριο του 1922 στον Ασώματο της επαρχίας Κερύνειας, ένα από τα μαρωνίτικα χωριά του νησιού μας, κατεχόμενο από το 1974. Έζησε, δηλαδή, 103 χρόνια, προικισμένος μέχρι το τέλος του βίου του με εργατικότητα, σεμνότητα, επιμονή, τετράγωνη λογική και αίσθηση του χιούμορ.

Ένας άνθρωπος από αυτούς που δυστυχώς σπάνια συναντούμε πια στην Κύπρο. Μέχρι το τέλος της ζωής του συμμετείχε ενεργά στις θρησκευτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις των Μαρωνιτών, ενώ για πολλές δεκαετίες μετά την τουρκική εισβολή ήταν η ψυχή κάθε δραστηριότητας της προσφυγικής κοινότητας του Ασωμάτου.

Ο Α. Χατζηιωσήφ μετά τη φοίτησή του στο Δημοτικό Σχολείο της γενέτειράς του αποφοίτησε από τη Σχολή Τέρρα Σάντα το καλοκαίρι του 1939, λίγους μήνες πριν ξεσπάσει  η ανθρωποσφαγή του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Βρήκε δουλειά ως λογιστής σε ένα εμπορικό γραφείο στη Λευκωσία και τον Ιούνιο του 1940 κατατάχθηκε εθελοντικά στο «Κυπριακό Σύνταγμα» του βρετανικού στρατού.

Τον Ιανουάριο του 1941 στάλθηκε στην Ελλάδα όπου μετά τη γερμανική υποδούλωση, τον Απρίλιο του 1941, διέφυγε τη σύλληψη και έζησε δυο χρόνια ως φυγάς, επιβιώνοντας χάρη στην αλληλεγγύη και τη φιλοξενία των απλών κατοίκων της ελληνικής υπαίθρου, στους σκληρούς καιρούς της ναζιστικής σκλαβιάς και του κατοχικού λιμού. Συνελήφθη τον Φεβρουάριο του 1943, στην περιοχή της Σκάλας Λακωνίας, δικάστηκε σε ιταλικό στρατοδικείο για κατασκοπεία και οπλοκατοχή, ωστόσο γλύτωσε τη θανατική καταδίκη, αφού η κατηγορούσα αρχή δεν απέδειξε ότι είχε αντιστασιακή δραστηριότητα.

Κλείστηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στη Βόρεια Ιταλία, όμως κατάφερε να δραπετεύσει και εκεί, φιλοξενήθηκε από ιταλικές οικογένειες, συνελήφθη ξανά κι αυτή τη φορά τον μετέφεραν σε στρατόπεδο στη Γερμανία.

Μετά τον πόλεμο και την απελευθέρωσή του, εργάστηκε για λίγο στο Αποικιακό Ελεγκτικό γραφείο και από το 1947 μέχρι την Πρωτοχρονιά του 1983 υπηρέτησε στο Τμήμα Τελωνείων, όπου έφτασε στον βαθμό του Τελώνη. Στην υπηρεσία του άφησε τη σφραγίδα ενός ανθρώπου που αφοσιώθηκε στην πατρίδα του και επιτέλεσε με συνέπεια και ζήλο το καθήκον του. Είχε νυμφευτεί την αείμνηστη Ελένη Χαβάτζια, από τη Μια Μηλιά, με την οποία απέκτησαν μια θυγατέρα. Μέχρι την τουρκική εισβολή και την καταστροφή του 1974 ζούσαν μόνιμα στην Αμμόχωστο.

Ο Χατζηιωσήφ ανήκε στην ηγετική ομάδα του Συνδέσμου των Κυπρίων Βετεράνων του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Ήταν για χρόνια πρόεδρος της Επαρχιακής Επιτροπής Λευκωσίας των Βετεράνων, μέλος, και πρόεδρος για ένα διάστημα της Επιτροπής Καταρτισμού και Τήρησης Μητρώου Κυπρίων εθελοντών Β’ Παγκοσμίου πολέμου.

Για πολλές χρονιές η εμβληματική του φιγούρα έδινε το σύνθημα της έναρξης των επετειακών παρελάσεων στη Λευκωσία, ανεβασμένος πάνω σε ένα στρατιωτικό τζιπ και σηκώνοντας με περηφάνεια το δεξί του χέρι. Το 1993 εξέδωσε το βιβλίο του «Εμπειρίες και Αναμνήσεις του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου»ˑ κατά την άποψή μου ένα από τα καλύτερα που έχουν γραφτεί από Κύπριο πολεμιστή. Γραμμένο με απλότητα και αμεσότητα, περιγράφει τη φρίκη του πολέμου, τους κινδύνους που αντιμετώπισε, τα βάσανα και τις ελπίδες του αιχμάλωτου στρατιώτη, τις φιλίες ζωής που απέκτησε ως δραπέτης και φυγάς, στην Ελλάδα και στην Ιταλία, τα συγκλονιστικά περιστατικά συμπαράστασης αλλά και προδοσίας που βίωσε.

Όταν, για παράδειγμα, συνελήφθη στα Καλύβια Λακωνίας από δύο χωροφύλακες ως ύποπτος για ζωοκλοπές, μόλις τους αποκάλυψε ότι ήταν Κύπριος στρατιώτης του βρετανικού στρατού τον άφησαν ελεύθερο. Και στις πρώτες βδομάδες της Κατοχής, τον Μάιο του 1941, όταν περιφερόταν ταλαιπωρημένος και πεινασμένος, διαφεύγοντας από την Καλαμάτα προς τα ανατολικά συνάντησε μια ηλικιωμένη γυναίκα να βόσκει τις κατσίκες της στα κατσάβραχα της λακωνικής Μάνης, την είδε αποσβολωμένος να ξεσπά σε λυγμούς επειδή τον λυπήθηκε… Η ανθρώπινη αντίδραση στη βαρβαρότητα του πολέμου.

Ο Αντώνης Χατζηιωσήφ ήταν ένας από τους τελευταίους Κύπριους επιζώντες πολεμιστές του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου. Από τις περίπου 20.000 που κατατάχθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο, υπολογίζουμε ότι δεν βρίσκονται σήμερα στη ζωή περισσότεροι από είκοσι…

Όπως όλοι οι βετεράνοι πολεμιστές του «Κυπριακού Συντάγματος» και των άλλων συμμαχικών στρατιωτικών μονάδων και χωρών (αμερικανικού, αυστραλιανού, βρετανικού, ελληνικού), πολέμησε ευόρκως για τα ιδανικά της ελευθερίας και της δημοκρατίας εναντίον του φασισμού και του ολοκληρωτισμού. Δεν άλλαξαν τον κόσμο, όπως υπόσχονταν τα συνθήματα των νικητών, ωστόσο μας κάνουν υπερήφανους για το παράδειγμά και τη συμβολή τους.

Κατάφεραν να δουν εκδομένο το Μητρώο των εθελοντών του Β Παγκοσμίου πολέμου, όπως επιθυμούσαν, και διασφάλισαν τη συνέχεια της «Μέρας ανάμνησης», στις 11 Νοεμβρίου, από τον Δήμο Λευκωσίας. Και στα δύο η συμβολή του Αντώνη Χατζηιωσήφ ήταν σημαντική.

Στον αντίποδα, η Κυπριακή Δημοκρατία, στα 66 χρόνια της ζωής της, δεν κατάφερε ακόμη να δημιουργήσει ένα Μουσείο Στρατιωτικής ιστορίας της Κύπρου. Οι εθελοντές του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου έχουν φύγει σχεδόν όλοι, οι πολεμιστές του 1974 άρχισαν ήδη να αποψιλώνονται και να αραιώνουν.

Όσοι κατέχουν κειμήλια από τους προηγούμενους ελληνικούς πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο, κυριολεκτικά  δεν γνωρίζουν πού να τα παραδώσουν για να διασωθούν. Είμαστε μια «ευημερούσα χώρα» που φαίνεται ότι δεν νοιάζεται για τους ανθρώπους που πολέμησαν για αυτήν και για τη μνήμη τους. Κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που όταν αποχαιρετώ ανθρώπους όπως τον καλό μου φίλο Αντώνη Χατζηιωσήφ αισχύνομαι πραγματικά, ως ιστορικός, ως ερευνητής του κυπριακού εθελοντισμού και ως απλός πολίτης. Τελικώς, η κάθε γενιά με τις αξίες, τις προτεραιότητες και τους εκπροσώπους της…

*Ο Π. Παπαπολυβίου είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου