Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση δύο Ελληνοκυπρίων για εξασφάλιση άδειας προκειμένου να εξεταστούν σε τρίτο και τελευταίο βαθμό νομικά ζητήματα που προέκυψαν από απόφαση του Εφετείου, με την οποία είχε παραμεριστεί πρωτόδικη απόφαση για καταβολή αποζημιώσεων από την Τουρκία λόγω απώλειας χρήσης και εκμετάλλευσης ακινήτων στην κατεχόμενη Κερύνεια.

Στην ομόφωνη απόφασή του το Ανώτατο έκρινε ότι οι αιτητές δεν τεκμηρίωσαν τις προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία για την παραχώρηση της σχετικής άδειας, επισημαίνοντας ότι η διαδικασία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο άσκησης νέας έφεσης κατά απόφασης του Εφετείου.

Η υπόθεση αφορά δύο Ελληνοκύπριους, οι οποίοι είχαν προσφύγει κατά της Τουρκικής Δημοκρατίας, διεκδικώντας δικαστική προστασία για ακίνητα που βρίσκονται στην Κερύνεια και των οποίων δηλώνουν ιδιοκτήτες ή δικαιούχοι εγγραφής.

Το Επαρχιακό Δικαστήριο Κερύνειας, με απόφασή του στις 30 Σεπτεμβρίου 2019, είχε επιδικάσει υπέρ του πρώτου αιτητή αποζημιώσεις ύψους €33.440 και υπέρ της δεύτερης €38.300, πλέον τόκων και εξόδων, για την απώλεια χρήσης, εκμετάλλευσης ή ανάπτυξης των ακινήτων τους. Η απόφαση είχε εκδοθεί κατόπιν απόδειξης, λόγω μη εμφάνισης της Τουρκίας στη διαδικασία.

Ωστόσο, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε εκδώσει τα αναγνωριστικά διατάγματα που ζητούσαν οι αιτητές σχετικά με την κυριότητα των ακινήτων τους, ούτε είχε εκδώσει διάταγμα για την αναγνώριση της παρανομίας και ακυρότητας της λεγόμενης «Επιτροπής Ακίνητης Περιουσίας» και του «Ανώτερου Διοικητικού Δικαστηρίου» που λειτουργούν στα κατεχόμενα.

Οι δύο αιτητές άσκησαν έφεση, η οποία εξετάστηκε από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως προς την ουσία της διεκδίκησής τους, με το Δικαστήριο να παραμερίζει την πρωτόδικη απόφαση στις 31 Οκτωβρίου 2024. Το Εφετείο έκρινε ότι η Τουρκία απολαύει κυριαρχικής ασυλίας βάσει του διεθνούς δικαίου και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να εναχθεί ενώπιον κυπριακού δικαστηρίου για πράξεις που αφορούν την άσκηση κυριαρχικής εξουσίας.

Με την αίτησή τους στο Ανώτατο, οι δύο Ελληνοκύπριοι ζήτησαν άδεια για εξέταση επτά νομικών ζητημάτων. Μεταξύ άλλων, υποστήριξαν ότι το Εφετείο εσφαλμένα κατέληξε στην ύπαρξη κυριαρχικής ασυλίας, ότι παραβιάστηκε το δικαίωμά τους να ακουστούν, καθώς και ότι επηρεάστηκαν συνταγματικά δικαιώματά τους, περιλαμβανομένης της προστασίας της ιδιοκτησίας και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Έθεσαν επίσης ζήτημα άνισης μεταχείρισης και αμφισβήτησαν την απόρριψη αιτήματός τους για παραπομπή ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το Ανώτατο, εξετάζοντας την αίτηση υπογράμμισε ότι η συγκεκριμένη δικαιοδοσία αφορά αποκλειστικά νομικά ζητήματα που προκύπτουν από απόφαση του Εφετείου και συνδέονται με συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως η ανάγκη διαφοροποίησης πάγιας νομολογίας, η ορθή ερμηνεία νομοθεσίας ή η επίλυση μείζονος ζητήματος δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας.

Σύμφωνα με την απόφαση, οι επτά λόγοι που προέβαλαν οι αιτητές δεν διατύπωναν συγκεκριμένα νομικά ερωτήματα που να πληρούν τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας, αλλά εξέφραζαν τη διαφωνία τους με την κρίση του Εφετείου και προέβαλλαν ισχυρισμούς περί σφαλμάτων στην απόφασή του.

Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η διαδικασία δεν αποσκοπεί στον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων του Εφετείου ούτε επιτρέπει την επανακρόαση μιας έφεσης σε τρίτο βαθμό. Τόνισε, επίσης, ότι η χορήγηση άδειας εξαρτάται από την πλήρωση των συγκεκριμένων νομοθετικών προϋποθέσεων και όχι από το κατά πόσο η απόφαση του Εφετείου θεωρείται ορθή ή εσφαλμένη.

Καταλήγοντας, το Ανώτατο έκρινε ότι δεν τεκμηριώθηκαν οι προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της τριτοβάθμιας δικαιοδοσίας του και απέρριψε την αίτηση.