Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Ποσά που φέρονται να αγγίζουν το €1 εκατ. σε έξι μήνες, κρυπτογραφημένες επικοινωνίες με κατάδικο που εκτίει ποινή στις Κεντρικές Φυλακές και σοβαρές καταγγελίες για χρηματισμό δεσμοφυλάκων, συνθέτουν το σκηνικό της υπόθεσης που έφερε γνωστή socialite ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την προσφυγή της και διατήρησε σε ισχύ το ένταλμα έρευνας στο διαμέρισμά της.

Όσα καταγράφονται στην αστυνομική μαρτυρία σκιαγραφούν ένα φερόμενο δίκτυο παράνομων δραστηριοτήτων, με το Δικαστήριο να κρίνει ότι υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις για την αναζήτηση τεκμηρίων στην κατοικία της, χωρίς αυτό να συνιστά διαπίστωση ενοχής για οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.

Η απόφαση εκδόθηκε από τον δικαστή Ιωαννίδη, ο οποίος έκρινε ότι το μαρτυρικό υλικό που είχε τεθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δικαιολογούσε την έκδοση του εντάλματος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην απόφαση, η Αστυνομία διερευνά σοβαρή υπόθεση που αφορά κατ’ επανάληψη αδικήματα εμπορίας και διακίνησης ναρκωτικών, παροχής προστασίας και παροχής υπηρεσιών παράνομου τζόγου. Οι δραστηριότητες αυτές φέρονται να αποφέρουν μεγάλα χρηματικά ποσά, με φερόμενο ως εγκέφαλο συγκεκριμένο κατάδικο, ο οποίος, σύμφωνα με την αστυνομική μαρτυρία, εξακολουθούσε να συντονίζει ενέργειες από τις Κεντρικές Φυλακές μέσω έξυπνης τηλεφωνικής συσκευής με αριθμό του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η αιτήτρια, η οποία φέρεται να διατηρεί σχέση με τον κατάδικο, περιγράφεται στο μαρτυρικό υλικό ως πρόσωπο που αναλάμβανε την παραλαβή, φύλαξη και διανομή χρημάτων, κατόπιν οδηγιών ή συνεννόησης μαζί του. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση αστυνομικού που υποστήριξε το αίτημα για έκδοση του εντάλματος, τα χρήματα παραλαμβάνονταν από τρίτο πρόσωπο, το οποίο στη συνέχεια τα παρέδιδε στην αιτήτρια.

Το ποσό που φέρεται να διακινείτο ανερχόταν σε περίπου 50.000 ευρώ εβδομαδιαίως, ενώ τα χρήματα που εκτιμάται ότι συγκεντρώθηκαν κατά το προηγούμενο εξάμηνο πλησίαζαν το ένα εκατομμύριο ευρώ. Μέρος των χρημάτων φέρεται να προοριζόταν για προσωπικά έξοδα της αιτήτριας, για τις ανάγκες του ινστιτούτου αισθητικής που διατηρεί, για πληρωμές συνεργατών του κατάδικου, καθώς και για άλλα πρόσωπα που φέρονται να εμπλέκονται στην υπόθεση.

Σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία, χρηματικά ποσά φυλάσσονταν σε διάφορους χώρους, μεταξύ των οποίων το διαμέρισμα της αιτήτριας, κατοικίες άλλων υπόπτων και κοσμηματοπωλείο. Η Αστυνομία υποστήριξε επίσης ότι η αιτήτρια χρησιμοποιούσε κινητά τηλέφωνα για συνεχή επικοινωνία με τον κατάδικο μέσω κλήσεων, βιντεοκλήσεων και μηνυμάτων σε κρυπτογραφημένες εφαρμογές, όπως το WhatsApp και το Signal.

Στην ένορκη δήλωση περιλαμβάνονταν, ακόμη, ισχυρισμοί ότι η αιτήτρια συνεργαζόταν με τρεις δεσμοφύλακες, στους οποίους φέρεται να κατέβαλλε χρήματα για την εξασφάλιση ευνοϊκής μεταχείρισης του κατάδικου. Η μεταχείριση αυτή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στην απόφαση, περιλάμβανε τη μεταφορά ναρκωτικών και άλλων ουσιών στις Φυλακές, καθώς και την ενημέρωσή του σε περίπτωση επικείμενων ερευνών, ώστε να αποκρύπτει παράνομα αντικείμενα. Σε μία περίπτωση, μάλιστα, η αιτήτρια φέρεται να παρέδωσε 1.000 ευρώ σε συγκεκριμένο δεσμοφύλακα, παρουσία του πληροφοριοδότη της Αστυνομίας.

Οι πληροφορίες προέρχονταν από πηγή την οποία η Αστυνομία χαρακτήρισε ως ιδιαίτερα αξιόπιστη. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, ο πληροφοριοδότης φέρεται να είχε άμεση γνώση των γεγονότων, λόγω της σχέσης του με την οικογένεια της αιτήτριας και της πρόσβασής του στο ινστιτούτο αισθητικής και στο οικογενειακό της περιβάλλον.

Η αιτήτρια ζήτησε την ακύρωση του εντάλματος έρευνας με προνομιακό ένταλμα certiorari, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία που να συνδέει το διαμέρισμά της με τα υπό διερεύνηση αδικήματα ή να τεκμηριώνει την αναγκαιότητα της έρευνας. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αρχικά δώσει άδεια για την καταχώριση της αίτησης, κρίνοντας ότι εγείρονταν ζητήματα προς εξέταση ως προς την επάρκεια του μαρτυρικού υλικού.

Ωστόσο, εξετάζοντας την αίτηση επί της ουσίας, ο δικαστής Ιωαννίδης κατέληξε ότι η ένορκη δήλωση της Αστυνομίας περιείχε συγκεκριμένα στοιχεία και περιστατικά και όχι απλώς γενικές αναφορές ή συμπεράσματα. Τόνισε ότι, παρότι δεν απαιτείται να αποκαλύπτεται η ταυτότητα του πληροφοριοδότη, πρέπει να παρέχονται επαρκείς ενδείξεις για την προέλευση και τον τρόπο απόκτησης των πληροφοριών.

Το Δικαστήριο έκρινε, επίσης, ότι η φερόμενη εμπλοκή της αιτήτριας στη διαχείριση χρημάτων και στη χρήση κινητών τηλεφώνων, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες ότι μέρος των χρημάτων φυλασσόταν στο διαμέρισμά της, μπορούσε να δημιουργήσει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι εκεί βρίσκονταν τεκμήρια σχετικά με τα υπό διερεύνηση αδικήματα.

Ως προς την αναγκαιότητα της έρευνας, ο δικαστής υπογράμμισε τη σοβαρότητα της υπόθεσης, τον αριθμό των φερόμενων εμπλεκομένων και τον κίνδυνο απόκρυψης ή καταστροφής χρημάτων και άλλων τεκμηρίων, εάν δεν πραγματοποιούνταν άμεσα οι έρευνες.

Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για ακύρωση του εντάλματος έρευνας και καταδίκασε την αιτήτρια στα έξοδα της διαδικασίας, τα οποία θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.