Καμιά τύχη δεν είχε η έφεση της Γερμανίδας που κατηγορείται για σφετερισμό ελληνοκυπριακών περιουσιών στην κατεχόμενη Κερύνεια, κατά απόφασης Ανωτάτου Δικαστηρίου να μην της δοθεί άδεια για να αιτηθεί ακύρωση της απόφασης του Κακουργιοδικείου σχετικά με τέσσερις Ευρωπαϊκές Εντολές Έρευνας.
Η Γερμανίδα που προσέφυγε και άλλες φορές στο Ανώτατο, είναι κατηγορούμενη στην Ποινική Υπόθεση η οποία εκδικάζεται από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας.
Αντιμετωπίζει κατηγορίες οι οποίες αφορούν, μεταξύ άλλων, σε δόλιες συναλλαγές σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο, και σε παράνομη νομή και χρήση γης, κατά παράβαση των άρθρων 303Α(1) και 282(1)(α), του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154. Ε
νώ κατέθετε στη δίκη αστυνομικός η οποία θα έκανε αναφορά στη λήψη μαρτυρικού υλικού από τις Γερμανικές Αρχές κατά την εκτέλεση Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας (ΕΕΕ), η υπεράσπιση ήγειρε, μεταξύ άλλων, θέμα εγκυρότητας των εν λόγω Εντολών.
Επρόκειτο για τέσσερις Εντολές, οι οποίες είχαν εκδοθεί από Επαρχιακό Δικαστήριο και είχαν ήδη κατατεθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου ως τεκμήρια.
Η Υπεράσπιση είχε εισηγηθεί, μεταξύ άλλων, ότι «οι ΕΕΕ εκδόθηκαν από αναρμόδιο Δικαστήριο, δηλ. το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ενώ αρμόδιο θα έπρεπε να είναι το Κακουργιοδικείο που έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της συγκεκριμένης υπόθεσης».
Η Κατηγορούσα Αρχή, υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι για την προσβολή Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας «ο Ν.181(Ι)/2017 προβλέπει το ένδικο μέσο της έφεσης για ουσιαστικούς λόγους εντός 10 ημερών από την έκδοση, δικαίωμα το οποίο η υπεράσπιση ουδέποτε άσκησε, ούτε ζήτησε παράταση».
Αρχικά η Γερμανίδα προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο αξιώνοντας, με μονομερή Αίτηση, άδεια για να καταχωρίσει Αίτηση διά κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, με το οποίο να ακυρώνεται η πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση του Κακουργιοδικείου. Δικαστής, απέρριψε την αίτησή της γι’ αυτό και καταχώρησε έφεση.
Το Εφετείο (τρεις δικαστές) έκρινε ότι το Κακουργιοδικείο δεν είχε δικαιοδοσία να αποφασίσει οτιδήποτε αφορούσε στην εγκυρότητα των εκδοθεισών Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας (ΕΕΕ), οι οποίες, είχαν ήδη κατατεθεί ενώπιόν του ως τεκμήρια.
Ωστόσο, επεσήμανε ότι η εφεσείουσα θα μπορούσε να είχε προσβάλει τις εν λόγω Ευρωπαϊκές Εντολές καταχωρώντας έφεση, και όχι αίτημα που ν’ αφορά την απόφαση του Κακουργιοδικείου. Μετά τη διαπίστωση αυτή απέρριψε την έφεσή της.