Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η ευρωπαϊκή κοινωνική νομοθεσία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην προστασία των εργαζομένων, στη διασφάλιση δίκαιων συνθηκών εργασίας και στη δημιουργία κοινών ελάχιστων προτύπων για την ενιαία αγορά της ΕΕ. Ωστόσο, η ανάγκη διασφάλισης της προστασίας των εργαζομένων πρέπει να εξισορροπείται με την ανάγκη οι επιχειρήσεις να παραμένουν παραγωγικές, ευέλικτες και ανταγωνιστικές.

Οι εργοδότες καλούνται ολοένα και περισσότερο να δραστηριοποιούνται σε ένα σύνθετο κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο δεν διαμορφώνεται μόνο από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και από τις διαφορετικές πρακτικές μεταφοράς και εφαρμογής τους σε εθνικό επίπεδο. Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές αυτές ρυθμίσεις αλληλεπιδρούν με την ήδη υφιστάμενη εθνική εργατική νομοθεσία και τις συλλογικές συμβάσεις, οι οποίες ρυθμίζουν τις εργασιακές σχέσεις πριν ακόμη από την έκδοση μιας σχετικής Οδηγίας. Η πολυπλοκότητα αυτή ενδέχεται να επιβαρύνει τους εργοδότες και να τους θέτει σε λιγότερο ευνοϊκή και ανταγωνιστική θέση σε σύγκριση με επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ρυθμιστικό κόστος

Η πρόσφατη μελέτη της BusinessEurope, της πανευρωπαϊκής οργάνωσης εργοδοτών, της οποίας η Ομοσπονδία Εργοδοτών & Βιομηχάνων (ΟΕΒ) αποτελεί το μοναδικό μέλος από την Κύπρο, με τίτλο Smart approaches to address regulatory burden of EU social regulations, καταδεικνύει ότι το ρυθμιστικό κόστος που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις δεν περιορίζεται απλώς στη διοικητική γραφειοκρατία, αλλά περιλαμβάνει ένα ευρύτερο σύνολο επιβαρύνσεων.

Ειδικότερα, οι επιχειρήσεις επιβαρύνονται με κόστη συλλογής δεδομένων, πολλαπλών υποχρεώσεων αναφοράς, τήρησης αρχείων και επικοινωνίας με διαφορετικές αρχές, οι οποίες συχνά ζητούν τις ίδιες πληροφορίες σε διαφορετική μορφή. Παράλληλα, απαιτούνται επενδύσεις σε πληροφοριακά συστήματα, εξωτερικές νομικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες, καθώς και αλλαγές στην εσωτερική οργάνωση των επιχειρήσεων.

Το κόστος δεν είναι μόνο οικονομικό

Τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι το 71% των συμμετεχόντων αξιολόγησε ως υψηλό ή πολύ υψηλό το κανονιστικό κόστος που συνδέεται με την Οδηγία για τη Μισθολογική Διαφάνεια. Το αντίστοιχο ποσοστό για τις υποχρεώσεις αναφοράς για την εταιρική βιωσιμότητα (CSR) ανέρχεται στο 70%. Για τις απαιτήσεις ασφάλειας και υγείας το ποσοστό φθάνει το 68%, ενώ ακόμη και η εδώ και χρόνια εφαρμοζόμενη νομοθεσία για τον χρόνο εργασίας (Working Time Directive) χαρακτηρίζεται ως υψηλού ή πολύ υψηλού κόστους από το 55% των ερωτηθέντων.

Το κόστος της ρύθμισης περιλαμβάνει την αφιέρωση σημαντικού χρόνου εργασίας στελεχών, συνεχείς καταχωρίσεις και προσαρμογές πληροφοριακών συστημάτων. Το βάρος δημιουργείται σωρευτικά, καθώς διαφορετικές Οδηγίες απαιτούν τα ίδια δεδομένα, σε διαφορετικές μορφές, προς διαφορετικές αρχές. Βασικές πηγές κόστους αποτελούν οι περίπλοκες διαδικασίες, το λεγόμενο «gold-plating» (η προσθήκη εθνικών απαιτήσεων πέραν της ενωσιακής νομοθεσίας), και τα συστήματα που αναγκάζουν τις επιχειρήσεις να υποβάλλουν τα ίδια στοιχεία επαναλαμβανόμενα.

Η εμπειρία της Κύπρου

Με την καθοριστική συνεισφορά της ΟΕΒ, η οποία προώθησε ενεργά την έρευνα, σημειώθηκε ευρεία κινητοποίηση και συμμετοχή των επιχειρήσεων-μελών της, στην έρευνα της BusinessEurope. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που καταγράφεται αφορά το σύστημα ΕΡΓΑΝΗ, το οποίο απαιτεί καταχωρίσεις στοιχείων που σχετίζονται με ώρες εργασίας, μισθούς και μεταβολές προσωπικού, λειτουργώντας ως πηγή σημαντικού καθημερινού διοικητικού φόρτου.

Η διαχρονική θέση της ΟΕΒ είναι πως το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στην ύπαρξη του συστήματος, αλλά στην απουσία ουσιαστικής διαλειτουργικότητας. Η πλήρης και άμεση διασύνδεση του ΕΡΓΑΝΗ με άλλα κρατικά συστήματα (όπως των Κοινωνικών Ασφαλίσεων) αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική λύση, ώστε οι εργοδότες να πάψουν να λειτουργούν ως “μεταφορείς” δεδομένων μεταξύ των κρατικών υπηρεσιών.

Αυτό το παράδειγμα αναδεικνύει ότι η ψηφιοποίηση δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την απλοποίηση. Η μεταφορά μιας γραφειοκρατικής διαδικασίας από το χαρτί στην οθόνη δεν αποτελεί μείωση βάρους. Αν μια επιχείρηση καλείται να καταχωρεί επανειλημμένα στοιχεία που ήδη βρίσκονται στη διάθεση του κράτους, το αποτέλεσμα είναι απλώς ψηφιακή γραφειοκρατία.

Οι ΜμΕ συχνά επωμίζονται δυσανάλογο κόστος συμμόρφωσης. Ενώ μια μεγάλη επιχείρηση διαθέτει εξειδικευμένα τμήματα νομικών υπηρεσιών και κανονιστικής συμμόρφωσης, μια μικρότερη ενδέχεται να πρέπει να αγοράσει τις υπηρεσίες αυτές εξωτερικά ή να δημιουργήσει συστήματα από το μηδέν.

Οι επιχειρήσεις αναδεικνύουν την ανάγκη οι διαδικασίες συμμόρφωσης να καταστούν απλούστερες και λιγότερο διοικητικά επιβαρυντικές. Απαιτείται περιορισμός των περιττών εθνικών προσθηκών, ανάπτυξη ενιαίων ηλεκτρονικών πυλών και διαλειτουργικών συστημάτων. Η εφαρμογή της αρχής «once-only» (υποβολή δεδομένων μόνο μία φορά) θεωρείται το σημαντικότερο εργαλείο για τον περιορισμό του διοικητικού φόρτου.

Η ΟΕΒ ξεκαθαρίζει πως το ζητούμενο δεν είναι λιγότερη κοινωνική προστασία, αλλά καλύτερη και εξυπνότερη ρύθμιση. Η πρόκληση δεν είναι να επιλέξουμε μεταξύ προστασίας και ανταγωνιστικότητας· μπορούμε και οφείλουμε να επιδιώκουμε και τα δύο. Ο στόχος πρέπει να είναι απόλυτα σαφής, όχι απλώς περισσότερη ψηφιοποίηση, αλλά πραγματική απλοποίηση, και ένα κράτος που αξιοποιεί έξυπνα τις πληροφορίες που ήδη διαθέτει.

* Λειτουργός, Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων & Κοινωνικής Πολιτικής (ΟΕΒ)