Ακόμα και με αυτά τα δεδομένα της μέχρι σήμερα πολύχρονης σύγκρουσης Τουρκίας – Ισραήλ, η επίθεση του Τούρκου υπουργού Χακάν Φιντάν, στις 2 Ιουλίου, ήταν ασυνήθιστα οξεία. Μιλώντας στο CNN Turk, ο Φιντάν υποστήριξε ότι το Ισραήλ δεν αποτελεί πλέον μόνο πρόβλημα για την Τουρκία αλλά «πρόβλημα του κόσμου» και ότι «αυτοί οι άνθρωποι», όπως είπε, «έχουν μετατραπεί, με τις πολιτικές και τη νοοτροπία τους, σε βάρος που η ανθρωπότητα δεν μπορεί πια να σηκώσει».

Η Ιερουσαλήμ σήκωσε αμέσως το γάντι και απάντησε με ακόμα πιο αυστηρό ύφος. Ο υπουργός Εξωτερικών Γκιντεόν Σάαρ κατηγόρησε τον Φιντάν για «σαφή υποκίνηση σε γενοκτονία», χαρακτηρίζοντας τα λόγια του «ρητή έκκληση για την εξάλειψη του Ισραήλ» και καλώντας -ενόψει της Συνόδου του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα- τους συμμάχους του στη Βορειοατλαντική Συμμαχία να τα καταδικάσουν.

Η έκκλησή του συνάντησε, με μία αξιοσημείωτη εξαίρεση, σιωπή. Μόνο η Γερμανία ανταποκρίθηκε δημοσίως, με τον υπουργό Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ να χαρακτηρίζει τις δηλώσεις Φιντάν απαράδεκτες και να επαναβεβαιώνει το δικαίωμα του Ισραήλ να υπερασπίζεται τον εαυτό του. Η σιωπή, έστω και σε αυτό το εύρος, ήταν κατανοητή, καθώς πολλές χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ ετοιμάζονταν να υποκλιθούν στον Ερντογάν προκειμένου να προωθήσουν δικούς τους στόχους, κυρίως εξοπλιστικούς και, συνεπώς, οικονομικούς.

Η εικόνα αυτή – η οξύτατη σύγκρουση δύο χωρών που ανήκουν στον ίδιο δυτικό στρατηγικό χώρο και η απροθυμία σχεδόν ολόκληρου του ΝΑΤΟ να τοποθετηθεί- λέει ίσως περισσότερα για το πού οδηγούνται οι σχέσεις Τουρκίας και Ισραήλ από όσα λένε οι ίδιες οι δηλώσεις.

Δεν είναι άλλη μια κρίση

Θα ήταν λάθος να διαβαστεί η σύγκρουση ως ακόμη ένας γύρος λεκτικών επιθέσεων ανάμεσα στην κυβέρνηση Ερντογάν και τα Ιεροσόλυμα. Η χρονική συγκυρία είναι αποκαλυπτική. Λίγες ημέρες νωρίτερα, η ισραηλινή κυβέρνηση είχε εγκρίνει την επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων, σπάζοντας μια πολυετή ισραηλινή επιφυλακτικότητα που συνδεόταν ακριβώς με την ανάγκη να μη διαρρηχθούν οι σχέσεις με την Άγκυρα ή, τα τελευταία χρόνια, ό,τι απέμεινε από αυτές.

Η Τουρκία αντέδρασε οργισμένα, καταγγέλλοντας πολιτική εργαλειοποίηση της Ιστορίας. Η επιλογή της Ιερουσαλήμ έδειξε, από την άλλη, ότι και το Ισραήλ θεωρεί πλέον πως το παλαιό απόθεμα αυτοσυγκράτησης απέναντι στην Τουρκία έχει σχεδόν εξαντληθεί.

Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο στοιχείο της σημερινής εικόνας, λοιπόν: οι δύο χώρες δεν περνούν απλώς μία ακόμη κρίση. Κινούνται σταδιακά, αλλά ολοένα και ταχύτερα, προς μια περισσότερο δομική αντιπαλότητα. Μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, η Άγκυρα δεν περιορίστηκε σε σκληρή κριτική για τη Γάζα. Διέκοψε το εμπόριο με το Ισραήλ, ενίσχυσε τη διεθνή νομική πίεση εναντίον του, παρενέβη στην υπόθεση της Νότιας Αφρικής στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και περιόρισε περαιτέρω τις ήδη παγωμένες διπλωματικές σχέσεις.

Αργότερα προχώρησε και σε πρόσθετους περιορισμούς σε λιμένες και σε ορισμένες πτήσεις που συνδέονταν με το Ισραήλ, απαγορεύοντας τελικά το εμπόριο ανάμεσα στις δύο χώρες. Για τον Ερντογάν, η πολιτική αυτή λειτουργεί ταυτόχρονα ως ιδεολογική ταυτότητα, ως εργαλείο εσωτερικής πολιτικής και ως μέσο διεκδίκησης ηγετικού ρόλου στον μουσουλμανικό κόσμο.

«Άμεση ανάμιξη» Άγκυρας

Το δεύτερο στοιχείο είναι η Χαμάς. Η Άγκυρα επιμένει να μην αντιμετωπίζει την τρομοκρατική οργάνωση ως τέτοια και διατηρεί πολιτικές επαφές με στελέχη της. Για το Ισραήλ, όμως, το ζήτημα έχει πάψει να είναι μόνο πολιτικό. Στις 21 Ιουνίου, η Σιν Μπετ -οι μυστικές υπηρεσίες για το εσωτερικό του Ισραήλ- και ο ισραηλινός στρατός ανακοίνωσαν ότι είχαν αποτρέψει δεκάδες επιθέσεις στη Δυτική Όχθη οι οποίες, σύμφωνα με τις ισραηλινές Αρχές, κατευθύνονταν από στελέχη της Χαμάς που δρούσαν από τουρκικό έδαφος, στρατολογώντας ανθρώπους και διοχετεύοντας χρήματα, όπλα και οδηγίες. Η κατηγορία αυτή μετατρέπει την τουρκική φιλοξενία της Χαμάς σε άμεση συμμετοχή της Τουρκίας στην τρομοκρατία εναντίον του Ισραήλ.

Συρία η πιο επικίνδυνη

Το τρίτο και πιο επικίνδυνο μέτωπο είναι η Συρία. Η πτώση του καθεστώτος Άσαντ και η άνοδος της νέας εξουσίας στη Δαμασκό αύξησαν δραματικά την τουρκική επιρροή. Η Άγκυρα θέλει μια ισχυρή, ενιαία Συρία, χωρίς αυτόνομη κουρδική στρατιωτική οντότητα στα βόρεια, και βλέπει τη χώρα ως χώρο της δικής της ασφάλειας και περιφερειακής προβολής.

Το Ισραήλ, αντίθετα, αντιμετωπίζει με καχυποψία κάθε μεγάλη στρατιωτική συγκέντρωση κοντά στα βόρεια σύνορά του και επιδιώκει ελευθερία δράσης απέναντι σε απειλές από τη Συρία. Το 2025, οι δύο πλευρές αναγκάστηκαν να αρχίσουν τεχνικές συνομιλίες για μηχανισμό αποφυγής σύγκρουσης. Ενδεικτικό της κρισιμότητας της κατάστασης είναι πως ευθύς εξαρχής διευκρινίστηκε ότι δεν υπάρχει καμία πρόθεση για την όποια εξομάλυνση και πως οι επαφές αφορούσαν μόνο την αποφυγή κάποιου «ατυχήματος».

«Τουρκικός άξονας»

Η ίδια η τουρκική ρητορική δείχνει ότι η Άγκυρα βλέπει πλέον την αντιπαράθεση πολύ ευρύτερα από τη Γάζα. Τον Ιούνιο, ο Ερντογάν δήλωσε ότι οι ισραηλινές επιχειρήσεις στη Συρία και στον Λίβανο έχουν φθάσει σε σημείο να απειλούν και την ασφάλεια της Τουρκίας. Στις αρχές Ιουλίου, κατηγόρησε το Ισραήλ ότι προσπαθεί να «τινάξει στον αέρα» τη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν. Η τουρκική γραμμή είναι σαφής: η Τουρκία παρουσιάζει τον εαυτό της ως δύναμη περιφερειακής σταθερότητας και το Ισραήλ ως δύναμη μόνιμης αποσταθεροποίησης που πρέπει να περιοριστεί.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο Φιντάν δεν μίλησε μόνο για τιμωρία του Ισραήλ. Στην ίδια συνέντευξη ανέπτυξε την ιδέα της «περιφερειακής ιδιοκτησίας» των κρίσεων: Τουρκία, Αίγυπτος, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν, μαζί με ευρύτερα σχήματα μουσουλμανικών χωρών, να αναλαμβάνουν όλο και περισσότερο τη διαχείριση της περιοχής χωρίς να περιμένουν κάθε λύση από έναν εξωτερικό ηγεμόνα.

Εδώ βρίσκεται η πιο ουσιαστική διάσταση, μαζί και η εξήγηση της θέσης ότι δεν έχουμε να κάνουμε με άλλη μία κρίση Ισραήλ – Τουρκίας. Η Άγκυρα προσπαθεί να οικοδομήσει ένα περιφερειακό περιβάλλον στο οποίο η ισραηλινή ελευθερία δράσης θα είναι πολιτικά ακριβότερη, οι κυρώσεις πιο αποδεκτές και η Τουρκία κεντρικός μεσολαβητής ανάμεσα στον μουσουλμανικό κόσμο, την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Και εδώ εμφανίζεται η μεγάλη αντίφαση —ή, από την τουρκική σκοπιά, το μεγάλο στοίχημα. Την ώρα που η Άγκυρα κλιμακώνει εναντίον του Ισραήλ, επιδιώκει ταυτόχρονα βαθύτερη ένταξη στη δυτική αμυντική αρχιτεκτονική. Στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, την Τετάρτη, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα άρουν τις κυρώσεις CAATSA που είχαν επιβληθεί στην Τουρκία για την αγορά των ρωσικών S-400 και άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο πώλησης των F-35. Υπάρχουν ακόμη πολύ σοβαρά νομικά και πολιτικά εμπόδια στο Κογκρέσο: η αμερικανική νομοθεσία δεν επιτρέπει σήμερα την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα όσο διατηρεί το ρωσικό σύστημα. Η πολιτική κατεύθυνση, όμως, είναι σαφής. Ο Τραμπ επενδύει ξανά στη σχέση με τον Ερντογάν.

Για το Ισραήλ, αυτή η εξέλιξη είναι πολύ πιο σημαντική από μια ακόμη προσβολή. Ο Νετανιάχου έχει ήδη ζητήσει από τον Τραμπ να συγκρατήσει τον Ερντογάν και έχει εκφράσει την αντίθεσή του στην επιστροφή της Τουρκίας στα F-35. Αν μια χώρα που χαρακτηρίζει το Ισραήλ παγκόσμιο πρόβλημα, φιλοξενεί στελέχη της Χαμάς και συγκρούεται μαζί του για τη Συρία αποκτήσει ξανά πρόσβαση στο πιο προηγμένο δυτικό μαχητικό -αν και όχι τόσο προηγμένο όσο το μοντέλο που διαθέτει και έχει αναπτύξει το Ισραήλ-, η ισορροπία ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο αλλάζει. Ακόμη και αν η συμφωνία καθυστερήσει ή τελικά μπλοκαριστεί, η ίδια η προθυμία της Ουάσιγκτον να τη συζητήσει στέλνει μήνυμα ότι η στρατηγική αξία της Τουρκίας για το ΝΑΤΟ μπορεί να υπερισχύσει των ισραηλινών ενστάσεων, ακόμα και προσωρινά.

Το συμπέρασμα είναι ότι η Τουρκία δεν φαίνεται να οδεύει προς άμεσο πόλεμο με το Ισραήλ. Ούτε οι τεχνικές επαφές για τη Συρία ούτε η αλληλεξάρτηση με τη Δύση δείχνουν κάτι τέτοιο. Οδεύει, όμως, προς κάτι σαφώς πιο μόνιμο από τις παλιές περιοδικές κρίσεις: μια ελεγχόμενη στρατηγική αντιπαλότητα, με μέτωπα στη διπλωματία, στην περιφερειακή αρχιτεκτονική, στη Συρία, στη Χαμάς, στην αμυντική ισορροπία και στη μάχη για επιρροή μέσα στην ίδια τη Δύση. Το ρίσκο είναι ότι, όσο περισσότερα μέτωπα ανοίγουν, τόσο μικρότερο περιθώριο αφήνεται για ένα λάθος. Και η επιστροφή του ζητήματος των F-35 δείχνει ότι το επόμενο κεφάλαιο δεν θα κριθεί μόνο στις δηλώσεις, αλλά στην πραγματική κατανομή ισχύος.

Μια νέα στρατηγική και το 3+1

Από εδώ προκύπτει και μια πιθανή νέα ισραηλινή αρχιτεκτονική: βαθύτερες διμερείς σχέσεις με κράτη που διαθέτουν πραγματική ισχύ και πρόσβαση στα ευρωπαϊκά κέντρα αποφάσεων. Η Γερμανία είναι ο βασικός πυλώνας. Η Κεντρική και η Ανατολική Ευρώπη προσφέρουν χώρες με σκληρότερη αντίληψη για την ασφάλεια. Η Ελλάδα και η Κύπρος αποτελούν τον φυσικό σύνδεσμο της Ανατολικής Μεσογείου με την ΕΕ, ενώ το σχήμα 3+1 με τις ΗΠΑ έχει ήδη κάνει θεσμική τη συνεργασία σε ενέργεια, ασφάλεια, καινοτομία και περιφερειακή συνδεσιμότητα. Το 2026, το ίδιο το Ισραήλ εξακολουθεί να προωθεί επισήμως το 3+1 ως στρατηγικό πλαίσιο συνεργασίας με τις ΗΠΑ, την Ελλάδα και την Κύπρο. Και το δηλώνει επίσημα με κάθε ευκαιρία.

Ο στόχος για το Ισραήλ είναι ένα πυκνό δίκτυο αλληλεξαρτήσεων: κοινά αμυντικά προγράμματα, συμπαραγωγές, κυβερνοασφάλεια, αντιπυραυλική άμυνα, ενέργεια, έρευνα και εμπορικοί διάδρομοι. Αυτή είναι η ουσία της στρατηγικής αυτονομίας: όχι απομάκρυνση από την Αμερική, αλλά κατάργηση του μοναδικού σημείου εξάρτησης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο ακρογωνιαίος λίθος. Η Ευρώπη μπορεί να γίνει το πρόσθετο οικοδόμημα —όχι ολόκληρη, ούτε με τον ίδιο τρόπο παντού, αλλά μέσω ενός δικτύου κρατών με κοινά συμφέροντα ασφαλείας.

Υπό αυτή την έννοια, το γεγονός ότι μόνο ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών απάντησε στον Σάαρ, δεν είναι απλώς ένδειξη της ευρωπαϊκής σιωπής. Είναι και υπόδειξη για το πού πρέπει να επενδύσει περισσότερο το Ισραήλ, το οποίο έχει, ας μην ξεχνάμε, γίνει σημαντικός παραγωγός συστημάτων άμυνας και οπλισμού, τα οποία θεωρούνται ένα βήμα μπροστά από τις υπόλοιπες αγορές. Μπροστά και στη ρωσική απειλή, η Γερμανία, αλλά και οι υπόλοιπες ανατολικοευρωπαϊκές και βόρειες χώρες, προσεγγίζουν σήμερα το Ισραήλ, γνωρίζοντας ότι δεν έχουν κάτι να χάσουν από μία τέτοια αμυντική συνεργασία. 

Η Γερμανία και το επόμενο «κεφάλαιο» του Ισραήλ

Το γιατί οι υπόλοιπες χώρες του ΝΑΤΟ κράτησαν αποστάσεις από την έκκληση Σάαρ για καταδίκη των δηλώσεων Φιντάν εξηγείται από όσα αφορούν την Τουρκία και τα δικά τους συμφέροντα ενόψει της Συνόδου του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι γιατί η Γερμανία ήταν η μόνη που καταδίκασε τον Τούρκο ΥΠΕΞ και, μάλιστα, ο ΥΠΕΞ της Γερμανίας, Γιόχαν Βάντεφουλ, πριν πάει στην Άγκυρα, πέρασε από το Ισραήλ για συνομιλίες με τον Ισραηλινό ομόλογό του. Πιο ξεκάθαρη δύσκολα μπορούσε να γίνει η γερμανική στάση.

Μια στάση που δεν είναι καινούργια και που μάλλον προϊδεάζει για την κατεύθυνση στην οποία θα μπορούσε να κινηθεί η ίδια η ισραηλινή στρατηγική ασφάλειας. Όχι μακριά από τις ΗΠΑ -αυτό δεν είναι ούτε ρεαλιστικό ούτε επιθυμητό για το Ισραήλ-αλλά μακριά από την ιδέα ότι μία και μόνο πρωτεύουσα μπορεί να αποτελεί το μοναδικό πολιτικό και στρατηγικό του στήριγμα. Όταν ο Νετανιάχου προ ημερών είχε πει σε αμερικανικό κανάλι ότι «διαθέτουμε κι άλλους φίλους, μια… μικρή χώρα, ας πούμε, που λέγεται Ινδία», αυτό ακριβώς ήθελε να πει και σαφώς παρέπεμπε και στη Γερμανία.

Η σημερινή υπόθεση της Τουρκίας είναι σχεδόν διδακτική. Την ώρα που το Ισραήλ προειδοποιεί για την εχθρική ρητορική της Άγκυρας, για τη Χαμάς και για τις συνέπειες μιας πιθανής επιστροφής της Τουρκίας στα F-35, ο Τραμπ επιλέγει να άρει τις κυρώσεις CAATSA και να εξετάσει ακριβώς αυτή την επιστροφή. Δεν σημαίνει ότι η αμερικανοϊσραηλινή συμμαχία καταρρέει. Σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον έχει δικά της συμφέροντα και ότι, σε μια πιο συναλλακτική εποχή, αυτά μπορεί να αποκλίνουν από τις ισραηλινές προτεραιότητες ακόμη και σε ζητήματα που η Ιερουσαλήμ θεωρεί ζωτικά.

Η απάντηση δεν είναι η αναζήτηση «αντικαταστάτη» των ΗΠΑ. Είναι η δημιουργία περισσότερων επιλογών. Και εδώ η Ευρώπη αποκτά διαφορετική σημασία. Όχι ως ενιαίο φιλοϊσραηλινό μπλοκ, που δεν είναι. Παρ’ όλα αυτά, η ΕΕ παραμένει ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος του Ισραήλ και αντιπροσώπευε το 31,7% του συνολικού ισραηλινού εμπορίου αγαθών το 2025. Η Ευρώπη, επομένως, δεν είναι περιφερειακό ακροατήριο. Είναι οικονομικός, τεχνολογικός και, σταδιακά, όλο και περισσότερο αμυντικός χώρος πρώτης γραμμής.

Η αλλαγή στην ευρωπαϊκή ασφάλεια ενισχύει αυτή τη λογική.

Οι ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ και ο Καναδάς αύξησαν κατά περίπου 20% τις αμυντικές δαπάνες τους το 2025. Η Γερμανία βρίσκεται στην καρδιά της μεταβολής: οι στρατιωτικές δαπάνες της αυξήθηκαν κατά 24% μέσα σε έναν χρόνο, στα 114 δισ. δολάρια, ξεπερνώντας για πρώτη φορά από το 1990 το 2% του ΑΕΠ. Πρόκειται, δηλαδή, για μια χώρα που δεν διαθέτει μόνο ιστορικό βάρος στις σχέσεις με το Ισραήλ, αλλά ανακτά πραγματική στρατηγική ισχύ.

Γι’ αυτό η δήλωση Βάντεφουλ έχει μεγαλύτερη αξία από μια συμβολική χειρονομία.

 Η Γερμανία είναι ο σημαντικότερος οικονομικός εταίρος του Ισραήλ μέσα στην ΕΕ, με το ίδιο το γερμανικό ΥΠΕΞ να καταγράφει διμερές εμπόριο 8,4 δισ. δολαρίων το 2024. Ταυτόχρονα, το Βερολίνο επιδιώκει στενότερη στρατηγική σχέση με την Τουρκία. Ο ίδιος ο Βάντεφουλ είχε συναντήσει τον Φιντάν στο Βερολίνο τον Μάιο και είχε υποστηρίξει στενότερες σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας και τουρκική συμμετοχή στην αναδυόμενη ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική. Τώρα ταξίδεψε πρώτα στο Ισραήλ για συνομιλίες με τον Σάαρ και έπειτα στην Άγκυρα για το ΝΑΤΟ. Όταν μια τέτοια χώρα επιλέγει να απαντήσει στην έκκληση του Ισραήλ, το μήνυμα έχει μεγαλύτερο βάρος από μια δήλωση ενός ήδη δεδομένου φίλου.