Το Εφετείο διέταξε την αποφυλάκιση υπό αυστηρούς όρους 76χρονου κατηγορούμενου, ο οποίος αντιμετωπίζει ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας συνολικά 29 κατηγορίες που σχετίζονται με φερόμενο κύκλωμα παράνομων συναλλαγών σε ακίνητα, κάνοντας δεκτή την έφεσή του ως προς τον κίνδυνο φυγοδικίας, ενώ παράλληλα έκρινε ότι εξακολουθεί να υπάρχει πιθανότητα καταδίκης με βάση το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου.

Ο εφεσείων, ο οποίος ήταν ο Κατηγορούμενος 3 στην υπόθεση, αντιμετωπίζει κατηγορίες που αφορούν, μεταξύ άλλων, συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, συνωμοσία για καταδολίευση, πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστών εγγράφων, πρόκληση εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις, δόλιες συναλλαγές σε ακίνητη περιουσία, εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Η Αστυνομία είχε ζητήσει να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την έναρξη της δίκης του, επικαλούμενη κίνδυνο φυγοδικίας και διάπραξης νέων αδικημάτων. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε αποδεχθεί μόνο τον ισχυρισμό περί κινδύνου φυγοδικίας, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι υπήρχε κίνδυνος επανάληψης αδικημάτων.

Το Εφετείο εξέτασε αρχικά το ζήτημα της πιθανότητας καταδίκης και συμφώνησε ότι το διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό αρκεί, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, για να πιθανολογηθεί καταδίκη. Στην απόφασή του επισημαίνει ότι σε διαδικασίες κράτησης δεν εξετάζονται η αξιοπιστία των μαρτύρων ή οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, αλλά μόνο κατά πόσο η μαρτυρία, όπως παρουσιάζεται εκ πρώτης όψεως, στηρίζει μια τέτοια πιθανότητα.

Μεταξύ των στοιχείων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο περιλαμβάνονται ανακριτικές καταθέσεις του ίδιου του κατηγορουμένου, στις οποίες φέρεται να παραδέχεται ότι πλαστογράφησε υπογραφές συγγενικών του προσώπων σε πληρεξούσια έγγραφα. Σύμφωνα με το περιεχόμενο των καταθέσεων, ο ίδιος υποστήριξε ότι εξαπατήθηκε από συγκατηγορούμενή του, στην οποία παρέδωσε τα έγγραφα, ισχυριζόμενος ότι αυτά χρησιμοποιήθηκαν στη συνέχεια για την πώληση ακινήτων χωρίς τη γνώση ή τη συγκατάθεση των πραγματικών ιδιοκτητών. Το δικαστήριο αναφέρθηκε επίσης σε κατάθεση της θυγατέρας του, η οποία δήλωσε ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε τον πατέρα της να διαθέσει την ακίνητη περιουσία της, καθώς και σε έγγραφο που αφορά απόδειξη είσπραξης €80.000, υπογεγραμμένη από τον κατηγορούμενο.

Ωστόσο, το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα κατά την αξιολόγηση των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου σε σχέση με τον κίνδυνο φυγοδικίας. Όπως αναφέρεται στην ομόφωνη απόφαση, η σοβαρότητα των κατηγοριών και η πιθανότητα επιβολής αυστηρής ποινής δεν αρκούν από μόνες τους για να δικαιολογήσουν την κράτηση, χωρίς να συνεκτιμηθούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου προσώπου.

Το Εφετείο επισήμανε ότι ο κατηγορούμενος είναι 76 ετών, Κύπριος πολίτης, διαμένει μόνιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία, όπου βρίσκεται η οικογένεια και η περιουσία του, ενώ δεν προέκυψε οποιαδήποτε σύνδεσή του με άλλη χώρα. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα στοιχεία αυτά μπορούσαν να «γείρουν την πλάστιγγα» υπέρ της απόλυσής του με περιοριστικούς όρους, αντί της συνέχισης της κράτησής του.

Ως αποτέλεσμα, η έφεση έγινε δεκτή ως προς τον κίνδυνο φυγοδικίας και το Εφετείο διέταξε την αποφυλάκιση του κατηγορουμένου υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, υποχρεούται να καταθέσει €100.000 σε μετρητά ή να εξασφαλίσει εγγύηση ίσης αξίας με αξιόχρεο εγγυητή, να παραδώσει όλα τα ταξιδιωτικά του έγγραφα στην Αστυνομία, να ενταχθεί στη λίστα απαγόρευσης εξόδου από τη Δημοκρατία και διέλευσης προς τις κατεχόμενες περιοχές, καθώς και να παρουσιάζεται τέσσερις φορές την εβδομάδα στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού.