Ο θεσμός του γάμου, πέραν της ηθικής και κοινωνικής του διάστασης, αποτελεί και νομική σχέση με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όταν όμως η συζυγική συμβίωση διαρρηγνύεται σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθίσταται αφόρητη η συνέχισή της, το δίκαιο προβλέπει τη λύση του γάμου μέσω διαζυγίου. Κεντρική έννοια στο κυπριακό οικογενειακό δίκαιο αποτελεί ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, ο οποίος συνιστά τον βασικό λόγο διαζυγίου.
Τι πραγματικά σημαίνει ισχυρός κλονισμός
Ο Νόμος προβλέπει ότι ο γάμος λύεται όταν οι σχέσεις των συζύγων έχουν κλονισθεί τόσο σοβαρά για λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο, ώστε η συνέχιση της έγγαμης σχέσης να είναι βάσιμα αφόρητη για τον αιτητή. Πίσω από αυτή τη φαινομενικά τεχνική διατύπωση κρύβεται μια ουσιαστική αξιολόγηση, ότι ο γάμος έχει απωλέσει το περιεχόμενό του ως σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης, σεβασμού και κοινής πορείας.
Δεν αρκούν απλές διαφωνίες ή οι εντάσεις της καθημερινότητας. Ο κλονισμός πρέπει να είναι ουσιώδης και να πλήττει τον πυρήνα της συμβίωσης. Η εμπειρία των Δικαστηρίων δείχνει ότι η κατάρρευση ενός γάμου σπάνια οφείλεται σε ένα μόνο γεγονός. Συχνά πρόκειται για μια αλληλουχία συμπεριφορών, σιωπών, αποξένωσης ή συγκρούσεων που, με την πάροδο του χρόνου, διαβρώνουν ανεπανόρθωτα τη σχέση.
Η έννοια του ισχυρού κλονισμού δεν είναι τιμωρητική. Δεν αποσκοπεί στην ηθική καταδίκη του ενός ή του άλλου συζύγου. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι ποιος φταίει περισσότερο, αλλά εάν η έγγαμη σχέση έχει ουσιαστικά καταρρεύσει. Εάν έχει χαθεί το θεμέλιο της κοινής ζωής, το Δικαστήριο δεν καλείται να διατηρήσει έναν τυπικό δεσμό χωρίς πραγματικό περιεχόμενο.
Ο ρόλος της νομολογίας και το βάρος της απόδειξης
Η νομολογία έχει συμβάλει αποφασιστικά στη διαμόρφωση μιας ρεαλιστικής προσέγγισης. Τα Οικογενειακά Δικαστήρια δεν προβαίνουν σε αναψηλάφηση ολόκληρης της έγγαμης ζωής, ούτε εξετάζουν τον γάμο μέσα από το πρίσμα της ηθικολογίας. Εστιάζουν στο κυρίαρχο κλονιστικό γεγονός ή στη συνολική εικόνα που προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία.
Έχει διευκρινιστεί ότι το κλονιστικό γεγονός μπορεί να είναι υπαίτιο ή ακόμη και ανυπαίτιο. Δηλαδή, δεν απαιτείται πάντοτε πρόθεση ή βαριά συμπεριφορά. Αρκεί το γεγονός ή η κατάσταση να έχει ως αποτέλεσμα την πραγματική διάρρηξη της συμβίωσης. Παράλληλα, όταν τα γεγονότα αφορούν και τους δύο συζύγους, δεν έχει σημασία η συγκριτική βαρύτητα της ευθύνης. Το ζητούμενο είναι αν η σχέση μπορεί ρεαλιστικά να συνεχιστεί.
Ωστόσο, το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής. Η προσωπική αίσθηση απογοήτευσης ή κόπωσης δεν επαρκεί. Απαιτείται αντικειμενική τεκμηρίωση γεγονότων που να πείθουν το Δικαστήριο ότι η συνέχιση της σχέσης είναι πράγματι αφόρητη. Αν, αντίθετα, ο κλονισμός οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο τον αιτητή, ο Νόμος δεν επιτρέπει τη λύση του γάμου με αυτό το έρεισμα.
Τα τεκμήρια και η πραγματικότητα
Ο νομοθέτης στο άρθρο 27(1) του Ν.104(I)/2003 έχει θεσπίσει συγκεκριμένα τεκμήρια ισχυρού κλονισμού, όπως η μοιχεία, η διγαμία, η εγκατάλειψη, η επιβουλή ζωής ή η άσκηση βίας κατά του συζύγου ή τέκνου. Ιδίως σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, η θέση του Νόμου είναι σαφής, η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της σωματικής ακεραιότητας υπερισχύει κάθε τυπικής διατήρησης του γάμου.
Παράλληλα, η διετής διάσταση των συζύγων αποτελεί αμάχητο τεκμήριο ότι η σχέση έχει οριστικά διαρραγεί. Όταν δύο άνθρωποι ζουν χωριστά για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η έγγαμη συμβίωση έχει ήδη παύσει στην πράξη.
Η ύπαρξη και της συναινετικής λύσης του γάμου αντανακλά μια πιο ώριμη κοινωνική προσέγγιση. Όταν δύο ενήλικες, με ελεύθερη βούληση, αναγνωρίζουν ότι η κοινή τους πορεία έχει ολοκληρωθεί, το δίκαιο οφείλει να τους παρέχει μια αξιοπρεπή και θεσμικά ασφαλή διέξοδο, ιδίως με μέριμνα για τα ανήλικα τέκνα.
Τελικές σκέψεις
Κατά την άποψή μου, ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης αποτελεί μια από τις πιο ισορροπημένες νομικές έννοιες του οικογενειακού δικαίου. Δεν υπονομεύει τον θεσμό του γάμου. Αντίθετα, τον προστατεύει από την τυπική διατήρησή του όταν έχει ήδη απογυμνωθεί από το ουσιαστικό του περιεχόμενο.
Σε μια κοινωνία που εξελίσσεται, το δίκαιο δεν μπορεί να αγνοεί την πραγματικότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Το διαζύγιο, υπό το πρίσμα του ισχυρού κλονισμού, δεν είναι αποτυχία. Είναι η νομική αναγνώριση ότι μια σχέση έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της. Και ίσως, τελικά, είναι και μια πράξη ειλικρίνειας απέναντι στον ίδιο τον θεσμό που καλούμαστε να σεβαστούμε.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα