Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΣχεδόν πέντε δεκαετίες μετά την απαγωγή που σημάδεψε τη ζωή του και απασχόλησε έντονα την πολιτική και κοινωνική ζωή της Κύπρου, ο Αχιλλέας Κυπριανού αποφάσισε να μιλήσει δημόσια και να καταθέσει τη δική του εκδοχή για όσα συνέβησαν τον Δεκέμβριο του 1977.
Ο πρωτότοκος γιος του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Σπύρου Κυπριανού μίλησε στην εκπομπή «Κώδικας Σιωπής» του ΡΙΚ με τον Πέτρο Μελαϊση, εξηγώντας ότι η απόφασή του να αναφερθεί τώρα σε εκείνη την περίοδο συνδέεται άμεσα με τη σοβαρή κατάσταση της υγείας του. Όπως είπε, για χρόνια απέφευγε να επιστρέφει σε αναμνήσεις που εξακολουθούν να είναι οδυνηρές, ωστόσο αισθάνεται πως ίσως να μην του δοθεί άλλη ευκαιρία να μιλήσει και να απαντήσει σε όσα θεωρεί διαστρέβλωση των πραγματικών γεγονότων.
«Από καιρό ήθελα να μιλήσω για την απαγωγή μου και την άδικη και εντελώς αβάσιμη διαστρέβλωση των γεγονότων», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «κουράστηκα τόσα χρόνια να ακούω λασπολογίες και ψέματα». Ο ίδιος αναφέρθηκε και στη διάγνωση μιας εξαιρετικά σοβαρής και σπάνιας ασθένειας, τονίζοντας ότι δεν το κάνει για να προκαλέσει συμπάθεια, αλλά για να εξηγήσει γιατί επέλεξε αυτή τη χρονική στιγμή για να μιλήσει. «Δεν θα υπάρχει ίσως άλλη ευκαιρία να μιλήσω», είπε χαρακτηριστικά.
Την περίοδο της απαγωγής του, ο Αχιλλέας Κυπριανού ήταν μόλις 19 ετών και υπηρετούσε ως ανθυπολοχαγός στην 32η Μοίρα Καταδρομών. Τον Δεκέμβριο του 1977 είχε τοποθετηθεί σε μικρό εφεδρικό στρατόπεδο στον Μαχαιρά, όπου το προσωπικό άλλαζε περίπου κάθε εβδομάδα. Όπως εξιστόρησε, είχε υπηρετήσει ξανά στο ίδιο σημείο λίγους μήνες νωρίτερα χωρίς να προκύψει οποιοδήποτε θέμα ασφάλειας. Όταν όμως επέστρεψε εκεί τον Δεκέμβριο, η γεννήτρια που εξασφάλιζε τον φωτισμό του στρατοπέδου είχε χαλάσει, με αποτέλεσμα ο χώρος να βυθίζεται στο σκοτάδι.
Το βράδυ της 14ης Δεκεμβρίου ειδοποιήθηκε να μεταβεί στην πύλη, όπου τον περίμενε ένας άνδρας που παρουσιάστηκε ως οδηγός ταξί. Ο άγνωστος υποστήριξε ότι μετέφερε έναν καταδρομέα που είχε τραυματιστεί σε άσκηση και ζήτησε από τον Αχιλλέα Κυπριανού να τον εξετάσει και να δει αν μπορούσε να τον βοηθήσει.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε αργότερα ο φρουρός της πύλης στην Αστυνομία, ο άνδρας είχε ζητήσει συγκεκριμένα να δει «τον Αχιλλέα Κυπριανού, τον γιο του Προέδρου», γεγονός που, κατά τον ίδιο, καταδεικνύει ότι οι δράστες ήταν καλά ενημερωμένοι και είχαν προετοιμάσει προσεκτικά την επιχείρηση. «Οι απαγωγείς ήταν πολύ καλά πληροφορημένοι και προετοιμάστηκαν ανάλογα», σημείωσε.
Η παγίδα στήθηκε λίγα μέτρα έξω από το στρατόπεδο. Ο άνδρας που παρίστανε τον ταξιτζή είπε ότι θα πήγαιναν στους Καπέδες, ώστε να συζητήσουν για την κατάσταση του τραυματία. Ο Αχιλλέας Κυπριανού μπήκε στη θέση του συνοδηγού, αφήνοντας μισάνοιχτη την πόρτα για να υπάρχει φως και να μπορεί να δει τον άνδρα που υποτίθεται ότι ήταν τραυματισμένος. Όπως περιέγραψε, εκείνη τη στιγμή ο δεύτερος άνδρας σηκώθηκε αιφνιδιαστικά, τον ακινητοποίησε και του έβαλε όπλο στον κρόταφο, ενώ το αυτοκίνητο επιτάχυνε. «Μόλις κάθισα, ο δήθεν τραυματίας πετάχτηκε, με ακινητοποίησε βάζοντάς μου ένα πιστόλι στον κρόταφο, ενώ ο δήθεν ταξιτζής ανέπτυξε ταχύτητα», είπε.
Το αυτοκίνητο είχε σταθμευτεί σε σημείο όπου δεν μπορούσε να γίνει εύκολα αντιληπτό τι συνέβαινε από τον φρουρό της πύλης. Λίγο αργότερα, οι δράστες σταμάτησαν και του έδεσαν τα χέρια με φαρδύ χειρουργικό τσιρότο, γνωρίζοντας, όπως θεωρεί, ότι ως αξιωματικός των Καταδρομών ήταν εκπαιδευμένος να επιχειρήσει να διαφύγει. Με το ίδιο υλικό κάλυψαν και τα μάτια του. Η διαδρομή που ακολούθησε, σύμφωνα με την εκτίμησή του, κράτησε περίπου μιάμιση ώρα, ενώ στη διάρκειά της ένας από τους απαγωγείς τον ρώτησε αν ο πατέρας του τού είχε ιδιαίτερη αδυναμία και αν θα δεχόταν τους όρους που θα του έθεταν.
Σε κάποιο σημείο της διαδρομής το όχημα σταμάτησε και αργότερα ο Αχιλλέας Κυπριανού άκουσε, όπως ανέφερε, και τρίτη φωνή. Τότε οι δράστες τον ανάγκασαν, υπό την απειλή όπλου, να διαβάσει ένα κείμενο που απευθυνόταν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και πατέρα του. Το τελεσίγραφο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, απαιτούσε την απελευθέρωση ποινικών καταδίκων που συνδέονταν με την ΕΟΚΑ Β και το πραξικόπημα. Σε περίπτωση που το αίτημα δεν ικανοποιείτο, οι απαγωγείς απειλούσαν να τον εκτελέσουν.
«Το τελεσίγραφο έλεγε ότι αν δεν άνοιγαν οι Κεντρικές για να ελευθερωθούν ποινικοί κατάδικοι της ΕΟΚΑ Β και του πραξικοπήματος θα με εκτελούσαν και θα έστελναν το κεφάλι μου στον πατέρα μου», ανέφερε. Αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία, του κάλυψαν ξανά τα μάτια και συνέχισαν προς άγνωστη κατεύθυνση.
Η επόμενη φάση της απαγωγής ήταν, σύμφωνα με την περιγραφή του, ακόμη πιο σκληρή. Όταν το αυτοκίνητο σταμάτησε, οι δράστες τον υποχρέωσαν να συνεχίσει πεζός, έχοντας δεμένα τα χέρια και τα μάτια. Η πορεία διήρκεσε, όπως υπολογίζει, τέσσερις με πέντε ώρες μέσα σε δύσβατη περιοχή. «Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές έπεσα και κτύπησα γόνατα, αγκώνες. Ήταν ένα μαρτύριο», είπε. Στο τέλος της διαδρομής έφτασαν σε μια μικρή υπόγεια σπηλιά, κρυμμένη μέσα σε πυκνή βλάστηση, θάμνους και αγκάθια. Μετά την απελευθέρωσή του πληροφορήθηκε ότι το σημείο βρισκόταν σε ορεινή περιοχή κοντά στις Κυβίδες.
Όπως περιέγραψε, η κρυψώνα ήταν τόσο καλά καμουφλαρισμένη ώστε θεωρούσε ότι η Αστυνομία δεν θα μπορούσε να την εντοπίσει χωρίς υπόδειξη. «Ήταν τόσο καλά καμουφλαρισμένη η σπηλιά που δεν υπήρχε πιθανότητα να με βρει η Αστυνομία», ανέφερε.
Οι τέσσερις ημέρες που ακολούθησαν ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, ένα διαρκές μαρτύριο. Η σπηλιά ήταν τόσο μικρή ώστε δεν μπορούσε να σταθεί ή να καθίσει κανονικά και αναγκαζόταν να παραμένει ξαπλωμένος ή στηριγμένος στο πλευρό του. «Ήταν σαν να ήμουν θαμμένος ζωντανός», είπε, εκτιμώντας ότι ο συγκεκριμένος χώρος είχε επιλεγεί με τέτοιο τρόπο ώστε, αν τελικά τον εκτελούσαν, να μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως τάφος.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι δεν υπήρχε ουσιαστικά καμία δυνατότητα διαφυγής, καθώς είχε αντιληφθεί την παρουσία δύο ένοπλων φρουρών έξω από τη σπηλιά. Το κρύο, η πείνα, η δίψα και η αβεβαιότητα για το αν θα επιβίωνε συνέθεταν, όπως είπε, μια εμπειρία βασανιστική. «Ήταν ανυπόφορο το αίσθημα κρύου, πείνας, δίψας. Ο εγκλεισμός σε μια τρύπα σε παγωνιά, με πείνα, δίψα και απειλές εκτέλεσης ήταν απίστευτο βασανιστήριο», περιέγραψε.
Δεν μπορούσε να αντιληφθεί την εναλλαγή ημέρας και νύχτας από το φως και, όπως ανέφερε, καταλάβαινε το πέρασμα του χρόνου μόνο από τις αλλαγές στη θερμοκρασία. Την ίδια ώρα, είπε ότι τον πλήγωσε ιδιαίτερα η φημολογία που κυκλοφόρησε εκείνες τις ημέρες και σύμφωνα με την οποία βρισκόταν σε ξενοδοχείο και όχι υπό κράτηση. «Είναι ιδιαίτερα λυπηρό που κάποιοι κακεντρεχείς διέδιδαν εκείνες τις μέρες ότι ήμουν σε ένα ξενοδοχείο», σημείωσε.
Στη συνέντευξη ο Αχιλλέας Κυπριανού αναφέρθηκε και σε όσα, κατά τη μαρτυρία του, του έλεγε ο Βασίλης Παυλίδης, τον οποίο παρουσίασε ως ιθύνοντα νου της απαγωγής. Όπως υποστήριξε, σε όλη τη διάρκεια της κράτησής του ο Παυλίδης τού μιλούσε για μια οργάνωση με στρατιωτική δομή. «Σε όλη τη διάρκεια της απαγωγής μου, ο Βασίλης Παυλίδης μου τόνιζε ότι ανήκε σε μια οργάνωση με στρατιωτική δομή που, όπως έλεγε, ήταν πολύ ανώτερη από την ηγεσία της ΚΔ», ανέφερε. Ο ίδιος δεν προχώρησε σε περαιτέρω ταυτοποίηση άλλων προσώπων, περιοριζόμενος σε όσα, όπως είπε, γνώριζε ή είχε αντιληφθεί στη διάρκεια της κράτησής του.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις ενέργειες που, σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, προηγήθηκαν της απελευθέρωσής του. Όπως είπε, στελέχη της ΕΟΚΑ Β που γνώριζαν τους απαγωγείς ανησύχησαν ότι η υπόθεση θα έπληττε σοβαρά την εικόνα τους και επιχείρησαν να λειτουργήσουν ως μεσολαβητές. Κατά τη μαρτυρία του, ο τότε αρχηγός της ΚΥΠ μετέφερε στους δράστες το μήνυμα ότι, ακόμη και αν δεν κατάφερναν να τους εντοπίσουν εγκαίρως πριν από μια ενδεχόμενη εκτέλεση, στη συνέχεια δεν θα μπορούσαν να διαφύγουν.
Ο Αχιλλέας Κυπριανού υποστήριξε ακόμη ότι στους απαγωγείς δόθηκε υπόσχεση ότι δεν θα διώκονταν για την απαγωγή, ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωσή του, με την προειδοποίηση ότι οποιαδήποτε νέα εγκληματική πράξη θα αντιμετωπιζόταν αυστηρά από τη Δικαιοσύνη. Ο ίδιος απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στον ρόλο του τότε αρχηγού της ΚΥΠ, Κύπρου Μουρουζίδη, εκφράζοντας δημόσια την ευγνωμοσύνη του για τη συμβολή του στην έκβαση της υπόθεσης.
Η απελευθέρωση ήρθε τέσσερις ημέρες μετά την απαγωγή. Ο Αχιλλέας Κυπριανού περιέγραψε τη στιγμή ως επιστροφή στη ζωή. «Ένιωθα ότι αναστήθηκα, ότι ήμουν πεθαμένος και μου δόθηκε δεύτερη ευκαιρία στη ζωή», είπε. Πριν επιστρέψει στους γονείς του, μεταφέρθηκε σε σπίτι ιδιοκτήτη καθαριστηρίου στη Λεμεσό, καθώς, όπως του εξηγήθηκε, δεν ήθελαν η οικογένειά του να τον αντικρίσει στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν.
Όταν τελικά επέστρεψε στο σπίτι, ο Σπύρος Κυπριανού τού εξέφρασε τη στενοχώρια του επειδή η ζωή του γιου του είχε τεθεί σε κίνδυνο από την απόφασή του να απορρίψει το τελεσίγραφο. Η απάντηση του Αχιλλέα Κυπριανού, όπως την μετέφερε ο ίδιος, ήταν ξεκάθαρη: «Του είπα ότι πολύ καλά έκανε».
Πέρα από την προσωπική του εμπειρία, ο Αχιλλέας Κυπριανού αφιέρωσε μεγάλο μέρος της συνέντευξης στις πολιτικές προεκτάσεις της υπόθεσης και κυρίως στις θεωρίες που αναπτύχθηκαν τα επόμενα χρόνια ότι η απαγωγή είχε σκηνοθετηθεί ώστε να ωφεληθεί πολιτικά ο Σπύρος Κυπριανού. Ο ίδιος απέρριψε κατηγορηματικά αυτή την εκδοχή και επιχείρησε να τη διαψεύσει μέσα από τους εκλογικούς συσχετισμούς της εποχής.
Αναφέρθηκε στις βουλευτικές εκλογές του 1976, όταν ο Δημοκρατικός Συναγερμός είχε λάβει περίπου 27%, ενώ τα υπόλοιπα κόμματα συγκέντρωναν συνολικά περίπου 73%, υποστηρίζοντας ότι οι πολιτικές ισορροπίες ήταν ήδη διαμορφωμένες πριν από την απαγωγή. Σημείωσε ότι το ΑΚΕΛ στήριζε ήδη τον Σπύρο Κυπριανού, ενώ η ΕΔΕΚ κινούνταν προς την ίδια κατεύθυνση. «Το ερώτημα είναι πώς μπορούσε να εκλεγεί ο Γλαύκος με το 27%;», διερωτήθηκε.
Στο ίδιο πλαίσιο, επικαλέστηκε και το βιβλίο του Κωστή Χατζηκωστή «Έξι Προεδρικά Πορτρέτα», στο οποίο γίνεται αναφορά στην απόφαση του Γλαύκου Κληρίδη να αποσύρει την υποψηφιότητά του στις 16 Δεκεμβρίου 1977. Ο Αχιλλέας Κυπριανού αναφέρθηκε επίσης στις προεδρικές εκλογές του 1983 ως επιχείρημα κατά της θεωρίας ότι ο πατέρας του χρειαζόταν την απαγωγή για να εξασφαλίσει την εκλογή του. Τότε, όπως υπενθύμισε, ο Γλαύκος Κληρίδης έλαβε περίπου 34%, ο Βάσος Λυσσαρίδης 9,5% και ο Σπύρος Κυπριανού εξελέγη από τον πρώτο γύρο με 56,5%. «Το 34% του Γλαύκου Κληρίδη δεν νίκησε το 56,5% του Σπύρου Κυπριανού, επομένως θα επαναλάβω για τελευταία φορά ότι ο ισχυρισμός ότι ο Κυπριανού επωφελήθηκε από την απαγωγή για να εκλεγεί Πρόεδρος είναι εντελώς παράλογος», ανέφερε.
Ο ίδιος στάθηκε ιδιαίτερα και στη δημόσια συζήτηση που ακολούθησε την απαγωγή και στις αναφορές που, όπως είπε, πλήγωσαν τον ίδιο και την οικογένειά του. Έφερε ως παράδειγμα την τηλεοπτική έκκληση της μητέρας του προς τους απαγωγείς, η οποία, όπως ανέφερε, έγινε σε κατάσταση μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης, καθώς εκείνη γνώριζε ότι οι δράστες απειλούσαν να εκτελέσουν τον γιο της.
Παρά ταύτα, σύμφωνα με τον Αχιλλέα Κυπριανού, κυκλοφόρησαν ισχυρισμοί ότι ακόμη και η συγκίνησή της ήταν προσποιητή και ότι η ίδια η απαγωγή ήταν σκηνοθετημένη. «Έχω πολύ οδυνηρές αναμνήσεις τις οποίες για χρόνια προσπαθούσα να ξεχάσω», είπε, εξηγώντας ότι οι μνήμες εκείνων των ημερών επανέρχονταν κάθε φορά που έπρεπε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία, να εμφανιστεί σε δικαστικές διαδικασίες ή να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τους απαγωγείς του.
Στον επίλογο της συνέντευξης, ο Αχιλλέας Κυπριανού θέλησε να ξεκαθαρίσει ότι δεν αμφισβητεί την ανάγκη πολιτικής αντιπαράθεσης και κριτικής, διαχωρίζει όμως αυτά τα στοιχεία από τη διαστρέβλωση γεγονότων και την προσωπική στοχοποίηση. «Κάθε Δημοκρατία χρειάζεται σοβαρή αντιπολίτευση. Πάντα υπάρχουν θέματα για κριτική. Η διαστρέβλωση γεγονότων και η δολοφονία χαρακτήρων από μερίδα πολιτικού και δημοσιογραφικού κόσμου χάριν μιας αντιπολίτευσης είναι αισχρές πράξεις», ανέφερε.
Για τον ίδιο, η συγκεκριμένη συνέντευξη αποτελεί την τελική του δημόσια τοποθέτηση για μια υπόθεση που τον ακολούθησε σε ολόκληρη τη ζωή του. «Αυτή είναι η δική μου κατάθεση για τα πραγματικά γεγονότα της απαγωγής μου, τους ψιθύρους, τη λασπολογία και όλα τα γεγονότα που είχαν στόχο να πληγεί ο Σπύρος Κυπριανού», είπε.
Ο Αχιλλέας Κυπριανού εξήγησε ακόμη ότι ζήτησε ο ίδιος η συνέντευξη να μεταδοθεί μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2026, ώστε όσα είχε να πει να μη συνδεθούν με την προεκλογική αντιπαράθεση ή να ερμηνευθούν ως πολιτική παρέμβαση. «Με δεδομένα τα εξαιρετικά σοβαρά προβλήματα υγείας μου είναι αβέβαιο για πόσο ακόμα θα μπορούσα να μιλήσω. Αυτή ίσως είναι η τελευταία ευκαιρία μου για να δώσω την τελευταία μου συνέντευξη», ανέφερε, προσθέτοντας: «Αρκετά παρεξηγήθηκα στη ζωή μου και έφαγα λάσπη και δεν ήθελα αυτή η τελευταία μου πράξη να αναμειχθεί στις προεκλογικές αντιπαραθέσεις».
Ολόκληρη η μαρτυρία του Αχιλλέα Κυπριανού ΕΔΩ