Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Την επανεκδίκαση της αίτησης τριών συγγενικών προσώπων της Κύπριας socialite που κατηγορείται σε ποινική υπόθεση σε σχέση με πρόσωπο που κρατείται στις φυλακές, διέταξε το Ανώτατο Δικαστήριο υπό τριμελή σύνθεση. Αποδεχόμενο έφεση του Γενικού Εισαγγελέα ανέτρεψε την απόφαση με την οποία ακύρωσε το διάταγμα με το οποίο τα τρία πρόσωπα υποχρεώθηκαν να δώσουν γενετικό υλικό, DNA.

Το διάταγμα εξεδόθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στο πλαίσιο αίτησης της Αστυνομίας η οποία διερευνούσε υπόθεση διάπραξης των αδικημάτων της συνωμοσίας προς διάπραζη κακουργήματος και της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, αδικημάτων κατά παράβαση του περί Πρόληψης Διαφθοράς Νόμου, Κεφ. 161, παράνομης κατοχής περιουσίας και αδικημάτων κατά παράβαση του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες, στα οποία υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι εμπλέκονται συνολικά πέντε πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των τριών αιτητών ως υπόπτων. Συγκεκριμένα, σε φάκελο με χρήματα που εντοπίστηκε σε τραπεζική θυρίδα που ανήκε στην socialite (ακυρώθηκε το ένταλμα έρευνας), είχε εντοπιστεί άγνωστο γενετικό υλικό, γι’ αυτό και ζητήθηκε από τους τρεις να δώσουν δείγμα σάλιου, αλλά αρνήθηκαν. Η Αστυνομία εξασφάλισε δικαστικό διάταγμα και πήρε τελικά γενετικό υλικό.  

Στις 3.4.2026 δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εξέδωσε προνομιακό ένταλμα Certiorari με το οποίο ακυρώθηκε το διάταγμα για τη λήψη από τους αιτητές DNA. Κατά της απόφασης αυτής ο Γενικός Εισαγγελέας άσκησε έφεση και το Ανώτατο στη δευτεροβάθμια του δικαιοδοσία, ανέτρεψε την πρωτόδικη κρίση, βρίσκοντας ότι το άρθρο 25 του περί Αστυνομίας νόμου δεν μπορεί να εξετάζεται και εφαρμόζεται απομονωμένο από τον Ν.44(Ι)/2019, αλλά σε συνδυασμό με αυτόν. «Από τη στιγμή που υπάρχει ημεδαπή νομοθεσία, εναρμονιστική με την Οδηγία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η οποία περιέχει πρόνοια για την υποχρέωση της αρμόδιας Αρχής να διασφαλίζει τη λήψη και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με βάση τις αρχές της αναγκαιότητας και αναλογικότητας, τότε δεν μπορεί να λεχθεί ότι η εθνική νομοθεσία παραβιάζει την Οδηγία», επισημαίνει το Ανώτατο. Περαιτέρω το Ανώτατο έκρινε εσφαλμένη την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η διαπίστωση πως τα «άκαμπτα και ανεπαρκή» κριτήρια του άρθρου 25 δεν το καθιστούν συμβατό με την Οδηγία και πως το άρθρο 25 παραβιάζει επίσης το άρθρο 52 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι προϋποθέσεις, ανέφερε, που τίθενται στην ημεδαπή νομοθεσία συνάδουν με την Οδηγία και τον Χάρτη, με αποτέλεσμα το ζητούμενο να ήταν κατά πόσο το συγκεκριμένο διάταγμα ικανοποιούσε τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, προϋποθέσεις που τίθενται από την Οδηγία και τον Χάρτη.

Εν τέλει διέταξε την επανεκδίκαση της αίτησης για την εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων που απομένουν, ήτοι του ζητήματος της χρονικής προθεσμίας διαγραφής των δεδομένων και του κατά πόσο πληρούνταν οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας για την έκδοση του διατάγματος.