Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Μια οικογενειακή διαμάχη για την περιουσία της αποβιώσασας μητέρας τους, με ακίνητα εκατομμυρίων και ποσό €128.500 που ήταν στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, έφερε δύο αδέλφια αντιμέτωπα στις δικαστικές αίθουσες. Η υπόθεση πήρε νέα τροπή στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και δικαίωσε τον αδελφό που άσκησε έφεση, κρίνοντας ότι στον υπολογισμό της κληρονομικής μερίδας έπρεπε να συνυπολογιστούν οι σημαντικές ακίνητες περιουσίες που είχαν λάβει οι δύο άνδρες από τη μητέρα τους όσο εκείνη ζούσε.

Η υπόθεση αφορά την κληρονομιά της μητέρας των δύο ανδρών, η οποία απεβίωσε στη Λεμεσό το 2009, έχοντας συντάξει διαθήκη το 1986. Μετά τον θάνατό της, ο εφεσείων ορίστηκε εκτελεστής της διαθήκης, καθώς ο αρχικός εκτελεστής είχε αποβιώσει.

Ο εφεσίβλητος προσέφυγε στη Δικαιοσύνη υποστηρίζοντας ότι ο αδελφός του, υπό την ιδιότητά του ως εκτελεστή της διαθήκης, παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την παραχώρηση της νόμιμης κληρονομικής του μερίδας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η διαθήκη παραβίαζε τις διατάξεις για τη νόμιμη μοίρα και είχε επιδικάσει στον ενάγοντα €128.500, αφού προηγουμένως υπολόγισε τη συνεισφορά του στην κληρονομιά.

Ο εφεσείων αμφισβήτησε την απόφαση, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχε ερμηνευθεί ορθά η έννοια της συνεισφοράς και ότι δεν είχαν συνυπολογιστεί κατάλληλα οι περιουσίες που είχαν λάβει τα δύο αδέλφια από τη μητέρα τους πριν από τον θάνατό της. Υποστήριξε, επίσης, ότι ο αδελφός του είχε ήδη λάβει περιουσιακά στοιχεία μεγαλύτερης αξίας και ότι έπρεπε να γίνει ανάλογη αναπροσαρμογή των κληρονομικών μεριδίων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η αποβιώσασα είχε παραχωρήσει εν ζωή ακίνητα συνολικής εκτιμημένης αξίας €3.477.500 στον εφεσείοντα και €4.008.000 στον εφεσίβλητο. Οι αξίες αυτές αφορούσαν ακίνητα κατά τον χρόνο θανάτου της μητέρας τους και είχαν καθοριστεί από εκτιμητή, κατόπιν συμφωνίας των δύο πλευρών, ώστε να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό των κληρονομικών μεριδίων.

Το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ότι όταν ο αποβιώσας αφήνει σύζυγο και τέκνα, το διαθέσιμο μέρος της καθαρής κληρονομιάς δεν μπορεί, κατά κανόνα, να υπερβαίνει το ένα τέταρτο. Το υπόλοιπο αποτελεί τη νόμιμη μοίρα, η οποία περιέρχεται στους δικαιούχους κληρονόμους. Παράλληλα, για τον υπολογισμό της μερίδας ενός τέκνου, λαμβάνονται υπόψη συγκεκριμένες παροχές κινητής ή ακίνητης περιουσίας που έλαβε από τον γονέα του όσο εκείνος βρισκόταν εν ζωή.

Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η συνεισφορά εφαρμόζεται στο πλαίσιο της προστασίας της νόμιμης μοίρας και αποσκοπεί στη δίκαιη κατανομή της κληρονομιάς μεταξύ των κατιόντων, λαμβάνοντας υπόψη τις περιουσιακές παροχές που είχαν ήδη λάβει. Ο υπολογισμός γίνεται με βάση τις προβλεπόμενες από τον νόμο προϋποθέσεις και μαθηματική φόρμουλα, με κρίσιμο χρόνο αποτίμησης της περιουσίας τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.

Εφαρμόζοντας τις σχετικές διατάξεις, το Ανώτατο κατέληξε ότι οι συνολικές παροχές προς τα δύο αδέλφια ανέρχονταν σε €7.485.500. Η διαίρεση του ποσού διά δύο έδωσε πλασματική μερίδα €3.742.750 για καθένα. Με βάση τις παροχές που είχαν ήδη γίνει, η συνεισφορά του εφεσίβλητου υπολογίστηκε σε €265.250.

Το ποσό αυτό αφαιρέθηκε από τη νόμιμη μοίρα των €189.000 που του αναλογούσε βάσει του υπολογισμού της επίδικης κληρονομιάς. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι, ως αποτέλεσμα, προέκυπτε διαφορά €76.250, την οποία ο εφεσίβλητος είχε λάβει επιπλέον.

Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς περί μεταγενέστερης οικογενειακής συμφωνίας για διαφορετική κατανομή της περιουσίας, το Ανώτατο δεν εντόπισε σφάλμα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε απορρίψει την εκδοχή του εφεσείοντα. Ωστόσο, έκρινε βάσιμους τους λόγους έφεσης που αφορούσαν την εφαρμογή των διατάξεων για τη συνεισφορά και τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, οι οποίοι ήταν καθοριστικοί για την έκβαση της υπόθεσης.

Ως εκ τούτου, η έφεση έγινε δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε και η αγωγή του εφεσίβλητου απορρίφθηκε. Το Ανώτατο επιδίκασε υπέρ του εφεσείοντος τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας, καθώς και €3.000 πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει, για τα έξοδα της έφεσης.