Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Προ ημερών έγινε γνωστή η πρόθεση του Υπουργείου Οικονομικών να καταθέσει πρόταση για παράταση του μέτρου επιδότησης των καυσίμων μέχρι τέλος Νοεμβρίου. Σε σχετική ενημέρωση στην οποία προέβη στο Προεδρικό Μέγαρο ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης, αναφέρθηκε στα επιπλέον μέτρα, τα οποία έχουν ληφθεί για την ανακούφιση των νοικοκυριών.

Μεταξύ άλλων, έκανε λόγο για την επιδότηση του ηλεκτρικού ρεύματος για ευάλωτα νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις. Αναφέρθηκε επίσης στη διεύρυνση των δικαιούχων στην ειδική διατίμηση 08 της ΑΗΚ, τη μείωση του ΦΠΑ στο ηλεκτρικό ρεύμα από 19 σε 9% και μέχρι τον Μάρτιο του 2027 στο 5%.

Ο κ. Λετυμπιώτης είπε επίσης ότι μέχρι το τέλος Νοεμβρίου θα συνεχιστεί η μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης και σημείωσε την μη επιβολή της πράσινης φορολογίας στα καύσιμα. Συμπλήρωσε ότι εφαρμόστηκε και συνεχίζεται να βρίσκεται σε ισχύ ο μηδενικός συντελεστής ΦΠΑ σε βασικά αγαθά.

Όλα αυτά τα μέτρα, ασφαλώς και συμβάλλουν στην ελάφρυνση του κόστους που επωμίζονται οι καταναλωτές, εξαιτίας της αύξησης του πληθωρισμού (απόρροια της ανόδου των τιμών ενέργειας).

Ωστόσο, είναι πρόδηλο ότι τα μέτρα έχουν προσωρινό χαρακτήρα και δεν επιλύουν το πρόβλημα στη ρίζα του. Το οποίο πρόβλημα εστιάζεται στο γεγονός ότι είμαστε μια καθαρά εισαγωγική ενεργειακά χώρα. Και σε αυτό θα πρέπει να εστιάσουμε. Όχι γιατί θα επιτύχουμε να είμαστε πλήρως ανεξάρτητοι, αλλά θα μπορούσαμε να μειώσουμε σε μεγάλο βαθμό το κόστος το οποίο επωμιζόμαστε, τόσο σε επίπεδο καταναλωτών, όσο και επιχειρήσεων.

Άκρως εύστοχες ήταν οι επισημάνσεις του οικονομολόγου Τάσου Γιασεμίδη, ο οποίος μιλώντας προ ημερών στο ΚΥΠΕ, υπογράμμισε μεταξύ άλλων ότι «η αύξηση του πληθωρισμού στην κυπριακή οικονομία, δεν οφείλεται σε υπερθέρμανση της εγχώριας ζήτησης ούτε σε δημοσιονομική χαλάρωση, αλλά περισσότερο στην εισαγόμενη μεταβολή κόστους, συγκεντρωμένη σχεδόν αποκλειστικά στην ενέργεια, η οποία διαχέεται σταδιακά στην υπόλοιπη οικονομία».

Ο κ. Γιασεμίδης επισήμανε ότι «παραμένουμε ένα καθαρά εισαγωγικό οικονομικό σύστημα και αυτό το επιβεβαιώνει με τον πιο καθαρό τρόπο το γεγονός ότι τα βιομηχανικά προϊόντα παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητα, ενώ τα πετρελαιοειδή και ο ηλεκτρισμός οδηγούν μόνα τους τον δείκτη προς τα πάνω». Τόνισε την ανάγκη μεταξύ άλλων, επιτάχυνσης των ΑΠΕ με έμφαση στην αποθήκευση και στην αναβάθμιση του δικτύου, ολοκλήρωση της ανταγωνιστικής αγοράς ηλεκτρισμού και έλευση του φυσικού αερίου, καθώς και στρατηγική εξέταση του ποια προϊόντα μπορούν ρεαλιστικά να παράγονται εγχώρια, με έμφαση στον πρωτογενή τομέα. «Προϊόντα που θα μπορούσαμε να παράγουμε τα εισάγουμε, και μαζί τους εισάγουμε το αυξημένο κόστος παραγωγής τρίτων χωρών», ήταν η εύστοχη τοποθέτηση του κ. Γιασεμίδη, ο οποίος συμπλήρωσε σε σχέση με τις ΑΠΕ, ότι η συζήτηση για το συγκεκριμένο θέμα και κυρίως για την αποθήκευση διαρκεί πάνω από μια δεκαετία, χωρίς αντίστοιχη υλοποίηση.

Όπως γίνεται αντιληπτό, το ζήτημα της επίλυσης του προβλήματος της ενέργειας είναι πολυσύνθετο και πολυεπίπεδο. Δεν αρκούν τα πρόσκαιρα μέτρα για να χτυπήσουμε τη ρίζα του προβλήματος. Χρειάζεται μια ολοκληρωμένη στρατηγική, χρειάζεται πολιτική βούληση και μακροπρόθεσμο πλάνο. Το οποίο βέβαια θα έπρεπε να είχαμε ήδη, δεδομένης της θέσης της χώρας μας και της έκθεσης της στις γεωπολιτικές αναταράξεις και την διεθνή αβεβαιότητα. Ακόμη και τώρα όμως, εφόσον προχωρήσουμε με γοργούς ρυθμούς – και αποφασίσουμε τι θέλουμε να κάνουμε – θα μπορέσουμε να μειώσουμε την ενεργειακή μας εξάρτηση. Διότι, οι τσέπες των καταναλωτών δεν σηκώνουν άλλα βάρη, καθώς επίσης και οι αντοχές των επιχειρήσεων -οι οποίες βλέπουν την ανταγωνιστικότητα τους να μειώνεται- δεν είναι απεριόριστες.