Δικαστής τιμωρήθηκε με την ποινή της επίπληξης η οποία να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας για τα δύο πειθαρχικά παραπτώματα στα οποία βρέθηκε ένοχη.

Εναντίον της συγκεκριμένης δικαστικής λειτουργού είχε σχηματιστεί πειθαρχικό κατηγορητήριο με έξι κατηγορίες, οι τρεις εκ των οποίων αφορούσαν ανάρμοστη συμπεριφορά και στην περίπτωση που αποδεικνύονταν τότε, θα οδηγούσε στην απόλυσή της. Η υπόθεση έφτασε στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο όπου κατέφυγε με Ένσταση η δικαστής (όπως συνέβη και στην περίπτωση της Ντόριας Βαρωσιώτου) με το Συμβούλιο να την απορρίπτει στην ολότητά της (εφτά λόγοι) επικυρώνοντας την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου.

Όλα ξεκίνησαν μετά την απόφαση που εξέδωσε στις 29.5.2025 το Εφετείο Κύπρου, το οποίο σε έφεση της Δημοκρατίας, ομόφωνα διαπίστωσε αριθμό σφαλμάτων αναφορικά με απόφαση που είχε εκδώσει η Ενισταμένη, ως επαρχιακή δικαστής, με την οποία απέρριψε αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για κράτηση κατηγορούμενης σε ποινική υπόθεση που αντιμετώπιζε για κλοπές.

Κατά τον επίδικο χρόνο η Ενισταμένη υπηρετούσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και εκδίκαζε ποινικές υποθέσεις. Το Εφετείο έκρινε σειρά λαθών στην απόφαση της δικαστού να αποφασίσει πρώτα για το θέμα κράτησης ή μη της κατηγορούμενης και μετά να ορίσει την υπόθεση για ακρόαση, ότι την όρισε ένα χρόνο μετά και για το θέμα της κράτησης. Το Εφετείο αφού ανέτρεψε την απόφασή της διέταξε όπως η κατηγορούμενη μείνει υπό κράτηση και ζήτησε όπως η υπόθεση επαναοριστεί πιο σύντομα.

Η δικαστής συμμορφώθηκε, ωστόσο διαφώνησε από την έδρα με την απόφαση του Εφετείου να διατάξει αυτό όπως η κατηγορούμενη παραμείνει υπό κράτηση. Προχώρησε δε στη δημοσίευση άρθρου σε ιστοσελίδα για το θέμα και απέστειλε επιστολή σε έναν από τους δικαστές του Ποινικού Εφετείου που εκδίκασαν την έφεση, εκφράζοντας επίσης τη διαφωνία της. Τότε το Εφετείο ζήτησε από την πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, να εξεταστεί κατά πόσο αυτά «ενδεχομένως να συνιστούν πειθαρχικά αδικήματα». Διενεργήθηκε έρευνα όπου συντάχθηκε κατηγορητήριο με έξι κατηγορίες κατά της δικαστού και το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο στις 17.2.2026, κατέληξε ότι αποδείχθηκε η διάπραξη των πειθαρχικών παραπτωμάτων που αναφέρονται στις κατηγορίες 1 και 3 που αφορούσαν παράβαση του Οδηγού Δικαστικής Συμπεριφοράς (Πέμπτη Αναθεώρηση, Ιούνιος 2022) («ο Οδηγός»), στις οποίες η Ενισταμένη κρίθηκε ένοχη. Στις κατηγορίες 2, 4 και 6 που αφορούσαν ανάρμοστη συμπεριφορά η Ενισταμένη αθωώθηκε και απαλλάχθηκε όπως και στην κατηγορία 5.

Με Ένστασή της ζητούσε την ακύρωση της απόφασης να της επιβληθεί ποινή επίπληξης με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Τέθηκε μεταξύ άλλων θέμα ότι την πειθαρχική διαδικασία τη διεξήγαγε ο πρόεδρος του Εφετείου που είναι προϊστάμενος των δικαστών που υπέβαλαν την καταγγελία. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι ως προς το ζήτημα της «θεσμικής ιεραρχίας ή εγγύτητας», το Ανώτατο Δικαστήριο εφαρμόζοντας τον Καν. 7(α) θα έπρεπε να είχε διορίσει στη θέση Ερευνώντος Δικαστή Εφέτη. Νοουμένου ότι οι αναφέροντες ήταν μέλη του Εφετείου, οι μόνες επιλογές, με βάση τον Κανονισμό, θα ήταν ένας άλλος Εφέτης ή ο Πρόεδρος του Εφετείου. Έκρινε ορθό να ορίσει τον τελευταίο. Αναφορικά με την ελευθερία έκφρασης που έχει ένας δικαστής σύμφωνα και με το ΕΔΑΔ, το Συνταγματικό αποφάνθηκε ότι η νομολογία δεν αναφέρεται στο δικαιοδοτικό λόγο του Δικαστή επί της έδρας, υπό τη στενή έννοια του όρου. Τούτο δεν σημαίνει ότι ο δικαστής δεν έχει ελευθερία έκφρασης από έδρας. Το αντίθετο. Στα πλαίσια της δικαστικής του ανεξαρτησίας έχει πλήρη ελευθερία έκφρασης και καθήκον να εκφράζεται ελεύθερα, στα δικαιοδοτικά όρια του ρόλου του, όπως καθορίζονται από το Σύνταγμα, τους Νόμους και τη δεοντολογία. Τέλος το Δικαστήριο απορρίπτοντας την Ένσταση ανέφερε πως αν η δικαστής ενεργούσε με κακή πίστη ή δόλο ή δεν συμμορφωνόταν με την απόφαση του Εφετείου, τότε θα οδηγούσε σε απόλυσή της.