Η Βουλή θέλει να ελέγχει τους πάντες. Υπουργούς, αξιωματούχους και θεσμούς. Ποια είναι όμως η Βουλή; Τα κόμματα.

Για όσους δεν το γνωρίζουν, ο κοινοβουλευτικός έλεγχος υπουργών και αξιωματούχων, με την έννοια της υποχρέωσής τους να λογοδοτούν στη Βουλή, έχει κριθεί αντισυνταγματικός. Η Βουλή μπορεί να ζητήσει στοιχεία. Δεν μπορεί όμως να υποχρεώσει υπουργούς και αξιωματούχους να παρουσιαστούν ενώπιόν της ή να δώσουν εξηγήσεις.

Αυτό δεν είναι μια νέα ερμηνεία. Ισχύει από το 1979, όταν ο τότε Γενικός Εισαγγελέας, Κρίτων Γ. Τορναρίτης, γνωμάτευσε ότι η υποχρέωση υπουργών και αξιωματούχων να εμφανίζονται ενώπιον κοινοβουλευτικών επιτροπών είναι αντίθετη με το Σύνταγμα.

Η θέση του ήταν ξεκάθαρη: «Οι Υπουργοί δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά δημόσιοι λειτουργοί, που ασκούν εκτελεστική εξουσία και έτσι δεν υπάγονται στη Βουλή και ούτε μπορούν να ελέγχονται κοινοβουλευτικώς από αυτή».

Με απλά λόγια, οι βουλευτές δεν μπορούν να επεμβαίνουν στην εκτελεστική εξουσία.

Το θέμα επανέρχεται σήμερα, όπως είχε επανέλθει και πριν από δύο-τρία χρόνια, όταν κατατέθηκε πρόταση νόμου για να επεκταθεί ο κοινοβουλευτικός έλεγχος σε υπουργούς και άλλους αξιωματούχους.

Τότε είχα ασχοληθεί με το συγκεκριμένο ρεπορτάζ και η θέση μου δεν έχει αλλάξει.

Σε ένα κράτος όπου τα κόμματα υπηρετούν πραγματικά το δημόσιο συμφέρον, ο κοινοβουλευτικός έλεγχος όχι μόνο θα ήταν θεμιτός, αλλά απολύτως αναγκαίος.

Στην Κύπρο του σήμερα, όμως, δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις γι’ αυτό. Όχι επειδή φταίει ο θεσμός. Αλλά επειδή τα ίδια τα κόμματα έχουν αποδείξει ότι προτάσσουν το κομματικό συμφέρον έναντι του δημόσιου.

Το έχουν αποδείξει ξανά και ξανά.

Πόσες φορές οι συνεδριάσεις κοινοβουλευτικών επιτροπών θύμιζαν περισσότερο καφενείο παρά θεσμικό όργανο; Πόσες φορές βουλευτές μιλούσαν χωρίς στοιχειώδη γνώση του αντικειμένου; Και ας μην ανοίξουμε καν τη συζήτηση για την Ολομέλεια. Εκεί τα παραδείγματα είναι αμέτρητα.

Η πραγματικότητα είναι ακόμη πιο απλή.

Στην Κύπρο, τα κόμματα δεν ζητούν απλώς να ελέγχουν τη δημόσια διοίκηση. Ζητούν να μπορούν να παρεμβαίνουν στη λειτουργία της.

Αν δεν ίσχυε αυτό, κανένας βουλευτής δεν θα θεωρούσε φυσιολογικό να τηλεφωνεί απευθείας σε δημόσιους λειτουργούς για υποθέσεις που χειρίζονται.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το είδαμε πρόσφατα, όταν βουλευτές διαμαρτυρήθηκαν επειδή υφυπουργείο έδωσε οδηγίες στους λειτουργούς του να μην απαντούν στα προσωπικά τηλεφωνήματα βουλευτών.

Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι άλλο.

Αν οι βουλευτές ενδιαφέρονταν πραγματικά για τη σωστή λειτουργία του κράτους, θα ζητούσαν εξηγήσεις γιατί οι δημόσιοι λειτουργοί δεν απαντούν στους πολίτες. Όχι γιατί δεν απαντούν στους ίδιους.

Αυτό είναι όλη η ουσία της συζήτησης.

Διαχρονικά, τα κόμματα απέδειξαν ότι όταν μιλούν για «έλεγχο», στην πραγματικότητα εννοούν επιρροή. Και όταν ζητούν περισσότερες εξουσίες, πολύ δύσκολα πείθουν ότι το κάνουν για το δημόσιο συμφέρον.

Όταν αποδείξουν στην πράξη ότι ο κοινοβουλευτικός έλεγχος δεν θα μετατραπεί σε εργαλείο κομματικών και ιδιωτικών σκοπιμοτήτων, τότε μπορούμε να ξανανοίξουμε τη συζήτηση.

Μέχρι τότε, ας επενδύσουν πρώτα στη γνώση. Γιατί για να ελέγξεις κάποιον, πρέπει προηγουμένως να γνωρίζεις τι ακριβώς ελέγχεις.

Διαφορετικά, αυτό που επιδιώκεις δεν είναι λογοδοσία. Είναι εξουσία.