Η κόντρα Ισραήλ-Τουρκίας δεν είναι πια απλώς μια διαχρονική αλληλουχία παροδικών εκρήξεων, σαν αυτές που η περιοχή μας έχει μάθει να καταγράφει και μετά να ξεχνά. Έχει αποκτήσει βάθος, συγκεκριμένη πια γεωγραφία και κυρίως στρατηγικό περιεχόμενο.
Ωστόσο, αυτό στο οποίο συγκλίνουν οι πλείστοι αναλυτές, εδώ στο Ισραήλ και όχι μόνο, είναι πως δεν πρόκειται για κρίση πολέμου. Ακόμα. Πρόκειται, όπως συχνά λέγεται, για κρίση οικοδόμησης ισχύος. Δύο χώρες -δύο περιφερειακές δυνάμεις, πιο σωστά- με στρατό, βιομηχανία και φιλοδοξία περιφερειακής επιρροής, βλέπουν τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο μέσα από εντελώς διαφορετικές οπτικές.
Η τοποθέτηση του γενικού διευθυντή του ισραηλινού Υπουργείου Άμυνας, Αμίρ Μπαράμ, την Τετάρτη, δεν πρόσεχτηκε ιδιαίτερα στην Κύπρο, ενώ θα έπρεπε, καθώς δείχνει πού κινείται το Ισραήλ. Ο Μπαράμ μίλησε για ανάγκη νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής, με πρώτο και βασικό εταίρο τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και με έναν ευρύτερο άξονα που ξεκινά από την Ινδία, περνά από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και φτάνει μέχρι την Ελλάδα και την Κύπρο. Η αναφορά στην Κύπρο δεν ήταν διακοσμητική.
Στο ισραηλινό λεξιλόγιο ασφάλειας, η Κύπρος και η Ελλάδα δεν είναι πλέον απλώς φιλικές χώρες της περιοχής. Είναι μέρος ενός μεσογειακού βάθους που το Ισραήλ θεωρεί χρήσιμο, ίσως και απαραίτητο, μέσα σε μια περίοδο όπου το Ιράν, η Συρία, ο Λίβανος, η Υεμένη και η Τουρκία συνδέονται όλο και περισσότερο μεταξύ τους ως πεδία της ίδιας μεγάλης εξίσωσης.
Η ουσία είναι ότι το Ισραήλ δεν θέλει να μείνει μόνο με την αμερικανική ομπρέλα. Τη χρειάζεται και τη θεωρεί αναντικατάστατη. Αλλά καταλαβαίνει ότι η Ουάσιγκτον κοιτάζει όλο και περισσότερο προς την Κίνα και τον Ινδο-Ειρηνικό. Ο ίδιος ο Μπαράμ το είπε με τον πιο καθαρό τρόπο: το Ισραήλ βλέπει το Ιράν ως πολύ πιο άμεση και επικίνδυνη απειλή από ό,τι το βλέπουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Από εκεί ξεκινά η απόκλιση προτεραιοτήτων. Για την Αμερική, η Μέση Ανατολή είναι πρόβλημα που πρέπει να ελέγχεται. Για το Ισραήλ, είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει υπό συνεχή απειλή.
Η Τουρκία βλέπει την ίδια εικόνα, μόνο που τη βλέπει αντίστροφα. Για την Άγκυρα, η περαιτέρω σύσφιξη Ισραήλ-Ελλάδας-Κύπρου δεν είναι ουδέτερη συνεργασία. Είναι μια γραμμή περιορισμού της τουρκικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία βλέπει τη Συρία ως φυσικό χώρο επιρροής της, τον Λίβανο ως μέρος μιας ευρύτερης ανατολικομεσογειακής εξίσωσης και την Κύπρο ως το μόνιμο σημείο από το οποίο αμφισβητείται η τουρκική θέση στη θάλασσα, στην ενέργεια και στην ασφάλεια. Γι’ αυτό και ο Ερντογάν δεν περιορίζεται στη Γάζα. Συνδέει πλέον το Ισραήλ με τη Συρία, τον Λίβανο, την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Τι διεκδικούν, τι διακυβεύεται
Στις 10 Ιουνίου, ο Τούρκος πρόεδρος είπε ότι οι ισραηλινές επιθέσεις στη Συρία και στον Λίβανο έφτασαν σε σημείο να απειλούν και την ίδια την Τουρκία. Μίλησε για προσπάθεια αποσταθεροποίησης της Μεσογείου και αναφέρθηκε ειδικά στην Κύπρο, προειδοποιώντας ότι η Τουρκία θα αντιδράσει «πολύ καθαρά και πολύ ισχυρά» εάν θεωρήσει ότι παραβιάζονται τα δικαιώματα της ίδιας ή των Τουρκοκυπρίων στην Ανατολική Μεσόγειο. Το ίδιο πλαίσιο κατέγραψαν και αραβικά και γαλλόφωνα περιφερειακά μέσα, παρουσιάζοντας τις δηλώσεις ως χάραξη νέων τουρκικών κόκκινων γραμμών απέναντι στο Ισραήλ.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική εξήγηση της τουρκικής επιθετικότητας. Δεν είναι μόνο ιδεολογική. Δεν είναι μόνο η σχέση του Ερντογάν με τη Χαμάς. Δεν είναι μόνο η ανάγκη του να μιλά στο εσωτερικό του ακροατήριο. Είναι και υπολογισμός ισχύος, ο οποίος επίσης δεν είναι ούτε συγκυριακός ούτε πρόχειρος. Είναι στρατηγικός.
Η Τουρκία θέλει να εμφανίζεται ως η δύναμη που μπορεί να μιλήσει για τη Γάζα, να μπει στη Συρία, να παζαρέψει με την Ουάσιγκτον και να αμφισβητήσει την ισραηλινή ελευθερία δράσης. Σ’ αυτό το πλαίσιο επιχειρεί και να παρουσιάσει την τριμερή Ισραήλ-Ελλάδας-Κύπρου ως σχήμα που στρέφεται εναντίον της.
Ο καθοριστικός ρόλος της Συρίας
Η Συρία είναι το πιο επικίνδυνο κομμάτι αυτής της εκρηκτικής αντιπαράθεσης. Η Τουρκία επιδιώκει μια μεταπολεμική Συρία ενιαία, κεντρική, ελεγχόμενη και, κατά το δυνατόν, φιλική προς την Άγκυρα. Θέλει να περιορίσει τους Κούρδους, να αποκτήσει ρόλο στην ανοικοδόμηση, να επηρεάσει τους νέους μηχανισμούς ασφαλείας και να κρατήσει στρατηγικό βάθος νοτίως των συνόρων της. Το Ισραήλ βλέπει διαφορετικό κίνδυνο. Δεν θέλει να βρεθεί απέναντι σε μια νέα συριακή στρατιωτική δομή που θα μπορούσε, είτε μέσω Τουρκίας είτε μέσω Ιράν είτε μέσω άλλων ισλαμιστικών δικτύων, να μετατραπεί ξανά σε απειλή στα βόρεια σύνορά του.
Αναλυτές σε κορυφαία think tanks, όπως το Stimson Center, περιγράφουν ακριβώς αυτή την αντίθεση: η Άγκυρα θέλει ισχυρή και ενιαία Συρία υπό δική της επιρροή, ενώ το Ισραήλ προτιμά μια Συρία που δεν μπορεί να συγκεντρώσει γρήγορα ισχύ εναντίον του. Αυτό δεν σημαίνει ότι Ισραήλ και Τουρκία επιζητούν οποιαδήποτε πολεμική σύγκρουση. Αντιθέτως, έχουν ήδη υπάρξει τεχνικές επαφές για αποφυγή «ατυχημάτων» στη Συρία, ακριβώς επειδή και οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται πόσο εύκολα μπορεί να πυροδοτηθεί μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Οι συνομιλίες Ισραήλ-Τουρκίας στο Αζερμπαϊτζάν για μηχανισμό αποσυμπίεσης ήταν ένδειξη όχι εμπιστοσύνης, αλλά κινδύνου. Όταν χρειάζεσαι μηχανισμό αποφυγής σύγκρουσης, σημαίνει ότι η σύγκρουση είναι ήδη πιθανότητα που υπολογίζεται. Και αυτό δεν το θέλει ούτε η Ιερουσαλήμ ούτε η Άγκυρα.
Για το Ισραήλ, η Τουρκία είναι πλέον ένα σύνθετο πρόβλημα. Είναι χώρα του ΝΑΤΟ, άρα όχι εχθρός με την κλασική έννοια. Είναι όμως ταυτόχρονα χώρα που φιλοξενεί ή ανέχεται δίκτυα της τρομοκρατικής Χαμάς, χώρα που έχει διακόψει το εμπόριο με το Ισραήλ, χώρα που στηρίζει πολιτικά το αντιισραηλινό μέτωπο και που θέλει αυξημένο ρόλο ακριβώς εκεί όπου το Ισραήλ επιδιώκει ελευθερία δράσης.
Η ισραηλινή Shin Bet, η υπηρεσία εσωτερικής ασφάλειας της χώρας, ανακοίνωσε τον Ιούνιο ότι απέτρεψε δεκάδες τρομοκρατικές επιθέσεις στη Δυτική Όχθη, οι οποίες, σύμφωνα με τους Ισραηλινούς, κατευθύνονταν από στελέχη της Χαμάς στην Τουρκία. Για την Ιερουσαλήμ, αυτό δεν είναι απλή διαφωνία. Είναι κάτι που ξεπερνά κατά πολύ τα επιτρεπτά όρια σε σχέση με την ασφάλεια του εβραϊκού κράτους.
Κύπρος: όφελος και κόστος
Για την Κύπρο, η νέα αυτή πραγματικότητα έχει δύο όψεις. Η πρώτη είναι θετική: η Κυπριακή Δημοκρατία απέκτησε στρατηγική αξία. Η σχέση με το Ισραήλ, την Ελλάδα, τις ΗΠΑ και τη Γαλλία της δίνει έναν ρόλο που δεν είχε παλαιότερα και, μαζί του, μια ισχύ δυσανάλογη του μεγέθους της. Όχι τεράστια, βέβαια, αλλά για το μέγεθός της κρίσιμη και πολύτιμη. Δεν είναι μόνο η ενέργεια. Είναι οι ασκήσεις, η αεράμυνα, η θαλάσσια ασφάλεια, οι πληροφορίες, οι εκκενώσεις αμάχων σε περιφερειακές κρίσεις, η προστασία κρίσιμων υποδομών, οι δυνατότητες επιτήρησης και η γεωγραφία. Το Reuters έχει καταγράψει σε πρόσφατη ανάλυσή του ότι Ελλάδα, Ισραήλ και Κύπρος συμφώνησαν να ενισχύσουν τις κοινές αεροναυτικές ασκήσεις το 2026, ενώ οι τρεις χώρες έχουν ήδη βαθύνει τη συνεργασία τους σε άμυνα, ενέργεια και ασφάλεια.
Η δεύτερη όψη είναι το κόστος. Όσο περισσότερο η Κύπρος γίνεται χρήσιμη στο Ισραήλ και στη δυτική αρχιτεκτονική της Ανατολικής Μεσογείου, τόσο περισσότερο θα μπαίνει στο τουρκικό μικροσκόπιο. Η Άγκυρα δεν χρειάζεται να προκαλέσει θερμό επεισόδιο για να ασκήσει πίεση. Μπορεί να το κάνει με δηλώσεις, NAVTEX, ασκήσεις, κινήσεις στα κατεχόμενα, αμφισβητήσεις ενεργειακών σχεδιασμών, σύνδεση της κάθε κυπριακής αμυντικής συνεργασίας με το Κυπριακό και προσπάθεια να εμφανίσει τη Λευκωσία ως «προκεχωρημένο φυλάκιο» του Ισραήλ.
Το ενεργειακό πεδίο είναι εξίσου κρίσιμο. Η ίδρυση του Eastern Mediterranean Energy Center από ΗΠΑ, Κύπρο, Ελλάδα και Ισραήλ επιβεβαιώνει ότι η Ανατολική Μεσόγειος παραμένει στον αμερικανικό σχεδιασμό για ενέργεια, υποδομές και περιφερειακή ασφάλεια. Παράλληλα, ο περιβόητος πλέον Great Sea Interconnector, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, είναι έργο στρατηγικής σημασίας αλλά και γεωπολιτικής ευαισθησίας. Όσο η Τουρκία θεωρεί ότι αποκλείεται από τους ενεργειακούς διαδρόμους, τόσο θα επιχειρεί να επιβάλει κόστος ή αβεβαιότητα.
Το πιθανότερο, επομένως, δεν είναι μια άμεση στρατιωτική εμπλοκή της Κύπρου. Αυτό παραμένει απομακρυσμένο. Πολύ πιθανότερη είναι μια περίοδος αυξημένης πίεσης και νευρικότητας. Η Κύπρος θα κερδίζει βάρος από τη θέση της στον άξονα Ισραήλ-Ελλάδας-ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, όμως, θα γίνεται και πεδίο πάνω στο οποίο η Τουρκία θα επιχειρεί να στείλει μηνύματα προς το Ισραήλ, την Ουάσιγκτον και την Ευρώπη.
Η Λευκωσία δεν χρειάζεται να υπερβάλει τον κίνδυνο. Χρειάζεται όμως να τον διαβάσει σωστά. Η αντιπαράθεση Ισραήλ-Τουρκίας δεν αφορά μόνο τη Γάζα, ούτε μόνο τη Συρία. Αφορά το ποιος θα ορίζει την ασφάλεια, την ενέργεια, τις θαλάσσιες διαδρομές και τις συμμαχίες στην περιοχή μετά τη μεγάλη αναδιάταξη που έφερε ο πόλεμος. Σε αυτόν τον χάρτη, η Κύπρος δεν είναι το κέντρο. Είναι όμως κόμβος. Και οι κόμβοι, σε περιόδους αναταραχής, αποκτούν αξία. Γίνονται και πιο ευάλωτοι ακριβώς γι’ αυτό.
Στη μέση και οι χώρες του Κόλπου
Η διάσταση του Κόλπου είναι κι αυτή κρίσιμη, επειδή οι χώρες του δεν βλέπουν την κόντρα Ισραήλ-Τουρκίας μεμονωμένα. Τα ΗΑΕ, η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ δεν θέλουν γενικευμένη σύγκρουση, ούτε όμως θέλουν ένα Ισραήλ πλήρως ανεξέλεγκτο στη Συρία και στον Λίβανο. Γι’ αυτό και η καταδίκη από Σαουδική Αραβία και ΗΑΕ των πρόσφατων ισραηλινών ενεργειών σε Κουνέιτρα και Νταράα, στη Συρία, έχει σημασία: δείχνει ότι ο Κόλπος μπορεί να ευθυγραμμιστεί ρητορικά με την Τουρκία όταν το θέμα είναι η συριακή κυριαρχία, χωρίς όμως να υιοθετεί πλήρως την τουρκική ατζέντα.
Το βασικό είναι η μετατόπιση από τη σταδιακή εξομάλυνση με το Ισραήλ προς μια πιο επιφυλακτική, συναλλακτική στάση. Τα κράτη του Κόλπου εξακολουθούν να φοβούνται το Ιράν και τις παραφυάδες του, αλλά μετά τον πόλεμο και τις πιέσεις στα Στενά του Ορμούζ επιδιώκουν αποκλιμάκωση, όχι νέα ανάφλεξη. Η Τουρκία μπορεί να λειτουργήσει για κάποιους ως χρήσιμο αντίβαρο στο Ισραήλ, όχι όμως ως ηγεμόνας του αραβικού κόσμου. Για την Κύπρο, αυτό σημαίνει ότι η περιφερειακή εικόνα γίνεται πιο ρευστή: οι σχέσεις Ισραήλ-Κόλπου δεν ακυρώνονται, αλλά γίνονται πιο προσεκτικές, πιο ψυχρές και πιο εξαρτημένες από τη στάση του Ισραήλ στη Συρία και στη Γάζα.
Τα F-35 και το «δίλημμα» των Αμερικανών
Η αμερικανική στάση είναι το πιο σύνθετο και ίσως το πιο καθοριστικό κομμάτι της αντιπαράθεσης Ισραήλ-Τουρκίας ως προς την κατάληξή της. Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να εγκαταλείψουν το Ισραήλ και δεν θέλουν να χάσουν την Τουρκία. Αυτό από μόνο του εξηγεί γιατί η Ουάσιγκτον επιχειρεί να λειτουργήσει όχι ως διαιτητής που λύνει τη διαφορά, αλλά ως διαχειριστής που εμποδίζει την έκρηξή της.
Για το Ισραήλ, οι ΗΠΑ παραμένουν ο βασικός εγγυητής στρατηγικής υπεροχής. Η ασφάλεια του Ισραήλ στηρίζεται στην αμερικανική στρατιωτική βοήθεια, στη διπλωματική κάλυψη, στην τεχνολογική συνεργασία και στην κοινή αντίληψη για το Ιράν. Ωστόσο, η συζήτηση στο Ισραήλ έχει αλλάξει. Ο Αμίρ Μπαράμ είπε ουσιαστικά ότι η επόμενη συμφωνία ασφάλειας Ισραήλ-ΗΠΑ δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε κοινές αξίες, αλλά πρέπει να στηρίζεται σε σκληρά συμφέροντα. Με άλλα λόγια: το Ισραήλ πρέπει να πείσει την Ουάσιγκτον ότι δεν είναι απλώς σύμμαχος που ζητά προστασία, αλλά δύναμη που σταθεροποιεί την περιοχή και επιτρέπει στην Αμερική να κοιτάξει προς την Ασία.

Και εδώ μπαίνει η Τουρκία. Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η Αμερική τη χρειάζεται. Τη χρειάζεται στο ΝΑΤΟ, στη Μαύρη Θάλασσα, στην Ουκρανία, στη Συρία, στην πρόσβαση προς τον Καύκασο και ως μουσουλμανική δύναμη με στρατό, βιομηχανία και γεωγραφικό πλεονέκτημα. Η Ουάσιγκτον δεν εμπιστεύεται πλήρως τον Ερντογάν. Όμως δεν έχει την πολυτέλεια να τον σπρώξει οριστικά εκτός δυτικού στρατοπέδου.
Η πρόσφατη αμερικανική κίνηση για πώληση κινητήρων αξίας άνω των 700 εκατομμυρίων δολαρίων στην Τουρκία, για το τουρκικό μαχητικό KAAN, δείχνει ακριβώς αυτή τη λογική. Η κυβέρνηση Τραμπ ειδοποίησε το Κογκρέσο παρά τις αντιρρήσεις βουλευτών για το θέμα των κινητήρων, ενώ η Τουρκία παραμένει εκτός του προγράμματος F-35 λόγω των ρωσικών S-400. Το μήνυμα προς την Άγκυρα είναι ότι η πόρτα δεν κλείνει. Το μήνυμα προς το Κογκρέσο, την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ είναι πολύ πιο δύσκολο: η Ουάσιγκτον δεν θέλει να τιμωρήσει την Τουρκία μέχρι του σημείου να τη χάσει.
Για το Ισραήλ, αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα. Όχι επειδή κάθε αμερικανοτουρκική συνεννόηση στρέφεται αυτομάτως εναντίον του. Αλλά επειδή μια Τουρκία με ενισχυμένη αμυντική βιομηχανία, επαναφορά σε δυτικά εξοπλιστικά κανάλια και αυξημένο ρόλο στη Συρία θα είναι δυσκολότερος αντίπαλος. Η ισραηλινή ανησυχία είναι μήπως η Τουρκία μπορεί, χρησιμοποιώντας το ΝΑΤΟ και την ανάγκη της Αμερικής, να αποκτήσει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων απέναντι στο Ισραήλ.
Η Ουάσιγκτον, λένε οι αναλυτές, θα προσπαθήσει να κρατήσει ανοικτά και τα δύο κανάλια. Θα στηρίξει το Ισραήλ απέναντι στο Ιράν και την τρομοκρατική Χαμάς. Θα πιέσει για μηχανισμούς αποφυγής σύγκρουσης στη Συρία. Θα κρατήσει την Τουρκία μέσα στο δυτικό πλαίσιο. Και θα επιχειρήσει να μην επιτρέψει στην Ανατολική Μεσόγειο να γίνει δεύτερο μέτωπο, τη στιγμή που η μεγάλη αμερικανική προτεραιότητα είναι η Κίνα.
Αυτό, και πάλι, λύσεις δεν δίνει. Προσφέρει όμως μια διαχείριση της κρίσης. Οι ΗΠΑ μπορούν να αποτρέψουν έναν άμεσο πόλεμο Ισραήλ-Τουρκίας. Δύσκολα όμως μπορούν να ακυρώσουν τον ανταγωνισμό τους. Η Τουρκία θα συνεχίσει να διεκδικεί ρόλο στη Συρία και στην Ανατολική Μεσόγειο. Το Ισραήλ θα συνεχίσει να χτίζει άξονες με Ελλάδα, Κύπρο, Ινδία και αραβικές χώρες που φοβούνται το Ιράν. Και η Αμερική θα προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα σε έναν σύμμαχο που θεωρεί υπαρξιακή την απειλή και έναν σύμμαχο που θεωρεί ότι δικαιούται μεγαλύτερο μερίδιο.