Της Natasha Lindstaedt
Την ώρα που ένας μέσος Ιρανός εργαζόμενος αμείβεται με περίπου 160 εκατομμύρια ριάλ τον μήνα –ποσό που αντιστοιχεί σε μόλις 116 δολάρια– το αυξανόμενο κόστος ζωής καθιστά ολοένα και δυσκολότερη την καθημερινότητα. Ο υψηλός πληθωρισμός, οι ελλείψεις βασικών αγαθών και οι συχνές διακοπές ρεύματος έχουν επιβαρύνει σημαντικά τα νοικοκυριά.
Σύμφωνα με το Στατιστικό Κέντρο του Ιράν, ο συνολικός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 88,6% τον Ιούνιο του 2026. Παράλληλα, εκτιμάται ότι 32 έως 40 εκατομμύρια Ιρανοί, σε σύνολο πληθυσμού 92 εκατομμυρίων, ζουν κάτω από το όριο της απόλυτης φτώχειας, ενώ η χώρα καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά πληθωρισμού στα τρόφιμα παγκοσμίως. Ο πόλεμος, οι διεθνείς κυρώσεις και η χειρότερη ξηρασία των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών έχουν επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Την ίδια στιγμή, οι δυσκολίες αυτές φαίνεται να έχουν επηρεάσει ελάχιστα τους σκληροπυρηνικούς κύκλους του καθεστώτος. Αντίθετα, εκτιμάται ότι έχουν ενισχύσει την αποφασιστικότητά τους να διατηρήσουν τον τεράστιο πλούτο που έχουν συγκεντρώσει.
Η εικόνα αυτή έρχεται σε αντίθεση με τον τρόπο που η ιρανική ηγεσία επέλεγε να παρουσιάζεται. Ο αποβιώσας Ανώτατος Ηγέτης, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, καλλιεργούσε το προφίλ ενός λιτού και ταπεινού ηγέτη. Στις επίσημες δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης εμφανιζόταν να διαθέτει περιουσία μόλις 50.000 δολαρίων, ενώ συχνά υποστήριζε ότι συναναστρέφεται αποκλειστικά τους φτωχούς και ότι το βιοτικό του επίπεδο είναι “κάτω του μέσου όρου”.
Πίσω από αυτή την εικόνα, ωστόσο, κρυβόταν –σύμφωνα με αναλυτές– μια τεράστια οικονομική αυτοκρατορία, που θυμίζει ολοκληρωτικά καθεστώτα του παρελθόντος, όπου ο πλούτος ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με τον κρατικό μηχανισμό. Σε αντίθεση με τα περισσότερα αυταρχικά καθεστώτα, όπου ο πλουτισμός βασίζεται κυρίως στη διαφθορά, σε offshore εταιρείες και σε ιδιωτικές περιουσίες, στην περίπτωση του Χαμενεΐ η οικονομική ισχύς προερχόταν κυρίως από τον έλεγχο των κρατικών θεσμών και των βασικών οικονομικών πόρων της χώρας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι απουσίαζε ο ιδιωτικός πλουτισμός. Αντίθετα, ο Χαμενεΐ φέρεται να ηγείτο ενός διεθνούς δικτύου επενδύσεων με πολυτελή ακίνητα στην Ισπανία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και άλλες χώρες. Ανάμεσα στις επενδύσεις αυτές περιλαμβάνονται πολυτελή θέρετρα και γήπεδα γκολφ στη Μαγιόρκα και στη Μαρμπέγια, περιοχές στις οποίες η οικογένεια του Αγιατολάχ φέρεται να στράφηκε μετά τις μαζικές διαδηλώσεις του 2022, επιδιώκοντας να διαφοροποιήσει τα περιουσιακά της στοιχεία.
Παράλληλα, κεφάλαια της οικογένειας φέρεται να βρίσκονται στη Βενεζουέλα, στη Συρία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η Βενεζουέλα, ειδικότερα, αναφέρεται ως χώρα μέσω της οποίας διευκολύνθηκε η μεταφορά και η προστασία περιουσιακών στοιχείων, σε περίπτωση πολιτικής αστάθειας ή κατάρρευσης του καθεστώτος.
Παρά τη λιτή δημόσια εικόνα του, εκτιμήσεις ανεβάζουν την περιουσία του πρώην Ανώτατου Ηγέτη μεταξύ των 100 και 200 δισ. δολαρίων – ποσό που υπερβαίνει ακόμη και τα ετήσια έσοδα του Ιράν από τις εξαγωγές πετρελαίου. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, το Ιράν απέκτησε περισσότερα από 11 δισ. δολάρια κατά τη διάρκεια του πολέμου από το πετρέλαιο και ακόμη 6,5 δισεκατομμύρια κατά την περίοδο της εκεχειρίας.
Μεγάλο μέρος αυτού του πλούτου φαίνεται να παραμένει υπό τον έλεγχο της οικογένειας. Ο γιος του Χαμενεΐ και σημερινός Ανώτατος Ηγέτης, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, φέρεται να ελέγχει περιουσιακά στοιχεία αξίας τουλάχιστον 3 δισ. δολαρίων στο Ηνωμένο Βασίλειο, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, χωρίς το όνομά του να εμφανίζεται επισήμως στα σχετικά έγγραφα ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, τα περιουσιακά αυτά στοιχεία χρησιμοποιούνται τόσο για τη νομιμοποίηση εσόδων όσο και για τη χρηματοδότηση οργανισμών που βρίσκονται υπό τον έλεγχό του.
Η άνοδος της Setad
Μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 ιδρύθηκε η Setad Ejraiye Farmane Hazrate Emam (Setad), με σκοπό τη διαχείριση των ακινήτων που είχαν εγκαταλειφθεί μετά την ανατροπή του Σάχη. Αρχικά, ο οργανισμός είχε προσωρινό χαρακτήρα και προοριζόταν να λειτουργήσει για δύο χρόνια, με φιλανθρωπικό σκοπό.
Στην πράξη, όμως, η Setad εξελίχθηκε σε έναν από τους ισχυρότερους οικονομικούς βραχίονες του καθεστώτος. Πολλά από τα ακίνητα που εντάχθηκαν στο χαρτοφυλάκιό της δεν ήταν πραγματικά εγκαταλελειμμένα. Ιδιοκτήτες που χαρακτηρίζονταν εχθροί του καθεστώτος υποχρεώνονταν να καταβάλλουν ενοίκιο για τις ίδιες τις περιουσίες τους, ενώ όσοι αρνούνταν εκδιώκονταν. Τα ακίνητα στη συνέχεια είτε αξιοποιούνταν από το κράτος είτε πωλούνταν, ενισχύοντας περαιτέρω τα έσοδα του καθεστώτος.
Επί των ημερών του Χαμενεΐ, η Setad μετατράπηκε από έναν υποτιθέμενο φιλανθρωπικό οργανισμό σε μια μηχανή παραγωγής πλούτου. Τα κεφάλαιά της επενδύθηκαν σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, από τις τηλεπικοινωνίες και τη φαρμακοβιομηχανία έως την αυτοκινητοβιομηχανία, τις υποδομές, την υγεία και ακόμη και την εκτροφή στρουθοκαμήλων.
Παράλληλα, επιχειρήσεις φέρεται να υποχρεώνονταν να καταβάλλουν τέλη ή δωροδοκίες σε εταιρείες που συνδέονταν με την οικογένεια Χαμενεΐ, προκειμένου να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους. Το δίκτυο επιρροής επεκτάθηκε σχεδόν σε κάθε τομέα της ιρανικής οικονομίας, χωρίς να υπάρχει διαφάνεια ως προς το ποιο μέρος των εσόδων κατευθυνόταν τελικά σε κοινωνικούς σκοπούς.
Έρευνα του Reuters το 2013 αποκάλυψε ότι η Setad λογοδοτεί αποκλειστικά στον Ανώτατο Ηγέτη και δεν υπόκειται σε κοινοβουλευτικό ή ανεξάρτητο οικονομικό έλεγχο. Το 2008, μάλιστα, το ίδιο το ιρανικό Κοινοβούλιο αποφάσισε να εξαιρέσει τη Setad από την κοινοβουλευτική εποπτεία. Ο οργανισμός δεν καταβάλλει φόρους και δρα μέσω ενός σύνθετου δικτύου εταιρειών-βιτρινών και υπεράκτιων δομών.
Σε αντίθεση με τον Σάχη, ο οποίος επιδείκνυε δημόσια τον πλούτο του, ο Χαμενεΐ διατήρησε μια εικόνα λιτότητας. Ωστόσο, η οικονομική αυτοκρατορία που δημιουργήθηκε υπό την ηγεσία του φαίνεται να ξεπερνά κατά πολύ εκείνη της μοναρχίας. Μόνο η ακίνητη περιουσία της Setad εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 50 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ τα εταιρικά της περιουσιακά στοιχεία υπολογίζονταν ήδη από το 2008 σε περίπου 43 δισ. δολάρια.
Η επιχειρηματική αυτοκρατορία των Φρουρών της Επανάστασης
Ανάλογη οικονομική ισχύ έχει αποκτήσει και το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, το οποίο έχει εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους επιχειρηματικούς ομίλους της χώρας. Οι δραστηριότητές του εκτείνονται στους τομείς του πετρελαίου, των μεταφορών, των τηλεπικοινωνιών, του τραπεζικού συστήματος, της γεωργίας, της υγείας και των ακινήτων.
Η Khatam al-Anbiya, ο κατασκευαστικός και μηχανικός βραχίονας του IRGC, διαχειρίζεται έργα δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων στους τομείς των υποδομών, της ενέργειας, της εξόρυξης, της υγείας, της εκπαίδευσης και των μεταφορών.
Παράλληλα, οι Φρουροί της Επανάστασης ελέγχουν ένα εκτεταμένο δίκτυο ιδρυμάτων (“bonyads”), τα οποία λειτουργούν ως ημι-ιδιωτικά μονοπώλια και αποτελούσαν ήδη το 2013 τμήμα ενός οικονομικού συμπλέγματος που αντιστοιχούσε σε περισσότερο από το ήμισυ του ιρανικού ΑΕΠ.
Οι διεθνείς κυρώσεις, αντί να περιορίσουν την επιρροή του, φαίνεται ότι διεύρυναν τις δυνατότητές του στη μαύρη αγορά. Οι Φρουροί της Επανάστασης φέρονται να διακινούν λαθραία προϊόντα όπως αλκοόλ, ναρκωτικά, όπλα και καπνό, ενώ ελέγχουν μεγάλο μέρος των εξαγωγών ιρανικού πετρελαίου, χρησιμοποιώντας “σκιώδη” δεξαμενόπλοια και πλαστά έγγραφα για να παρακάμπτουν τις κυρώσεις. Οι δραστηριότητες αυτές εκτιμάται ότι αποφέρουν ετήσια έσοδα μεταξύ 12,4 και 25 δισ. δολαρίων.
Το αποτέλεσμα είναι ένα οικονομικό σύστημα στο οποίο οι περισσότεροι Ιρανοί αντιμετωπίζουν ολοένα μεγαλύτερες δυσκολίες, ενώ ο πλούτος παραμένει συγκεντρωμένος στα χέρια του Ανώτατου Ηγέτη, των Φρουρών της Επανάστασης και των θεσμών που στηρίζουν το καθεστώς. Έτσι, παρά τις σοβαρές ζημιές που έχει υποστεί η οικονομία και οι στρατιωτικές υποδομές του Ιράν από τον πόλεμο με τις ΗΠΑ και τις συνέπειες του αποκλεισμού, η πολιτική και οικονομική ελίτ φαίνεται να έχει παραμείνει σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστη, γεγονός που, σύμφωνα με αναλυτές, περιορίζει τα κίνητρά της για την επίτευξη μιας ευρύτερης συμφωνίας.
