Για δύο σχεδόν χρόνια λάμβανε επίδομα ΕΕΕ μέχρι που η αρμόδια υπηρεσία έλαβε πληροφορία ότι η αιτήτρια συμβίωνε με άλλο πρόσωπο, ενώ φωτογραφικό υλικό από προσωπική ιστοσελίδα, έδειχνε ότι η γυναίκα και το συγκεκριμένο πρόσωπο αρραβωνιάστηκαν.
Μετά τις πληροφορίες αυτές, το επίδομα διακόπηκε ενώ της ζητήθηκαν πίσω €11.040 που πήρε για 22 μήνες ως επίδομα ΕΕΕ. Η αιτήτρια αντέδρασε με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο το οποίο την απέρριψε.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η αιτήτρια είχε καταστεί δικαιούχος του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος (ΕΕΕ) από τον Δεκέμβριο 2014 μέχρι τον Οκτώβριο 2018. Στις 31/10/2018 λήφθηκε πληροφόρηση από αρμόδιο λειτουργό του Τμήματος Εργασίας, ότι η αιτήτρια δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 26, δηλαδή αποκρύβει ουσιώδη στοιχεία που αφορούν την οικογενειακή της κατάσταση, τα οποία επηρεάζουν το δικαίωμά της σε παροχή ΕΕΕ.
Σύμφωνα με την πληροφόρηση, η αιτήτρια ήταν αρραβωνιασμένη με συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο εργάζεται. Πρόσθετα, διαβιβάστηκε στην ΥΔΕΠ και φωτογραφικό υλικό από προσωπική ιστοσελίδα, σύμφωνα με το οποίο η αιτήτρια και το συγκεκριμένο πρόσωπο αρραβωνιάστηκαν, ενώ η αιτήτρια ασκούσε και αδήλωτη εργασία.
Μετά την ενημέρωση αυτή, η αναπληρώτρια προϊσταμένη ΥΔΕΠ, τερμάτισε την παροχή του ΕΕΕ προς την αιτήτρια από το Νοέμβριο 2018. Με επιστολή της ημερομηνίας 1.11.2018 την ενημέρωσε ότι για τους συγκεκριμένους λόγους ήτοι «απόκρυψη πληροφοριών που αφορούσαν την οικογενειακή σας κατάσταση» τερματίζεται η παροχή ΕΕΕ, όπως και ότι εάν διαφωνούσε είχε το δικαίωμα να υποβάλει γραπτή ένσταση στην υπουργό Εργασίας, ή να προσφύγει στο Δικαστήριο.
Η αιτήτρια δεν αμφισβήτησε με οποιονδήποτε τρόπο την απόφαση.
Στη συνέχεια με νέα επιστολή ημερ. 19.10.2020, η αν. προϊσταμένη ΥΔΕΠ ενημέρωσε την αιτήτρια ότι, οφείλει να επιστρέψει εμβάσματα συνολικού ύψους €11.040 τα οποία αφορούν παροχές για το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα που της έχουν καταβληθεί την περίοδο Δεκεμβρίου 2016 – Οκτωβρίου 2018, απόφαση για την οποία προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο.
Η κύρια υπεράσπιση του δικηγόρου της αιτήτριας ήταν η άρνηση ότι οι κρατικές υπηρεσίες απέστειλαν στη διεύθυνση της αιτήτριας την επιστολή με την οποία ισχυρίζονται ότι την ενημέρωναν πως τερματίζεται η παροχή ΕΕΕ και περαιτέρω αρνείται ότι αυτή έλαβε γνώση της εν λόγω επιστολής. Ήταν επίσης η θέση του ότι η επιστολή με την οποία ζητείτο η επιστροφή του ποσού των €11.040, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη.
Το Δικαστήριο διαφώνησε με την πιο πάνω θέση, βρίσκοντας ότι εκτελεστή πράξη αποτελούσε μόνο η απόφαση για διακοπή του επιδόματος που δεν προβλήθηκε δικαστικώς.
Την ίδια τύχη είχε και η θέση ότι δεν παραλήφθηκε από την αιτήτρια η επιστολή αυτή, αφού το Δικαστήριο σημείωσε ότι στην παρούσα περίπτωση έχει εφαρμογή το νομικό τεκμήριο ότι, όταν μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί, αλλά δεν έχει επιστραφεί, δημιουργείται μαχητό τεκμήριο παράδοσης στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, με το βάρος να μετατίθεται στο τελευταίο να αποδείξει ότι δεν παρέλαβε την επιστολή ή την παρέλαβε με καθυστέρηση.
Μετά τις διαπιστώσεις αυτές απορρίφθηκε η προσφυγή.