Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ κυπριακή τραπεζική αγορά βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη φάση, όπως αποτυπώνεται στα τελευταία στοιχεία (Ιούλιος) για τα επιτόκια, τις νέες χορηγήσεις και τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Η περίοδος των μεγάλων αυξήσεων επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχει πλέον δώσει τη θέση της στη νομισματική χαλάρωση, η οποία μεταδίδεται σταδιακά στο κόστος δανεισμού, με βάση τα στοιχεία Ιουλίου 2026.
Η Κύπρος, σε ό,τι αφορά τα υφιστάμενα και τα νέα στεγαστικά, εμφανίζεται σε γενικές γραμμές κοντά στην υπόλοιπη ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Για τα νοικοκυριά, η διαφορά περιορίζεται περίπου στο -0,1%, δηλαδή τα κυπριακά επιτόκια είναι οριακά χαμηλότερα από τον διάμεσο της Ευρωζώνης. Για τις μη χρηματοοικονομικές εταιρείες η διαφορά είναι περίπου +0,3%. Το εύρημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί η Κύπρος δεν εμφανίζεται ως αγορά όπου η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ μεταδίδεται ασυνήθιστα αργά στα υφιστάμενα δάνεια.
Από τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Κεντρική Τράπεζα, φαίνεται ότι η μεγάλη διαφοροποίηση εντοπίζεται στις καταθέσεις. Εκεί η μετάδοση των μεταβολών των επιτοκίων παραμένει ιδιαίτερα ασθενής, την ώρα που οι κυπριακές τράπεζες διαθέτουν εξαιρετικά υψηλή ρευστότητα, γεγονός που περιορίζει, μεταξύ άλλων, την ανάγκη έντονου ανταγωνισμού για την προσέλκυση νέων κεφαλαίων. Αυτό δημιουργεί μια αξιοσημείωτη ασυμμετρία, οι δανειολήπτες βλέπουν την αλλαγή της νομισματικής πολιτικής να περνά σχετικά γρήγορα στο κόστος χρηματοδότησης, ενώ οι καταθέτες βλέπουν πολύ πιο περιορισμένη μεταβολή στην απόδοση των χρημάτων τους.
Παράλληλα, η διαφορετική συμπεριφορά μεταξύ στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων δείχνει ότι η μετάδοση της νομισματικής πολιτικής δεν είναι ενιαία σε όλο το τραπεζικό σύστημα, αλλά επηρεάζεται από το είδος του δανείου, το προφίλ του δανειολήπτη και τα χαρακτηριστικά της χρηματοδότησης.
Τον Ιούλιο του 2026 καταγράφηκε σημαντική μείωση στα καθαρά νέα δάνεια, η οποία οφείλεται κυρίως στη μεγάλη υποχώρηση των νέων επιχειρηματικών δανείων άνω του €1 εκατ. Τον Ιούλιο του 2026 το μέσο επιτόκιο των νέων στεγαστικών δανείων μειώθηκε στο 3,78%, από 4,04% τον προηγούμενο μήνα και 3,87% πέρυσι. Η εξέλιξη αυτή συμβαδίζει με τη γενικότερη αποκλιμάκωση των επιτοκίων στην Ευρωζώνη. Ωστόσο, η Κεντρική Τράπεζα επισημαίνει ότι το συγκεκριμένο μέσο επιτόκιο επηρεάζεται και από τη σύνθεση του στεγαστικού χαρτοφυλακίου. Διαφορετικά είδη στεγαστικών δανείων –για πρώτη κατοικία, εξοχική κατοικία κ.λπ.– έχουν διαφορετικό κίνδυνο και διαφορετικό επιτόκιο. Επομένως, μια μεταβολή του μέσου όρου δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι όλες οι τράπεζες μείωσαν αντίστοιχα όλα τα επιτόκιά τους.
Αντίθετα, το κόστος των καταναλωτικών δανείων αυξήθηκε στο 6,94%, από 6,50% τον Ιούνιο και 7,40% πέρυσι. Στα επιχειρηματικά δάνεια σημειώθηκαν επίσης αυξήσεις. Για ποσά έως €1 εκατ., το επιτόκιο αυξήθηκε στο 4,47%, από 4,32% τον Ιούνιο και 4,29% πέρυσι, ενώ για ποσά άνω του €1 εκατ. το επιτόκιο ανήλθε στο 4,29% τον Ιούλιο, από 4,07% τον Ιούνιο, παραμένοντας στα ίδια επίπεδα με πέρυσι.
Μια ακόμη σημαντική αλλαγή συντελείται στη δομή των νέων δανείων. Το ποσοστό των νέων δανείων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο έχει μειωθεί από σχεδόν 100% στις αρχές του 2022 στο 56,1% σήμερα. Η εξέλιξη αυτή φέρνει την Κύπρο κάτω από τον διάμεσο όρο της Ευρωζώνης και αποτελεί σημαντική μεταβολή στη συμπεριφορά της αγοράς.
Για τους δανειολήπτες, η αύξηση των δανείων σταθερού επιτοκίου σημαίνει μικρότερη άμεση έκθεση στις μεταβολές των επιτοκίων κατά τη διάρκεια της σταθερής περιόδου. Για τις τράπεζες, όμως, η μεταβολή αυτή έχει διαφορετικές επιπτώσεις στη διαχείριση του επιτοκιακού κινδύνου, καθώς αλλάζει η σχέση μεταξύ των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού. Γι’ αυτό και η Κεντρική Τράπεζα θεωρεί ότι η μεταβολή αυτή θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο των πολιτικών διαχείρισης κινδύνων των τραπεζών.