Πριν από σχεδόν μισό αιώνα ξεκίνησε η διαφορά γύρω από απαλλοτρίωση γης στη Λεμεσό και ολοκληρώθηκε στο Εφετείο με την απόρριψη της έφεσης ιδιοκτητών ακινήτου κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με ομόφωνη απόφαση, ημερομηνίας 16 Ιουλίου 2026, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση, απορρίπτοντας και τους 16 λόγους έφεσης και επιδικάζοντας έξοδα ύψους €4.000 πλέον ΦΠΑ, όπου εφαρμόζεται, υπέρ της Δημοκρατίας.

Η υπόθεση αφορούσε απαλλοτρίωση έκτασης 2.007 τ.μ. από ακίνητο αποβιώσασας γυναίκας, η οποία πραγματοποιήθηκε το 1977 για τις ανάγκες βελτίωσης, ευθυγράμμισης και ασφαλτόστρωσης του δρόμου Λεμεσού – Λευκωσίας. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1979-1980, ενώ αργότερα το υπόλοιπο ακίνητο μεταβιβάστηκε στους γιους της.

Οι εφεσείοντες διεκδικούσαν αποζημιώσεις για την αξία της απαλλοτριωθείσας γης, απώλεια χρήσης και κάρπωσης του ακινήτου επί σειρά ετών, εναλλακτικά αποζημίωση €80.000 για κατασκευή δρόμου ή διάταγμα που να υποχρεώνει τη Δημοκρατία να κατασκευάσει δρόμο με άμεση πρόσβαση προς τη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, καθώς και τιμωρητικές αποζημιώσεις.

Βασικός ισχυρισμός τους ήταν ότι κατά την απόσυρση προηγούμενης δικαστικής παραπομπής το 1993 είχε επιτευχθεί συμφωνία με το κράτος, σύμφωνα με την οποία η οικογένεια θα εγκατέλειπε την αξίωση αποζημίωσης και σε αντάλλαγμα η Δημοκρατία θα κατασκεύαζε δρόμο, πεζοδρόμια και άλλες υποδομές που θα εξασφάλιζαν άμεση πρόσβαση του ακινήτου στη λεωφόρο.

Το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ποτέ η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, από τη μαρτυρία και τα έγγραφα της υπόθεσης δεν προέκυπτε ούτε ρητή πρόταση ούτε αποδοχή που να θεμελιώνει συμβατική υποχρέωση του κράτους. Παράλληλα, σημειώθηκε ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία πως παραβιάστηκαν οι όροι της απαλλοτρίωσης ή του σχετικού σχεδίου.

Οι δικαστές απέρριψαν επίσης τον ισχυρισμό ότι επιστολή του Κτηματολογίου του 1992 αποτελούσε διαβεβαίωση για κατασκευή πεζοδρομίων και άλλων υποδομών, κρίνοντας ότι είχε καθαρά πληροφοριακό χαρακτήρα. Επιπλέον, έκριναν ότι η κατασκευή πεζοδρομίων και δικτύων υποδομής αφορά μεταγενέστερο πολεοδομικό έργο και όχι το έργο της συγκεκριμένης απαλλοτρίωσης.

Το Εφετείο συμφώνησε ακόμη με την πρωτόδικη αξιολόγηση ότι η μαρτυρία ενός εκ των εφεσειόντων, σύμφωνα με την οποία εταιρείες ενδιαφέρθηκαν να ενοικιάσουν το ακίνητο αλλά αποχώρησαν λόγω της κατάστασης του χώρου, αποτελούσε εξ ακοής μαρτυρία, αφού τα ίδια τα πρόσωπα που φέρονταν να είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον δεν κλήθηκαν να καταθέσουν.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι το ακίνητο στερείται άμεσης πρόσβασης στη λεωφόρο, το Δικαστήριο έκρινε ότι, παρά την ύπαρξη ανοικτού αυλακιού στο παρελθόν, δεν υπήρχε απομονωτική λωρίδα που να αποκόπτει το ακίνητο, ενώ το αυλάκι είχε ήδη καλυφθεί πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης. Παράλληλα, επισήμανε ότι η μη αξιοποίηση του ακινήτου δεν μπορούσε να αποδοθεί στη Δημοκρατία, αφού οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες είχαν αποσύρει αίτηση για πολεοδομική άδεια ανάπτυξης του τεμαχίου.

Το Εφετείο έκρινε επίσης ότι ισχυρισμοί περί άνισης μεταχείρισης σε σχέση με γειτονικά ακίνητα δεν μπορούσαν να εξεταστούν, επειδή δεν είχαν περιληφθεί στην αρχική έκθεση απαίτησης.

Καταλήγοντας, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι κανένας από τους 16 λόγους έφεσης δεν ήταν βάσιμος, επικύρωσε πλήρως την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε οριστικά τις αξιώσεις των εφεσειόντων κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας.