Καλοκαίρι, παραλία, διακοπές, χαλάρωση, στιγμές ηρεμίας, παιγνίδια στην άμμο, εξορμήσεις στο βουνό. Την ίδια ώρα, μολυσμένα έντομα, αλλοιωμένα από τις ψηλές θερμοκρασίες τρόφιμα, δερματικές αντιδράσεις λόγω ήλιου, αλατιού ή και χημικών που χρησιμοποιούνται για τη συντήρηση μιας πισίνας.  

Το καλοκαίρι συνδέεται με διακοπές, υπαίθρια γεύματα, μπάνια και περισσότερες ώρες έξω από το σπίτι. Οι ίδιες συνθήκες, όμως, αυξάνουν και την έκθεσή μας σε ορισμένα λοιμώδη νοσήματα.

Από μόνες τους βεβαίως, οι ψηλές θερμοκρασίες δεν προκαλούν μια λοίμωξη, δημιουργούν όμως τις κατάλληλες συνθήκες για τον πολλαπλασιασμό μικροοργανισμών στα τρόφιμα, ενώ η αυξημένη δραστηριότητα των κουνουπιών και η συχνότερη επαφή με τη φύση και τη θάλασσα δημιουργούν επιπρόσθετους κινδύνους.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ο ζεστός και υγρός καιρός επιτρέπει στα μικρόβια να πολλαπλασιάζονται ταχύτερα, αυξάνοντας την πιθανότητα ένα τρόφιμο να καταστεί επικίνδυνο.

Μάλιστα, όπως επισημαίνει ο ΠΟΥ, ένα μολυσμένο τρόφιμο μπορεί να μη διαφέρει σε εμφάνιση, μυρωδιά ή γεύση από ένα ασφαλές. Επομένως, η εκτίμηση «φαίνεται καλό» δεν αποτελεί αξιόπιστο κριτήριο προστασίας.

Όταν το καλοκαιρινό τραπέζι γίνεται πηγή λοίμωξης

Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Ελέγου Λοιμώξεων (ECDC) αναφερόμενο στις αιτίες που οδηγούν σε τροφιμογενείς λοιμώξεις καταγράφει βακτήρια όπως η Salmonella, το Campylobacter, η παθογόνος Escherichia coli και η Listeria.

Η μετάδοση γίνεται συνήθως με την κατανάλωση μολυσμένου τροφίμου ή νερού, αλλά μπορεί επίσης να συμβεί μέσα στην κουζίνα, όταν μικρόβια από ένα ωμό προϊόν μεταφέρονται σε τρόφιμα που θα καταναλωθούν χωρίς περαιτέρω μαγείρεμα.

Η σαλμονέλλωση είναι από τις γνωστότερες τροφιμογενείς λοιμώξεις. Συνδέεται συχνά με ωμά ή ανεπαρκώς ψημένα αυγά και πουλερικά, αλλά και με τη μεταφορά μικροβίων από ωμά προϊόντα προς σαλάτες, σκεύη ή επιφάνειες εργασίας.

Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν συνήθως διάρροια, πυρετό, κοιλιακό πόνο, ναυτία ή εμετό. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στα βρέφη, στους ηλικιωμένους και στα ανοσοκατεσταλμένα άτομα, επειδή η αφυδάτωση και οι σοβαρότερες επιπλοκές είναι πιθανότερες σε αυτές τις ομάδες.

Σημαντική είναι και η καμπυλοβακτηριδίωση. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τα περισσότερα περιστατικά σχετίζονται με τον χειρισμό ωμού κοτόπουλου ή την κατανάλωση ωμών και ατελώς μαγειρεμένων πουλερικών.

Η συγκεκριμένη λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει διάρροια, κοιλιακό άλγος, ναυτία, εμετό και πυρετό, συνήθως δύο έως πέντε ημέρες μετά την έκθεση.

Ένας ακόμη κίνδυνος είναι τα στελέχη της E. coli που παράγουν τοξίνη Shiga, γνωστά ως STEC.

Ο ΠΟΥ αναφέρει ότι η λοίμωξη είναι συνήθως αυτοπεριοριζόμενη, μπορεί όμως σε ορισμένες περιπτώσεις να οδηγήσει σε αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, μια σοβαρή και δυνητικά απειλητική για τη ζωή επιπλοκή, ιδιαίτερα για μικρά παιδιά και ηλικιωμένους.

Η πρόληψη στηρίζεται στο καλό ψήσιμο, το προσεκτικό πλύσιμο φρούτων και λαχανικών και την αποφυγή ανεπαρκώς μαγειρεμένου κρέατος.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συστήνει:

·    Καθαρά  χέρια,  σκεύη και επιφάνειες,

·    Διαχωρισμό ωμών και μαγειρεμένων τροφίμων

·    Καλό ψήσιμο φαγητού

·    Φύλαξη φαγητού σε ασφαλείς θερμοκρασίες

·    Κατανάλωση νερού το οποίο είμαστε σίγουροι ότι δεν υπάρχει ενδεχόμενο να είναι επιμολυσμένο

Για το ψήσιμο το φαγητού ο ΠΟΥ συστήνει 70 βαθμούς Κελσίου, ενώ για το ψυγείο συνιστάται να λειτουργεί κάτω από τους 5 βαθμούς.

Παράλληλα, τα μαγειρεμένα τρόφιμα δεν πρέπει να μένουν σε θερμοκρασία δωματίου για περισσότερες από δύο ώρες.

Στην Κύπρο, το Γενικό Χημείο του Κράτους (υπουργείο Υγείας), διαθέτει επίσημο ενημερωτικό υλικό για την προστασία των τροφίμων σε περίπτωση διακοπής ρεύματος, ζήτημα ιδιαίτερα κρίσιμο κατά τους μήνες με υψηλές θερμοκρασίες.

Κουνούπια και άλλα αρθρόποδα

Ο δεύτερος μεγάλος θερινός κίνδυνος προέρχεται από τα κουνούπια. Στη γεωγραφική περιοχή της Κύπρου η λοίμωξη που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή είναι ο ιός του Δυτικού Νείλου. Το υπουργείο Υγείας ανέφερε σε πρόσφατες ανακοινώσεις του ότι ο κύριος τρόπος μετάδοσης είναι το τσίμπημα μολυσμένου κουνουπιού, συνήθως του κοινού κουνουπιού.

Επισημαίνει ότι τα περισσότερα άτομα που μολύνονται δεν αρρωσταίνουν καθόλου ή παρουσιάζουν μόνο ήπια συμπτώματα.

Σε ποσοστό μικρότερο του 1%, ωστόσο, μπορεί να εμφανιστεί σοβαρή νόσος που προσβάλλει το νευρικό σύστημα, κυρίως εγκεφαλίτιδα ή μηνιγγίτιδα.

Μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρής νόσησης αντιμετωπίζουν τα άτομα άνω των 50 ετών, όσοι έχουν ανοσοκαταστολή και εκείνοι που ζουν με χρόνια υποκείμενα νοσήματα.

Το ECDC, τονίζει ότι οι ταξιδιώτες πρέπει να ενημερώνονται πριν από την αναχώρησή τους από την πατρίδα τους για τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα προορισμού τους και να λαμβάνουν μέτρα αποφυγής των τσιμπημάτων.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για όσους επισκέπτονται περιοχές όπου κυκλοφορούν ο δάγκειος πυρετός, η chikungunya ή η ελονοσία.

Πυρετός κατά τη διάρκεια ή μετά την επιστροφή από ταξίδι δεν πρέπει να αποδίδεται αυτόματα σε μια απλή ίωση· χρειάζεται ενημέρωση του γιατρού για τον τόπο και τον χρόνο του ταξιδιού.

Θάλασσα και πισίνα: Ωτίτιδα, γαστρεντερίτιδα, δερματική ερεθισμοί κ.α.

Η θάλασσα δεν είναι εντελώς απαλλαγμένη από λοιμώδεις κινδύνους. Το ECDC αναφέρει ότι οι υψηλότερες θερινές θερμοκρασίες μπορούν να δημιουργήσουν ευνοϊκές συνθήκες για βακτήρια του γένους Vibrio σε παράκτια νερά.

Σύμφωνα με το ECDC, οι λοιμώξεις παραμένουν σχετικά σπάνιες στην Ευρώπη, μπορούν όμως να προκύψουν από την κατανάλωση ωμών ή ανεπαρκώς μαγειρεμένων οστρακοειδών, καθώς και από την έκθεση ανοικτής πληγής σε θαλασσινό νερό.

Εκτός από τις σπανιότερες λοιμώξεις που συνδέονται με τα βακτήρια Vibrio, οι καλοκαιρινές βουτιές μπορεί να οδηγήσουν σε άλλα προβλήματα όπως η εξωτερική ωτίτιδα, οι δερματικές λοιμώξεις και οι γαστρεντερίτιδες.

Η εξωτερική ωτίτιδα ή «αυτί του κολυμβητή»

Ένα από τα συνηθέστερα προβλήματα μετά το κολύμπι είναι η εξωτερική ωτίτιδα, δηλαδή η φλεγμονή ή λοίμωξη του έξω ακουστικού πόρου. Το νερό που παραμένει μέσα στο αυτί δημιουργεί υγρό περιβάλλον, στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν ευκολότερα μικρόβια.

Ο ΠΟΥ στις οδηγίες του για τα νερά αναψυχής, αναγνωρίζει την εξωτερική ωτίτιδα ως βασικό πρόβλημα που σχετίζεται με την έκθεση σε νερό.

Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν πόνο, κνησμό, αίσθημα ότι το αυτί είναι βουλωμένο, ευαισθησία όταν αγγίζεται το πτερύγιο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, έκκριση υγρού.

Η πρόληψη είναι απλή: τα αυτιά πρέπει να στεγνώνουν καλά μετά το μπάνιο, με κλίση του κεφαλιού ώστε να απομακρυνθεί το νερό και με απαλό σκούπισμα μόνο εξωτερικά.

Δερματικά προβλήματα και λοιμώξεις τραυμάτων

Η παρατεταμένη υγρασία, η τριβή από το μαγιό και η επαφή με μολυσμένο νερό μπορούν να προκαλέσουν ερεθισμό ή θυλακίτιδα, δηλαδή φλεγμονή γύρω από τους θύλακες των τριχών.

Για την πρόληψη, συνιστάται ντους μετά την κολύμβηση, άμεση αφαίρεση του βρεγμένου μαγιό και πλύσιμό του πριν από την επόμενη χρήση.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι ανοικτές πληγές. Το ECDC συνιστά να αποφεύγεται η είσοδος στη θάλασσα με ανοικτό τραύμα, πρόσφατο piercing ή μη επουλωμένη χειρουργική τομή.

Γαστρεντερίτιδα και ερεθισμός των ματιών

Η κατάποση νερού από τη θάλασσα ή την πισίνα μπορεί να μεταφέρει μικροοργανισμούς που προκαλούν διάρροια, εμετούς και κοιλιακό πόνο.

Στις πισίνες μπορεί επίσης να εμφανιστούν τσούξιμο, κοκκίνισμα των ματιών ή αναπνευστικός ερεθισμός.

Σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου Νόσων των ΗΠΑ (CDC), ουσίες που προέρχονται από ιδρώτα, ούρα και προϊόντα περιποίησης μπορούν να αντιδράσουν με το χλώριο και να σχηματίσουν χλωραμίνες, οι οποίες ερεθίζουν τα μάτια και το αναπνευστικό σύστημα.